Αριθμός 1375/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1)..., κατοίκου Γαλατσίου Αττικής, και 2)... κατοίκου Καλλιθέας Αττικής. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αμαλία Κουτσοκέρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 620/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 2425/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-7-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 21-7-2021 και με αριθ. κατ. 5914/763/21-7-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 2425/12-5-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών περιουσιακών διαφορών επί της από 11-6-2020 και με αριθ. κατ. 34707/2269/2020 έφεσης κατά της με αριθ. 620/21-4-2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ίδια, ως άνω διαδικασία, επί της από 18-12-2018 και με αριθ. κατ. 120139/3256/2018 αγωγής. Με την εν λόγω αγωγή οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσείοντες, ισχυρίσθηκαν ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκαν με την ιδιότητα του μηχανικού, στις 1-9-1994, ο πρώτος και στις 29-7-1993, ο δεύτερος, από την Ανώνυμη εταιρία με ην επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού ΑΕ (Δ.Ε.Η. Α.Ε.)", στη θέση της οποίας υπεισήλθε ήδη από 31-12-2011, ως καθολικός διάδοχος αυτής, η εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας ΑΕ (Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε.)". Ότι με το άρθρο 15 παρ. 8 του ΚΚΠ/ΔΕΗ ορίσθηκε ότι επιτρέπεται στους εργαζόμενους σε αυτήν, κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις της κείμενης εργατικής νομοθεσίας, η χωρίς περιορισμό παροχή υπερωριακής εργασίας και απασχόλησης κατά τις Κυριακές, αργίες, ημέρες ανάπαυσης και κατά τη νύχτα, ενώ με το άρθρο 1 παρ. 3 της από 7-5-1984 Ειδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας Προσωπικού ΔΕΗ παρασχέθηκε στους εργαζόμενους σε αυτήν η δυνατότητα να επιλέγουν εφόσον το επιθυμούν και το επιτρέπουν οι υπηρεσιακές ανάγκες, αντί της υπερωριακής αμοιβής, αντίστοιχη της αμοιβής χρονική ανάπαυση. Ότι με τη με αριθ. 197/2007 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της ΔΕΗ κωδικοποιήθηκαν όλες οι ρυθμίσεις που αφορούσαν τον τρόπο και το χρόνο χορήγησης των, κατά τα παραπάνω, ημερών ανάπαυσης και προβλέφθηκε ότι πρέπει να χορηγούνται υποχρεωτικά εντός των προβλεπομένων σε αυτήν χρονικών ορίων, πλην όμως, λόγω των αυξημένων αναγκών στις τεχνικές υπηρεσίες της ΔΕΗ Α.Ε. και ήδη της εναγομένης (μετά την υπεισέλευση αυτής στη θέση της ΔΕΗ Α.Ε.), τις οποίες από υπαιτιότητά της δεν φρόντισε να αντιμετωπίσει με πρόσληψη νέου προσωπικού, δεν καθίστατο δυνατή η εντός των προβλεπομένων προθεσμιών χορήγηση των ημερών ανάπαυσης, που οφείλοντο λόγω υπερωριακής απασχόλησης ή εργασίας σε ημέρες αργίας, με αποτέλεσμα να χορηγούνται ημέρες ανάπαυσης, οι οποίες καταλογίζοντο στις παλαιότερες υπερωρίες ή ημέρες αργίας, κατά τις οποίες εργάσθηκαν και να συσσωρεύονται σταδιακά οφειλόμενες ημέρες ανάπαυσης ετών. Ότι για το λόγο αυτό και, κατ' επέκταση της αδυναμίας της για χορήγηση των ημερών ανάπαυσης, η ΔΕΗ Α.Ε., το έτος 2007, είχε επιλέξει να πληρώσει σε χρήμα όλες τις οφειλόμενες ημέρες ανάπαυσης, για τον ίδιο δε λόγο, η εναγομένη, το έτος 2016, "κλείδωσε" τις οφειλόμενες ημέρες ανάπαυσης, με την έννοια ότι δεν μπορούσε κανείς από τους εργαζομένους να κάνει χρήση αυτών, εξαιτίας της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από τότε που πραγματοποιήθηκε η υπερωριακή εργασία ή η εργασία σε ημέρες αργίας και συγκεκριμένα "κλείδωσε" τα ρεπό που οφείλοντο: α) από υπερωριακή απασχόληση που είχε πραγματοποιηθεί κατά τις εργάσιμες ημέρες κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 31-3-2016 και β) από εργασία κατά τις ημέρες αργίας, που είχε παρασχεθεί κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 31-12-2016. Ότι για υπερεργασία, υπερωριακή εργασία, εργασία τις Κυριακές και τη νύχτα, που παρείχαν κατά το χρονικό διάστημα από Μάρτιο 2014 έως Μάρτιο 2016, ο πρώτος ενάγων και κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο 2008 έως Μάρτιο 2016, ο δεύτερος ενάγων και για τις οποίες είχαν ζητήσει αντίστοιχη ανάπαυση, η εναγομένη τους οφείλει τα ποσά των 31.546,72 ευρώ και των 16.824,49 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ για τις αντίστοιχες υπηρεσίες που παρείχαν κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2013 έως Ιανουάριο 2017, ο πρώτος ενάγων, και κατά το χρονικό διάστημα από Φεβρουάριο 2013 έως Ιούλιο 2016, ο δεύτερος ενάγων, τους οφείλει τα ποσά των 3.860,75 ευρώ και των 3.381,61 ευρώ, αντίστοιχα. Ότι τα παραπάνω ποσά παρακράτησε παράνομα η εναγομένη, ως αμοιβές υποκείμενες στο ανώτατο όριο του άρθρου 2 ν. 3833/2010, ενώ δεν εντάσσονται στη διάταξη αυτή, που αφορά μόνο στις πάγιες αμοιβές που οφείλονται για την κύρια απασχόληση εντός του νομίμου ωραρίου, άλλως η διάταξη αυτή δεν πρέπει να εφαρμοσθεί, ως αντίθετη στις διατάξεις των άρθρων 4 και 22 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Ζήτησαν δε, κυρίως με βάση τις διατάξεις για τη σύμβαση εργασίας και επικουρικώς, για την περίπτωση που κριθεί άκυρη η παροχή της εργασίας τους καθ' υπέρβαση του νομίμου ωραρίου, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει, για τις παραπάνω αιτίες, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 35.407,47 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 20.206,10 ευρώ. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την, ως άνω, με αριθ. 620/2020 οριστική απόφαση δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το αντίστοιχο αιτούμενο, ως άνω, ποσό. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την ασκηθείσα από την εναγομένη, ως άνω, από 11-6-2020 έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και περαιτέρω κράτησε, δίκασε και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, ως προς αμφότερες τις νομικές βάσεις αυτής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Mε τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και συνεπώς δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται με τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (ΟλΑΠ 16/2015, ΑΠ 381/2019). Από το συνδυασμό δε της παραπάνω διάταξης με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 5, 25 παρ. 1 και 4 και 106 παρ.1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι, σε περίπτωση παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών, που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού, για τον περιορισμό του δημοσίου ελλείμματος. Η δυνατότητα όμως αυτή δεν είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν, το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής, να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως επίσης και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου ότι η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών είναι προς όφελος όλων (ΑΠ 1467/2022, ΑΠ 476/2022, ΑΠ 1280/2020, ΟλΣτΕ 798/2021). Εξάλλου, ειδικότερη εκδήλωση της καθιερούμενης με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της ισότητας αποτελεί η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, η οποία εφαρμόζεται επί μισθωτών, που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 474/20220) και επιβάλλει στο νομοθέτη τη θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζόμενους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διάκρισης, εφόσον αυτοί παρέχουν την ίδια, ποιοτικώς και ποσοτικώς, εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα ίδια προσόντα (ΟλΑΠ 13/2003, ΑΠ 474/2022, ΑΠ 381/2019). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του Ν. 3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης" (ΦΕΚ Α 40/15.3.2010), της οποίας (παραγράφου) η τελευταία φράση προστέθηκε με το άρθρο 36 παρ. 2 του ν. 3848/2010 (ΦΕΚ Α 71/19.5.2010) ορίζεται ότι : "Οι πάσης φύσεως αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που καταβάλλονται στους λειτουργούς ή υπαλλήλους ή μισθωτούς με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου των ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος απαγορεύεται να υπερβαίνουν τις αποδοχές Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, όπως αυτές κάθε φορά καθορίζονται, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή, τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και τα επιδόματα των παραγράφων 7, 8 και 9 του άρθρου 12 του ν. 3205/2003. Στο ανωτέρω όριο δεν συνυπολογίζεται το επίδομα για υπηρεσία στην αλλοδαπή, όπως προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις, όπως και οι αμοιβές από κάθε είδους προγράμματα χρηματοδοτούμενα από διεθνείς ή ιδιωτικούς πόρους των ερευνητικών και τεχνολογικών φορέων που επιχορηγούνται και εποπτεύονται από το Κράτος, καθώς και των Ε.Λ.Κ.Ε. των Α.Ε.Ι." και κατά παράγραφο 2 της ίδιας διάταξης (δηλαδή του άρθρου 2 του ν. 3833/2010), όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 90 του ν. 3842/2010 (ΦΕΚ Α 58/23.4.2010) ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τα αιρετά όργανα ΟΤΑ, τους διοικητές, υποδιοικητές, προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των συλλογικών οργάνων διοίκησης των ΝΠΔΔ, τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, τους προέδρους, αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και τα μέλη διοικητικών συμβουλίων, καθώς και στο πάσης φύσεως προσωπικό των ΝΠΙΔ που ανήκουν στο κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον 50% του προϋπολογισμού τους, ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του ν. 3429/2005. Εξαιρούνται οι εταιρείες που υπάγονται στο Κεφάλαιο Β του ν. 3429/2005, εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου, κατέχουν μόνα ή από κοινού ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου μικρότερο του πενήντα τοις εκατό (50%), οι Τράπεζες καθώς και οι εταιρείες, στις οποίες το Δημόσιο, αν και πλειοψηφών μέτοχος, δεν ασκεί τη διοίκηση και διαχείρισή τους". Κατά δε την παρ.1 του άρθρου 20 του ιδίου νόμου 3833/2010, η ισχύς των διατάξεων του άρθρου 1 αρχίζει από 1.1.2010. Aπό τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 του ν. 3833/2010 συνάγεται ότι , κατά τον υπολογισμό του ανωτάτου ορίου αποδοχών των υπαγομένων στην, ως άνω, ρύθμιση εργαζομένων, που απαγορεύεται να υπερβαίνουν τις αποδοχές του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, συνυπολογίζονται και οι αποδοχές για υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση, απασχόληση κατά τη νύχτα, τις Κυριακές και αργίες, αφού δεν εξαιρούνται από το νόμο (3833/2010), στον οποίο, όπως προεκτέθηκε, ρητά ορίζονται οι, κατά τη βούληση του νομοθέτη, μη συνυπολογιζόμενες στο παραπάνω όριο αποδοχές, δηλαδή το επίδομα για υπηρεσία στην αλλοδαπή και οι αμοιβές από προγράμματα χρηματοδοτούμενα από διεθνείς ή ιδιωτικούς πόρους των ερευνητικών και τεχνολογικών φορέων που επιχορηγούνται και εποπτεύονται από το Κράτος, καθώς και των Ε.Λ.Κ.Ε. των Α.Ε.Ι. Τούτο δε, ανεξαρτήτως του αν οι αποδοχές για τις παραπάνω αιτίες (υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση, απασχόληση κατά τη νύχτα, τις Κυριακές και αργίες) παρέχονται τακτικά και σταθερά, ώστε να περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, καθόσον στις αποδοχές που απαγορεύεται να υπερβαίνουν τις αποδοχές του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου δεν περιλαμβάνονται μόνο οι τακτικές αποδοχές, αλλά "οι πάσης φύσεως αποδοχές, και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές" (σχετ.ΑΠ 1517/2022). Οι προπαρατεθείσες διατάξεις, όπως προκύπτει και από την αιτιολογική έκθεση του, ως άνω, νόμου 3833/2010, θεσπίστηκαν για την προστασία και την προαγωγή του γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, ενόψει της σφοδρής δημοσιονομικής κρίσης που αντιμετώπιζε η χώρα (ΑΠ 1147/2015, ΑΠ 1459/2018). Ειδικότερα η θεσπισθείσα με το νόμο αυτό περικοπή μισθολογικών παροχών εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα (καθώς και συνταξιοδοτικών παροχών) αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο συνολικώς εφαρμοζόμενο αποσκοπεί τόσο στην αντιμετώπιση κατά το νομοθέτη της άμεσης ανάγκης κάλυψης οικονομικών αναγκών της χώρας με μέτρα που από τη φύση τους συμβάλλουν στην άμεση περιστολή των δημοσίων δαπανών, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής κατάστασης με την εξάλειψη των πρωτογενών δημοσιονομικών ελλειμμάτων, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν κατ' αρχήν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και αποτελούν ταυτοχρόνως και σκοπούς κοινού ενδιαφέροντος των κρατών - μελών της Ευρωζώνης, ενόψει της καθιερούμενης από την ενωσιακή νομοθεσία υποχρέωσης δημοσιονομικής πειθαρχίας και διασφάλισης της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της (ΟλΣτΕ 668/2012). Για τους λόγους δε αυτούς, όπως έχει κριθεί (ΟλΣτΕ 3373/2015, ΟλΣτΕ 3372/2015), ειδικώς τα θεσπισθέντα με τον παραπάνω ν. 3833/2010 (αλλά και με το ν. 3845/2010) μισθολογικά μέτρα δεν παρίσταντο απρόσφορα και μάλιστα προδήλως, ούτε μη αναγκαία για την επίτευξη των επιδιωκώμενων με αυτά σκοπών (ΟλΕΣ 742/2018). Ως εκ τούτου οι σχετικές ρυθμίσεις δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 22, 23 και 28 του Συντάγματος και στις υπερνομοθετικής ισχύος ρυθμίσεις των κυρωθεισών με νόμο διεθνών συμβάσεων εργασίας που κατοχυρώνουν τη συλλογική αυτονομία των επαγγελματικών οργανώσεων (εργαζομένων και εργοδοτών) (σχετ. ΟλΣτΕ 2307/2014 σκέψεις 23 επ.), ούτε σε εκείνες για την προστασία της περιουσίας κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, εφόσον κατά την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ (υπόθεση Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας), η διάταξη αυτή δεν κατοχυρώνει δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών και συντάξεων συγκεκριμένου ύψους, εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης του ενδιαφερομένου ή λόγος δημόσιας ωφέλειας (ΑΠ 476/2022, ΑΠ 899/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019). Στο πλαίσιο αυτό, ψηφίστηκαν διατάξεις, όπως οι παραπάνω, που αφορούν την οριζόντια περικοπή των μισθολογικών δαπανών για όλους τους απασχολούμενους στο Δημόσιο, στα ΝΠΔΔ και στους ΟΤΑ, με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, καθώς και για το προσωπικό των ΝΠΙΔ, που είτε ανήκουν στο Κράτος, σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, είτε επιχορηγούνται τακτικά από τον κρατικό προϋπολογισμό σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50% του προϋπολογισμού τους, είτε είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του Ν. 3429/2005, με οποιαδήποτε σχέση και αν απασχολούνται και με οποιονδήποτε τρόπο και αν αμείβονται οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν υπάρχει οποιαδήποτε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή συμφωνία (ΑΠ 663/2019, AΠ 1459/2018, ΑΠ 1460/2018). Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 1 [υπό τον παράτιτλο "Ορισμοί και πεδίο εφαρμογής"] του κεφαλαίου Α υπό τον παράτιτλο ["Οργάνωση, λειτουργία, διοίκηση και κρατική εποπτεία των δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών"] του Ν. 3429/2005 "Δημόσιες επιχειρήσεις και Οργανισμοί (Δ.Ε.Κ.Ο)" (ΦΕΚ Α 314) ορίζονται στις παρ. 1, 2 και 3 τα εξής: (Παρ. 1) "Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται κάθε ανώνυμη εταιρεία στην οποία το ελληνικό δημόσιο δύναται να ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο ή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής του ή των κανόνων που τη διέπουν", (Παρ. 2) "Η άσκηση αποφασιστικής επιρροής από το ελληνικό δημόσιο τεκμαίρεται όταν το ελληνικό δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χρηματοδοτούμενα από το ελληνικό δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό ή άλλες δημόσιες επιχειρήσεις υπό την έννοια του παρόντος νόμου: α) είναι κύριοι μετοχών που εκπροσωπούν την απόλυτη πλειοψηφία του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ή β) ελέγχουν την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική της συνέλευση ή γ) δύνανται να διορίζουν το ήμισυ πλέον ενός των μελών του διοικητικού της συμβουλίου ή δ) χρηματοδοτούν την ετήσια δραστηριότητά της σε ποσοστό άνω του πενήντα της εκατό" και (Παρ. 3) "Ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται και κάθε ανώνυμη εταιρεία συνδεδεμένη με άλλη δημόσια επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 42 ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει". Με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι το Κεφάλαιο Α του νόμου αυτού εφαρμόζεται σε όλες τις δημόσιες επιχειρήσεις, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται οι εταιρείες για τις οποίες εφαρμόζεται το κεφάλαιο Β, ενώ με η παρ. 5 του ιδίου άρθρου, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 3891/2010 που προσέθεσε τέταρτη περίπτωση, ορίζεται ότι το κεφάλαιο Β του νόμου αυτού εφαρμόζεται σε ανώνυμες εταιρείες, των οποίων μετοχές έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση στο χρηματιστήριο, εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα της παρ. 2 εξακολουθούν να κατέχουν οποιοδήποτε ποσοστό του μετοχικού τους κεφαλαίου, σε συνδεδεμένες με αυτές επιχειρήσεις του άρθρου 42 ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, σε ανώνυμες εταιρείες για τις οποίες με απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής ... έχουν αρχίσει οι διαδικασίες αποκρατικοποίησης με την εισαγωγή μετοχών τους σε οργανωμένη αγορά και σε ανώνυμες εταιρείες, των οποίων το δικαίωμα διορισμού της πλειοψηφίας των μελών του διοικητικού συμβουλίου ή των οργάνων της διοίκησης ή το δικαίωμα άσκησης διαχείρισης έχει μεταβιβασθεί εν όλω ή εν μέρει από το Δημόσιο σε τρίτους με απόφαση της Διϋπουργικής Επιτροπής ..., εφόσον το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο της παρ.2 εξακολουθούν να συμμετέχουν στο μετοχικό τους κεφάλαιο με οποιοδήποτε ποσοστό συμμετοχής. Με τις λοιπές διατάξεις του κεφαλαίου Α του Ν. 3429/2005, ήτοι με τις διατάξεις των άρθρων 2 - 14 αυτού, ρυθμίζονται ζητήματα προσαρμογής του καταστατικού αυτών στις ρυθμίσεις του νόμου, οργάνωσης και λειτουργίας του διοικητικού συμβουλίου των ως άνω επιχειρήσεων, κατάρτισης εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας και εσωτερικού ελέγχου αυτών, κατάρτισης στρατηγικού και επιχειρησιακού σχεδίου που υποβάλλεται στην Διυπουργική Επιτροπή Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών, δια του εποπτεύοντος Υπουργείου, θεσπίζεται σειρά υποχρεώσεων αυτών σε διάφορα ζητήματα, προβλέπεται κρατικός έλεγχος και εποπτεία αυτών, προβλέπονται κυρώσεις για παραβάσεις του νόμου αυτού (δέσμευση εσόδων αυτών, διακοπή παροχής εγγυήσεων του δημοσίου κατά τη λήψη δανείων, παύση διευθύνοντος συμβούλου και μελών του διοικητικού συμβουλίου), ως και ζητήματα σύνταξης ετησίων οικονομικών καταστάσεων σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα χρηματοοικονομικής πληροφόρησης, πρόσληψης νεοπροσλαμβανομένου προσωπικού για δοκιμαστική περίοδο ανεξαρτήτως των ρυθμίσεων των εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών τους, επί των οποίων εφαρμόζονται μόνο οι διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας και αλλαγής των ρυθμίσεων του κανονισμού προσωπικού των, όταν αυτές εμφανίζουν αρνητικά οικονομικά αποτελέσματα, προς καλύτερη αξιοποίηση αυτού. Αντιθέτως με τις διατάξεις του κεφαλαίου Β του ιδίου νόμου (άρθρα 16 και 17 αυτού) για τις υπαγόμενες σε αυτό εταιρείες (της παρ. 5 του άρθρου 1) ρυθμίζονται ουσιαστικά μόνο ζητήματα πρόσληψης προσωπικού, ενώ για ορισμένες από αυτές, όπου το Δημόσιο εξακολουθεί να κατέχει την πλειοψηφία του μετοχικού τους κεφαλαίου, γίνεται παραπομπή στις ρυθμίσεις του κεφαλαίου Α μόνο για ζητήματα πρόσληψης νεοπροσλαμβανομένου προσωπικού ανεξαρτήτως των ρυθμίσεων των εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών τους, επί των οποίων εφαρμόζονται μόνο οι διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας και αλλαγής των ρυθμίσεων του κανονισμού προσωπικού των, όταν εμφανίζουν αρνητικά οικονομικά αποτελέσματα, προς καλύτερη αξιοποίηση αυτού. Συνεπώς, την εν λόγω ιδιότητα των δημοσίων επιχειρήσεων εξακολουθούν να διατηρούν, εφόσον πληρούνται οι αναφερόμενες εκεί προϋποθέσεις των παρ. 1 έως 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, παρά τη σχετική εξαίρεση από τις επί μέρους ρυθμίσεις του κεφαλαίου Α του εν λόγω νόμου, οι δημόσιες επιχειρήσεις που ο ίδιος ο νόμος ορίζει ως εξαιρούμενες από το κεφάλαιο Α αυτού κατά το εδάφιο α της παρ. 5 του άρθρου 1 του νόμου αυτού. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή δεν μπορεί να συναχθεί από το ότι στο νομοθετικό κείμενο η διάταξη του άρθρου 1 διαλαμβάνεται στο κεφάλαιο Α, διότι υπό την εκδοχή αυτή δεν θα είχε έννοια η εξαίρεση από ρυθμίσεις, όπως εκείνες της παραγράφου 5 του ίδιου άρθρου. Τούτο συνάγεται και από τον παράτιτλο του ως άνω άρθρου 1 "Ορισμοί και πεδίο εφαρμογής" . Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, στις ως άνω δημόσιες επιχειρήσεις του άρθρου 1 παρ. 1 έως 3 του ν. 3429/2005 τυγχάνουν εφαρμογής και οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 εδαφ. α του ν. 3833/2010, με τις οποίες προβλέφθηκε οι πάσης φύσεως αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που καταβάλλονται, μεταξύ άλλων, και στο προσωπικό των εταιρειών, στις οποίες το Δημόσιο είναι πλειοψηφών μέτοχος και ασκεί τη διοίκηση και διαχείρισή τους, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τις εκάστοτε απολαβές του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή, τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και τα επιδόματα των παρ.7, 8 και 9 του άρθρου 12 του ν.3205/2003 (ΑΠ 1460/2018, ΑΠ 1517/2022). Περαιτέρω, με το π.δ. 333/2000 (ΦΕΚ Α 278/30.12.2000), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 43 παρ. 1 και 2 του ν. 2773/1999 (ΦΕΚ Α 286), η ΔΕΗ μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία, το καταστατικό της οποίας θεσπίζεται επίσης με το ίδιο π.δ. Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 43 του ν. 2773/1999, όπως αυτή ίσχυε μέχρι την κατάργησή της με το άρθρο 1 παρ. 4α της από 7 Σεπτεμβρίου 2012 ΠΝΠ, που κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του Ν. 4092/2012 (ΦΕΚ A 220/8.11.2012), η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο εκάστοτε μετοχικό κεφαλαίο της Δ.Ε.Η. δεν μπορεί να είναι κατώτερη από το 51% των μετά ψήφου μέτοχων της εταιρείας μετά την κάθε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Ωσαύτως, σύμφωνα με τη παράγραφο 1 του άρθρου 8 του π.δ. 333/2000 και μέχρι την κατάργησή του με την παράγραφο 4 β του άρθρου 1 της από 7.9.2012 ΠΝΠ (ΦΕΚ Α 175/7.9.2012), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4092/2012 (ΦΕΚ Α 220/8.11.2012), σε οποιαδήποτε περίπτωση η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο εκάστοτε Μετοχικό Κεφάλαιο της "ΔΕΗ ΑΕ" δεν μπορεί να είναι κατώτερη του πενήντα ένα τοις εκατό (51%) των μετά ψήφου μετοχών της εταιρείας μετά από κάθε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Συναφώς, οι μετοχές της "ΔΕΗ ΑΕ", που από 12.12.2001 είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο Αθηνών, μέχρι τις 7.4.2014 ανήκαν κατά ποσοστό 51,123 % στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο με το ποσοστό αυτό έλεγχε και τα δικαιώματα στη Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρείας, η οποία κατά το άρθρο 21 του π.δ. 333/2000 είναι το ανώτατο όργανό της και δικαιούται να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά την εταιρεία, εκτός αν άλλως ορίζεται στο καταστατικό και ειδικότερα αποφασίζει, μεταξύ άλλων, για την εκλογή του Διευθύνοντος Συμβούλου και των μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου, που κατά το άρθρο 10 του ιδίου π.δ/τος αποτελείται από έντεκα μέλη με τριετή θητεία, από τα οποία τα έξι μέλη, μεταξύ δε αυτών και ο Διευθύνων Σύμβουλος, εκλέγονται από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρείας και από τα (έξι) μέλη αυτά το Διοικητικό Συμβούλιο εκλέγει τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρό του (άρθρα 21 παρ. 1 περ. β και 10 παρ. 1 και 2 περ. α του π.δ. 333/2000). Κατά συνέπεια, κατά τον χρόνο εφαρμογής του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 εδαφ. α του ν. 3833/2010 (δηλαδή από 1.1.2010) η "ΔΕΗ ΑΕ", πληρούσε τις προϋποθέσεις των παρ. 1 και 2 περ. α, β και γ του ν. 3429/2005, καθότι, όπως ήδη εκτέθηκε το Δημόσιο ασκούσε άμεσα αποφασιστική επιρροή, καθότι κατείχε τουλάχιστον το πενήντα ένα τοις εκατό (51%) του μετοχικού κεφαλαίου της, έλεγχε την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική της συνέλευση και ασκούσε τη διοίκηση και τη διαχείρισή της συμμετέχοντας ως πλειοψηφών μέτοχος στη Γενική Συνέλευση των μετόχων της, και μέσω αυτής διόριζε την πλειοψηφία των μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου και μέσω της πλειοψηφίας των μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου εξέλεγε τον Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής. Εξάλλου, την 8.4.2014 αποφασίσθηκε η μεταβίβαση άνευ ανταλλάγματος 39.440.000 κοινών ονομαστικών μετοχών της ΔΕΗ ΑΕ με δικαίωμα ψήφου (ήτοι ποσοστό 17% του υφιστάμενου μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας) από το Ελληνικό Δημόσιο στο ΤΑΙΠΕΔ σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3986/2011 (ΦΕΚ Α 152/01.07.2011). Η μεταβίβαση έγινε κατόπιν εκτέλεσης εξωχρηματιστηριακής συναλλαγής, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 9.4.2014 και μέχρι την 20.3.2018 δεν έγινε άλλη μεταβίβαση μετοχών από το Ελληνικό Δημόσιο. Μοναδικός δε μέτοχος του ΤΑΙΠΕΔ, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3986/2011, ήταν το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ανέλαβε και κάλυψε όλες τις ονομαστικές μετοχές, στις οποίες διαιρέθηκε το μετοχικό του κεφάλαιο. Επίσης, με την παράγραφο 3 του άρθρου 2 του ν. 3986/2011, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 213 παρ. 3 του ν. 4389/2016 (ΦΕΚ Α 94/27.5.2016) ορίσθηκε ότι με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του ΤΑΙΠΕΔ το μετοχικό του κεφάλαιο μπορεί να αυξηθεί μέσω της έκδοσης ονομαστικών μετοχών, τις οποίες αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου η "Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας ΑΕ (ΕΕΣΥΠ)" η οποία ιδρύθηκε με το ν. 4389/2016 και σύμφωνα με το άρθρο 187 παρ. 1 αυτού το μετοχικό της κεφάλαιο καλύπτεται στο σύνολό του από το Ελληνικό Δημόσιο. Επομένως, το Ελληνικό Δημόσιο και μετά τις 8.4.2014, δηλαδή μετά τη μεταβίβαση μέρους των μετοχών του στο ΤΑΙΠΕΔ εξακολούθησε να ασκεί τη διοίκηση και τη διαχείριση της ΔΕΗ ΑΕ, καθότι το ίδιο ως μέτοχος ποσοστού 34,123% των μετοχών της ΔΕΗ ΑΕ και μέσω του ΤΑΙΠΕΔ (ακόμη και όταν αυτό είχε ως μέτοχο και τη ΕΕΣΥΠ) που έλεγχε απόλυτα το 17% των μετοχών της, έλεγχε τα δικαιώματα ψήφου στη Γενική Συνέλευση των μετόχων της και συνακόλουθα το διορισμό της πλειοψηφίας των μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου και μέσω των τελευταίων την εκλογή του Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής. Έτσι και μετά την 8.4.2014 η "ΔΕΗ ΑΕ", εξακολούθησε να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1, 2 περ. α και γ του ν. 3429/2005 και, ως εκ τούτου, ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 του ν. 3833/2010. Περαιτέρω, με το ν. 4001/2011 (ΦΕΚ Α 179/22-8-2011) συστάθηκε, μετά την απόσχιση από τη ΔΕΗ Α.Ε του Κλάδου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας, η εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε." (άρθρα 123 επ ν. 4001/2011), στην οποία, σύμφωνα με το άρθρο 125 ν. 4001/2011, μεταφέρθηκε, από 31-12-2011, το προσωπικό της ΔΕΗ Α.Ε., που απασχολείτο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στη Γενική Διεύθυνση Διανομής της ΔΕΗ Α.Ε., καθώς και στη Διεύθυνση Διαχείρισης Νησιών της ΔΕΗ Α.Ε. Η Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε. από το χρόνο σύστασής της και καθόλο το ένδικο χρονικό διάστημα (έως 31-12-2016) ήταν "δημόσια επιχείρηση", κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 ν. 3429/2005, καθόσον είναι ανώνυμη εταιρία συνδεδεμένη με τη δημόσια επιχείρηση ΔΕΗ Α.Ε., κατά την έννοια του άρθρου 42 Ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, αφού ήταν θυγατρική της ΔΕΗ Α.Ε., η οποία κατείχε το 100% του μετοχικού της κεφαλαίου. Περαιτέρω, στο άρθρο 10 παρ. 2 του κυρωθέντος με το ν.δ. 210/1974 και έχοντος ισχύ ουσιαστικού νόμου Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ), ορίζεται ότι "επί απασχολήσεως του προσωπικού υπέρ τας κεκανονισμένας ώρας εργασίας ή κατά τας ημέρας της υποχρεωτικής κατά νόμον διακοπής της εργασίας ή κατά τη νύχτα τούτο δικαιούται συμπληρωματικής αμοιβής βάσει της κειμένης νομοθεσίας", ενώ στο άρθρο 15 παρ. 3 του ίδιου Κανονισμού ορίζεται ότι "εάν αι ανάγκαι της ΔΕΗ ήθελον απαιτήσει παροχήν των υπηρεσιών του προσωπικού και πέραν των κεκανονισμένων ωρών εργασίας ή κατά τας ημέρας της υποχρεωτικής κατά νόμον διακοπής εργασίας, το πρσωπικόν καλούμενον οφείλει να παράσχει ταύτην, δικαιούμενον να λάβει την προβλεπομένην υπό της παραγράφου 2 του άρθρου 10 του παρόντος συμπληρωματικήν αμοιβήν και υπό τους εν τω νόμω όρους δ' αντίστοιχον ανάπαυσιν". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα ακόλουθα: Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι διατάξεις του ν. 3833/2010 δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 4, 22 παρ. 1 εδ. β', 23, 25 και 106 του Συντάγματος, ούτε στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι: α) η υπαγωγή του προσωπικού της ΔΕΗ Α.Ε. στις διατάξεις του παραπάνω νόμου (3833/2010) εξυπηρετεί θεμιτό σκοπό δημόσιας ωφέλειας και βρίσκει αιτιολογικό έρεισμα στην έκτακτη και πρωτοφανή δημοσιονομική κρίση, που αντιμετώπισε η χώρα μας, συνεπεία της οποίας μεγάλο ποσοστό των απασχολουμένων στον ιδιωτικό τομέα κατέστησαν άνεργοι, ενώ στη ΔΕΗ Α.Ε. κατέστη δυνατή η εξασφάλιση των θέσεων εργασίας, β) με τις εν λόγω διατάξεις ελήφθησαν επείγοντα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής, αναγκαία και πρόσφορα, προκειμένου να μειωθούν οι δημόσιες δαπάνες και έτσι να επιτευχθεί η δημοσιονομική βιωσιμότητα του κράτους και γ) τα ληφθέντα μέτρα δεν οδηγούν σε υπέρμετρη απώλεια των αποδοχών των εργαζομένων στη ΔΕΗ Α.Ε., σε σχέση με αυτές, που, βάσει των ιδίων διατάξεων υπέστη το προσωπικό ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ. και τους ΟΤΑ, ούτε ανατρέπουν ριζικά τα δεδομένα της οικονομικής τους κατάστασης, στα οποία είχαν καλοπίστως αποβλέψει. Κατ' επέκταση δε των παραπάνω παραδοχών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε κατά λέξη ότι " η αγωγή, ως προς την κύρια βάση της που στηρίζεται στη σύμβαση είναι μη νόμιμη διότι.....οι μισθολογικές μειώσεις που θεσπίσθηκαν με τους ν. 3833/2010 και 3845/2010, αφορούν τις τακτικές αποδοχές των μισθωτών, στις οποίες περιλαμβάνονται και η αμοιβή της υπερωριακής απασχόλησης, η αμοιβή για παροχή νυχτερινής εργασίας ή εργασίας κατά τις Κυριακές ή αργίες. Επίσης για τον υπολογισμό του ανωτάτου ορίου αποδοχών του άρθρου 2 του ν. 3833/2010 συνυπολογίζονται και οι πάσης φύσεως μικτές αποδοχές, αποζημιώσεις και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές, εν γένει οι αποζημιώσεις από υπερωριακή απασχόληση, προσαυξήσεις για τακτική νόμιμη απασχόληση κατά Κυριακές, εορτές ή νύχτα κ.λ.π. Η εν λόγω ερμηνευτική προσέγγιση δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 και 22 του Συντάγματος και άρθρου 1 του Πρώτου πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς δεν οδηγεί σε άνιση μεταχείριση των εργαζομένων ως προς την αμοιβή και δεν έρχεται σε αντίθεση με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας και την ειδικότερη έκφανση αυτής ήτοι την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία. Συνεπώς η εναγομένη ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν. 3833/2010 και ν. 3845/2010, αφού οι μειώσεις εφαρμόστηκαν για το σύνολο των εργαζομένων της, και παρακράτησε από τους ενάγοντες τα ανωτέρω ποσά. Κατόπιν αυτών, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, κρίνοντας νόμιμη την αγωγή, δεχόμενο ότι η εναγομένη παράνομα παρακράτησε τα ως άνω ποσά και ζημίωσε ισόποσα τους ενάγοντες και εν συνεχεία υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 35.407,47 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 20.206,10 ευρώ. Τέλος ως μη νόμιμη πρέπει να απορριφθεί και η δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής που στηρίζεται στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, αφού η εναγομένη δεν πλούτισε χωρίς νόμιμη αιτία, διότι προέβη στις επίδικες περικοπές ενεργώντας κατ' επιταγήν του νόμου". Με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, με το να δεχθεί ότι στο ανώτατο όριο αποδοχών, που απαγορεύεται να υπερβαίνουν τις αποδοχές του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, συνυπολογίζονται, αποτελούσες μέρος των τακτικών αποδοχών, οι αμοιβές για υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση, απασχόληση κατά τη νύχτα, τις Κυριακές και αργίες και περαιτέρω, κατ' επέκταση της παραδοχής αυτής, με το να απορρίψει την ένδικη αγωγή περί επιδίκασης των αποδοχών που εδικαιούντο για τις παραπάνω αιτίες, παραβίασε: α) τις διατάξεις του άρθρου 2 ν. 3833/2010, τις οποίες εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, άλλως δεν έπρεπε να τις εφαρμόσει, ως αντίθετες, αφενός μεν προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, καθόσον με την εφαρμογή τους επέρχεται άνιση μεταχείριση σε βάρος των εργαζομένων στην εναγομένη, όπως οι ενάγοντες, που οι τακτικές αποδοχές τους εξαντλούν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο αποδοχών και, ενώ έχουν εργασθεί καθ' υπέρβαση των χρονικών ορίων εργασίας, δεν λαμβάνουν για την επιπλέον εργασία τους την αντίστοιχη αμοιβή, έναντι των εργαζομένων με τα ίδια προσόντα και στο ίδιο αντικείμενο εργασίας συναδέλφων τους, των οποίων, ομοίως, οι τακτικές αποδοχές εξαντλούν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο αποδοχών και είτε δεν έχουν όμως εργασθεί καθ' υπέρβαση των χρονικών ορίων εργασίας, με αποτέλεσμα να λαμβάνουν τις ίδιες αποδοχές με τους ενάγοντες για διάφορη (λιγότερη) ποσοτικώς εργασία, είτε εργάσθηκαν μεν καθ' υπέρβαση των χρονικών ορίων εργασίας, αλλά έλαβαν αντίστοιχη χρονική ανάπαυση, αφετέρου δε προς τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας, β) τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 και 659 ΑΚ, που καθιερώνουν την υποχρέωση του εργοδότη για καταβολή στον εργαζόμενο μισθού για την παροχή της συμφωνημένης εργασίας και συμπληρωματικής αμοιβής για παροχή πρόσθετης εργασίας, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 2 και 15 παρ. 3 του κυρωθέντος με το ν.δ. 210/1974 και έχοντος ισχύ ουσιαστικού νόμου Κανονισμού Κατάστασης προσωπικού ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ), που καθιερώνουν την υποχρέωση της ΔΕΗ ΑΕ (και ήδη της εναγομένης) για καταβολή στους εργαζομένους σ' αυτήν συμπληρωματικής αμοιβής για την απασχόλησή τους πέραν του νομίμου και συμβατικού ωραρίου. Με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές και κρίσεις του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, Α) δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 ν. 3833/2010, καθόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, διότι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν: α) η εναγομένη, εργοδότρια των εναγόντων, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα ήταν "δημόσια υπηρεσία", κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 ν. 3429/2005, β) για τον υπολογισμό του ανωτάτου ορίου των αποδοχών των εργαζομένων στην εναγομένη και των εναγόντων, ειδικότερα, που απαγορεύεται να υπερβαίνουν τις αποδοχές Γενικού γραμματέα Υπουργείου, συνυπολογίζονται και οι αμοιβές για υπερεργασία, υπερωριακή εργασία, απασχόληση τη νύχτα, τις Κυριακές και αργίες, ανεξαρτήτως αν περιλαμβάνονται ή όχι στις τακτικές αποδοχές τους. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που προεκτέθηκαν, ορθά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι οι, ως άνω, διατάξεις του άρθρου 2 ν. 3833/2010 δεν αντίκεινται προς την καθιερούμενη με τα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος αρχή της ισότητας ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης, διότι θεσπίσθηκαν για την εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημόσιου συμφέροντος, ενόψει της σφοδρής δημοσιονομικής και οικονομικής κρίσης, που αντιμετώπιζε η Χώρα. Τα ληφθέντα δε, με τις εν λόγω διατάξεις, μέτρα συνεπάγονται οικονομικές επιβαρύνσεις όλων των εργαζομένων στο δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα και στην εναγομένη ειδικότερα και μάλιστα, χωρίς διάκριση, στο σύνολο των εργαζομένων σ' αυτήν, των οποίων οι πάσης φύσεως αποδοχές, πρόσθετες αμοιβές και απολαβές υπερβαίνουν τις αποδοχές Γενικού Γραμματέα Υπουργείου. Υπό τα παραπάνω δε δεδομένα, δεν τίθεται ζήτημα δυσμενούς μεταχείρισης των εναγόντων, έναντι των επικαλουμένων λοιπών κατηγοριών συναδέλφων τους (που είτε δεν εργάσθηκαν καθ' υπέρβαση του νομίμου και συμβατικού ωραρίου, είτε εργάσθηκαν καθ' υπέρβαση αυτού, αλλά έλαβαν χρονική ανάπαυση), διότι οι ένδικες αποδοχές των εναγόντων δεν περιεκόπησαν αυτοτελώς ως αποδοχές για υπεραπασχόληση, αλλά περιεκόπησαν ως μέρος των συνολικών αποδοχών των εναγόντων, το ύψος των οποίων διαμορφώθηκε με το συνυπολογισμό των πάσης φύσεως αποδοχών, πρόσθετων αμοιβών και απολαβών, στις οποίες, όπως έγινε δεκτό, περιλαμβάνονται και οι αποδοχές για υπεραπασχόληση, κατά το μέρος που αυτές (συνολικές αποδοχές) υπερβαίνουν τις αποδοχές γενικού Γραμματέα Υπουργείου. Σημειώνεται ότι η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες με αρ. 1002/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου έκρινε επί διαφορετικού ζητήματος, ερμηνεύοντας την διάταξη του άρθρου 2 παρ.4 της ΠΥΣ 6/2012 για την κατάργηση επιδομάτων πλην των εκεί αναφερομένων μετά την λήξη της ισχύος σσε ήδη και δεν αφορά την κρινόμενη περίπτωση. Ορθά, επίσης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι οι, ως άνω, διατάξεις του άρθρου 2 ν. 3833/2010 δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, η εν λόγω διάταξη δεν καθιερώνει δικαίωμα του εργαζομένου σε διαρκή λήψη αποδοχών συγκεκριμένου ποσού, σε περιπτώσεις, όπως η προκειμένη, που συντρέχουν λόγοι δημόσιας ωφέλειας. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το, ως άνω, πρώτο σκέλος αυτού, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Β) ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης των άρθρων 648, 649, 653, 659 ΑΚ, καθώς και των άρθρων 10 παρ. 2 και 15 παρ. 3 ΚΚΠ/ΔΕΗ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο διότι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την έρευνα της νομικής βασιμότητας της αγωγής, απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη, όχι όμως με την κρίση ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται αμοιβής για την επικαλούμενη υπεραπασχόλησή τους, ώστε να παραβιάσει με τη μη εφαρμογή τους τις, ως άνω, διατάξεις, αλλά με την κρίση ότι δεν δικαιούνται τις αιτούμενες για την εν λόγω αιτία αποδοχές κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 ν. 3833/2010, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, με το συνυπολογισμό τους, οι αποδοχές των εναγόντων υπερβαίνουν το ανώτατο όριο των αποδοχών Γενικού Γραμματέα Υπουργείου. Επισημαίνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, τον οποίο επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, καθόσον η αγωγή δεν ερευνήθηκε κατ' ουσίαν, αλλά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1935/2017). Περαιτέρω, με το δεύτερο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη τον μη προταθέντα ισχυρισμό ότι οι ένδικες αξιώσεις αποτελούν τακτικές αποδοχές. Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (ΑΠ 531/2018), διότι δεν επιδρά στο διατακτικό της απόφασης, αφού, όπως έγινε δεκτό οι αποδοχές για υπεραπασχόληση συνυπολογίζονται για τον προσδιορισμό του ανωτάτου ορίου αποδοχών που απαγορεύεται να υπερβαίνουν τις αποδοχές Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, ανεξαρτήτως αν αποτελούν ή όχι τακτικές αποδοχές. Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Απορρίπτει την από 21-7-2021 και με αριθ. κατ. 5914/763/21-7-2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 2425/12-5-2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. - Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Σεπτεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ