ΑΡΙΘΜΟΣ 659/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ε. Σ. του Π., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αγαπηνό, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 10130/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 77/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 349 και 501 παρ. 1 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι παρέχεται δικαίωμα στον εκκαλούντα κατηγορούμενο να ζητήσει την αναβολή της δίκης όταν δεν μπορεί να εμφανισθεί στο δικαστήριο και να υποστηρίξει την έφεσή του, λόγω ανωτέρας βίας. Ως ανωτέρα βία νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, το οποίο δεν μπορούσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποτραπεί με μέτρα επιμελείας και συνέσεως. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης λόγω ανωτέρας βίας, κατά το άρθρο 349 ΚΠοινΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική της αιτήσεως αυτής κρίση του. Αν το δικαστήριο απορρίψει το αίτημα αναβολής του εκκαλούντος - κατηγορουμένου χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ακολούθως απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, υποπίπτει στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας και ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 10130/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και τα πρακτικά της, κατά τη δικάσιμο της 12-12-2012, δεν εμφανίσθηκε η εκκαλούσα - κατηγορουμένη, ήδη αναιρεσείουσα, (αλλά εμφανίσθηκε ως άγγελος ο δικηγόρος Δ. Κ., ο οποίος, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο δήλωσε τα εξής: "Η κατηγορουμένη δεν μπορεί να παραστεί σήμερα στο δικαστήριο διότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών σε άλλη υπόθεσή της, η οποία παραγράφεται στο πρώτο εξάμηνο του 2005. Εγώ δεν έχω προλάβει να μελετήσω την δικογραφία και δεν δύναμαι να την εκπροσωπήσω. Επιθυμεί η ίδια να είναι παρούσα στο δικαστήριο και γι' αυτό ζητά την αναβολή της δίκης", παρέδωσε δε την από 11-12-2012 εξουσιοδότησή της η οποία και αναγνώσθηκε. Το αίτημα αυτό αναβολής της δίκης απορρίφθηκε από το ανωτέρω Τριμελές Εφετείο, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, η οποία προηγήθηκε της προσβαλλομένης αποφάσεως και θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται με την τελευταία (άρθρο 504 παρ. 4 ΚΠοινΔ), ακολούθως δε απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση της αναιρεσείουσας. Η αιτιολογία που διέλαβε σχετικώς στην παρεμπίπτουσα απορριπτική αυτή απόφαση έχει κατά λέξη ως εξής: "Το αίτημα της κατηγορουμένης για αναβολή της δίκης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ' ουσία, διότι η παράστασή της ως πολιτικώς ενάγουσας σε άλλο δικαστήριο και η μη μελέτη της κρινόμενης υποθέσεως από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κωνσταντινίδη δεν συνιστούν λόγους ανώτερης βίας που να δικαιολογούν την αναβολή της δίκης". Η αιτιολογία αυτή περιέχει τις σκέψεις με τις οποίες κατέληξε το Δικαστήριο στην κρίση ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο της εκκαλούσας ανωτέρα βία και συνακολούθως περίπτωση αναβολής. Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ πρώτος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως , με τον οποίον υποστηρίζονται από την αναιρεσείοντα τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά δε την απόρριψη του λόγου αυτού πρέπει να απορριφθεί και ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το δικάσαν Εφετείο, με το να απορρίψει ως ανυποστήρικτη την έφεση της αναιρεσείουσας, ενώ δεν είχε απορρίψει αιτιολογημένα το αίτημα αναβολής της δίκης υπερέβη (αρνητικώς) την εξουσία του. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ' ΚΠοινΔ και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο αποστέρησε αυτήν από τα υπερασπιστικά της δικαιώματα διότι, καίτοι, δια του άνω αγγέλου, ζήτησε από το Δικαστήριο, να αναβάλλει, άλλως να διακόψει τη συζήτηση, τούτο δεν ανέβαλε, ούτε διέκοψε, άλλως δεν μετέβαλε την σειρά εκδικάσεως ώστε να αναμένει την περάτωση της άλλης δίκης, όπου αυτή εμφανίσθηκε ως πολιτικώς ενάγουσα, άλλως δεν ερεύνησε την βασιμότητα του αιτήματος της. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπεβλήθη μόνον αίτημα αναβολής, δεν υπεβλήθησαν δε αιτήματα διακοπής και μεταβολής της σειράς εκδικάσεως, αυτή δε η ιδία εκουσίως επέλεξε να μην εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου στο Δικαστήριο και να ασκήσει τα δικαιώματά της προς υποστήριξη της εφέσεως και να υπερασπίσει τον εαυτό της στην ενώπιον του Εφετείου δίκη, ασκώντας τα δικαιώματά της ως κατηγορουμένης, αλλά επέλεξε να ασκήσει παρισταμένη μετά συνηγόρου τα δικαιώματά της ως πολιτικώς ενάγουσα σε άλλη δίκη και να μην εκπροσωπηθεί σε εκείνη την δίκη δια πληρεξουσίου δικηγόρου, η δε μη έρευνα του ουσία βασίμου της αιτήσεως, ήταν αναγκαία λογική συνέπεια της κρίσεως του Δικαστηρίου ότι το υποβληθέν αίτημα δεν ήταν νόμιμο. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-12-2012 αίτηση της Ε. Σ. του Π., κατοίκου ..., για αναίρεση της 10.130/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ