Αριθμός 660/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αρκουμάνη, για αναίρεση της 53497/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 389/06. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, όπως το τελευταίο συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 § 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η εν λόγω αλληλοσυμπλήρωση προϋποθέτει αναφορά ορισμένων από τα ανωτέρω περιστατικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως και παραπομπή κατά τα λοιπά στο διατακτικό της. Κατά συνέπεια, αν δεν αναφέρεται στο αιτιολογικό κανένα εκ των περιστατικών τούτων, αλλά γίνεται καθολική παραπομπή δι' αυτού στο διατακτικό, δεν πληρούται η απαίτηση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως. Εξάλλου, η αναφορά των περιστατικών αυτών συνίσταται στην έκθεση των εμπιπτόντων στο πραγματικό της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γεγονότων. Τα εν λόγω νομικώς αξιόλογα γεγονότα, περιλαμβάνοντα ιδίως πράξεις, ψυχικές καταστάσεις, φυσικά φαινόμενα, πράγματα, πρόσωπα, σχέσεις τόπου, χρόνου και αιτιότητας και καταστάσεις εν γένει, δεν αρκεί να μνημονεύονται με γενικές και τυποποιημένες φράσεις, που προσήκουν σε κάθε περίπτωση, αλλ' απαιτείται να διαλαμβάνονται οντολογικώς ως ιστορικά γεγονότα, ήτοι εξειδικευμένα κατά τα ατομικά και ιδιαίτερα αυτών γνωρίσματα βιοτικά συμβάντα, με αναφορά τους (έστω και μερικώς στο αιτιολογικό, που θα αλληλοσυμπληρωθεί με το διατακτικό) κατά την ουσία, το ποσόν, το ποιόν, τον τόπο, το χρόνο και τις σχέσεις τους. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αρ. 53.497/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος της παραβάσεως του άρθρ. 79 § 1 του ν. 5.960/1933, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 1 του ν.δ. 1.325/1972, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρ. 84 § 2 ΠΚ και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως δέκα τεσσάρων (14) μηνών, που μετατράπηκε προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Η προσβαλλομένη απόφαση, κατά την περί ενοχής κρίση της, διαλαμβάνει την ακόλουθη κατά λέξη αιτιολογία : "Από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και κατηγορίας, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι, ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος με το ελαφρυντικό του άρθρ. 84 § 2 β ΠΚ". Έτσι, όμως, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν έχει την από τις αναφερθείσες διατάξεις απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό της, ως προκύψαν εκ της αποδεικτικής διαδικασίας, κανένα απολύτως εκ των εμπιπτόντων στο πραγματικό της εφαρμοσθείσας διατάξεως του άρθρ. 79 § 1 του ν. 5.960/1933 γεγονότων, κατά την προεκτεθείσα έννοια. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί αυτή, κατά το βάσιμο, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠοινΔ, πρώτο λόγο της αναιρέσεως, αιτία για την οποία παρέλκει η έρευνα των δεύτερου λόγου αυτής, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο όμως, κατά το άρθρ. 519 του αμέσως ανωτέρω Κώδικος, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως την υπόθεση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αρ. 53.497/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ανωτέρω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ