Αριθμός 849/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Θεοδώρας Γκοΐνη), Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε Συμβούλιο δημόσια στο κατάστημά του στις 22 και 29 Μαΐου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου-Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση της εκκαλούσας-εκζητουμένης S. ή S. ή G. A. του S. υπηκόου Ρωσίας, κρατούμενη στις δικαστικές φυλακές Θεσσαλονίκης, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελευθερίας Τσιτάρη, κατά της υπ' αριθμ. 181/2013 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, απορρίπτει ως μη νόμιμο το αίτημα της Ρωσικής Ομοσπονδίας για επανέκδοση της εκκαλούσας, που αναφέρεται στο υπ' αριθμ. 682/5-3-2013 έγγραφο του Υπουργείου Εξωτερικών με τη συνημμένη υπ' αριθμ. 74/1-3-2013 ρηματική διακοίνωση της Πρεσβείας της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Κατά της αποφάσεως αυτής η εκζητουμένη και τώρα εκκαλούσα, άσκησε την με αριθμό 1 και ημερομηνία 27 Μαρτίου 2013 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν και ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης Σουλτάνας Αλμαλιώτου, και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 412/2013. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε την πληρεξούσια δικηγόρο της εκκαλούσας-εκζητουμένης, που ζήτησε τα όσα αναφέρονται στα πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου η οποία πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη έφεση, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 463 ΚΠοινΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Σε κάθε όμως περίπτωση είναι απαραίτητο ο δικαιούμενος να έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση του ενδίκου μέσου. Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως έννομο συμφέρον για την άσκηση του ενδίκου μέσου έχει ο δικαιούμενος να ασκήσει αυτό: α) όταν υφίσταται βλάβη από την προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή όταν επέρχεται εις βάρος του οποιαδήποτε δυσμενής συνέπεια και β) όταν επιδιώκει ορισμένο όφελος από το ένδικο μέσο, δηλαδή όταν επιδιώκει βελτίωση της θέσεως του και γ) το συμφέρον να είναι ατομικό. Σε περίπτωση ελλείψεως εννόμου συμφέροντος το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, ως ασκηθέν από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα (άρθρ. 476 παρ.1 του ΚΠοινΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 451 του ΚΠοινΔ, κατά της οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, με την οποία τούτο γνωμοδοτεί επί αιτήσεως εκδόσεως αλλοδαπού υπηκόου, επιτρέπεται στον εκζητούμενο και στον Εισαγγελέα να ασκήσουν έφεση ενώπιον του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, μέσα σε 24 ώρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως, με τη σύνταξη εκθέσεως από τον γραμματέα Εφετών, στην οποία, όπως και στην έκθεση για κάθε ένδικο μέσο, πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί η κρινόμενη έφεση της εκκαλούσας -εκζητουμένης S. ή S. ή G. A. του S., ρωσίδας υπηκόου, κατά της 181/2013 αποφάσεως (βουλεύματος) του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτό απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα της Ρωσικής Ομοσπονδίας για έκδοση της εκκαλούσας, που αναφέρεται στο αριθμ. 682/5-3-2013 έγγραφο του Υπουργείου Εξωτερικών με τη συνημμένη υπ' αριθμ. 74/1-3-2013 ρηματική διακοίνωση της Πρεσβείας της Ρωσικής Ομοσπονδίας, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως την 27-3-2013 (η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε την 26-3-2013), ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς το παραδεκτό της, δηλαδή αν ασκείται μετ' εννόμου συμφέροντος, αφού η εκκαλούσα με την έφεση επιδιώκει την κατ' ουσία απόρριψη του αιτήματος εκδόσεως. Κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, οι διεθνείς συμβάσεις από την επικύρωση τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ, σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου. Περαιτέρω κατά το άρθρο 436 του ΚΠΔ, οι όροι και η διαδικασία έκδοσης αλλοδαπών εγκληματιών, αν δεν υπάρχει σύμβαση, ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία που δεν προβλέπει η σύμβαση. Τέλος η από 21-5-1981 Σύμβαση δικαστικής αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της άλλοτε Ενώσεως των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον Ν. 1242/1982 και εξακολουθεί να ισχύει τις επόμενες πενταετείς περιόδους από την ημερομηνία θέσεως της σε ισχύ και να έχει εφαρμογή και ως προς τη Ρωσική Ομοσπονδία (ΡΟ), αφού δεν καταγγέλθηκε μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, ορίζει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη, υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 37 και 42 αυτής, υποχρεούνται μετά από αίτηση και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας Συμβάσεως να εκδίδουν αμοιβαίως πρόσωπα που ευρίσκονται στο έδαφος τους, για άσκηση ποινικής διώξεως ή εκτέλεση ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, από τα οποία τα ξενόγλωσσα προσκομίζονται σε επίσημη μετάφραση, σε συνδυασμό και με όσα εξέθεσε η συνήγορος της εκκαλούσης προφορικώς και με το ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου έγγραφο υπόμνημα της, προέκυψαν τα εξής: Με το υπ' αριθμ. 179696/ΦΕΑ 550/4-12-1998 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης διαβιβάστηκε στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης το υπ' αριθμ. 15/3-862-98/11-9-1998 έγγραφο της Γενικής Εισαγγελίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας με το οποίο ζητήθηκε η έκδοση στις δικαστικές αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας της, ήδη εκκαλούσας, Ρωσίδας υπηκόου S. ή S. ή G. A. του S., που γεννήθηκε το έτος 1955 στη Γεωργία και διώκεται, με το από 10-7-1998 βούλευμα του Ανακριτή της Εισαγγελίας περιφέρειας Κρασναντάρ της Ρωσικής Ομοσπονδίας και το από 13-7-1998 ένταλμα συλλήψεως του ίδιου ανακριτή, για αρπαγή ανηλίκων από κερδοσκοπία, για απόπειρα κατ' εξακολούθηση εμπορίου ανηλίκων και παράνομη έξοδο ανηλίκων στο εξωτερικό και για πλαστογραφία με χρήση. Με την υπ' αρ. 1697/2003 απόφαση (βούλευμα) το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεώς της στις δικαστικές αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας, προκειμένου να δικασθεί μόνο για τις πράξεις της αρπαγής ανηλίκων που τελέσθηκε από κερδοσκοπία, απόπειρας κατ' εξακολούθηση εμπορίας ανηλίκων και παράνομης εξόδου ανηλίκων στο εξωτερικό, οι οποίες φέρονται ότι τελέσθηκαν από αυτήν κατά το χρονικό διάστημα από τον Μάιο του 1997 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1997 στη Ρωσική Ομοσπονδία, ενώ για την πράξη της πλαστογραφίας για την οποία επίσης ζητήθηκε η έκδοσή της, δέχθηκε ότι κατά την ελληνική νομοθεσία παραγράφηκε η χρήση πλαστού εγγράφου, αφού από την τέλεση αυτής (Σεπτέμβριος 1997) μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως (Νοέμβριος 2003) παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος των 5 ετών και συνεπώς είχε εξαλειφθεί το αξιόποινο και δεν έπρεπε να γίνει ως προς την πράξη αυτή η έκδοσή της. Στη συνέχεια ασκήθηκε έφεση από την εκζητούμενη κατά της παραπάνω αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και ο Άρειος Πάγος, με την υπ' αριθμ. 293/2004 απόφασή του, απέρριψε την από 28-11-2003 έφεσή της. Παρ' ότι εκδόθηκαν οι παραπάνω αποφάσεις υπέρ της εκδόσεως της εκζητούμενης, το αρμόδιο Τμήμα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, δεν προχώρησε στην έκδοση της σχετικής Υπουργικής Αποφάσεως, η δε Ρωσική Ομοσπονδία με τη συνημμένη 74/1-3-2013 ρηματική διακοίνωση της Πρεσβείας της Ρωσικής Ομοσπονδίας ζήτησε την εκ νέου έκδοση αυτής, για τα αυτά αδικήματα και για την ίδια χρονική περίοδο. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με την εκκαλουμένη υπ' αριθ. 181/26-3-2013 απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα για έκδοση της ανωτέρω, που αναφέρεται στο 682/5-3-2013 έγγραφο του Υπουργείου Εξωτερικών με τη συνημμένη την 74/1-3-2013 ρηματική διακοίνωση της Πρεσβείας της Ρωσικής Ομοσπονδίας, λόγω δεδικασμένου, δεχόμενο ειδικότερα ότι με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 1697/2003 απόφασή του (βούλευμα) που, όπως προαναφέρθηκε, κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της κατ' αυτής εφέσεως με την υπ' αριθμ. 293/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως της εκζητουμένης για τα αυτά αδικήματα φερόμενα ως τελεσθέντα κατά τον ίδιο χρόνο. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα, η εκκαλούσα δεν έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση εφέσεως κατά της υπ' αριθμ. 181/26-3-2013 αποφάσεως, καθ' όσον με αυτή απορρίφθηκε το άνω αίτημα της Ρωσικής Ομοσπονδίας περί εκδόσεώς της, λόγω δεδικασμένου απορρέοντος από την ήδη αμετάκλητη γνωμοδότηση του άνω Συμβουλίου (υπ' αριθμ. 1697/2003 απόφαση), η οποία, δεν δύναται να ανατραπεί με διάφορη δικαστική κρίση στα πλαίσια της προκειμένης διαδικασίας, καθ' όσον η προκειμένη ένδικη διαδικασία δεν φέρει χαρακτήρα ενδίκου μέσου προς ανατροπή της πρώτης γνωμοδοτήσεως, ώστε να δικαιολογείται έννομο συμφέρον για άσκηση εφέσεως, κρίσιμο δε για την ύπαρξη ή μη σχετικού εννόμου συμφέροντος είναι το διατακτικό περί απορρίψεως και όχι η αιτιολογία της απορρίψεως. Συνεπώς η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει ως απαράδεκτη την υπ' αρ. 1/27-3-2013 έφεση της S. ή S. ή G. A. του S., που γεννήθηκε στις 6-1-1955 στη Γεωργία, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενης στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Θεσσαλονίκης κατά της με αριθ. 181/26-3-2013 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει την εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2013. Εκδόθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ