Αριθμός 1613/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό, ο δικηγόρος Σταύρος Τηλικίδης, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ανακάλεσε την από 3-1-2023 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 12-12-2022, σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Καρύστου Ευβοίας, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι καθολικοί διάδοχοι αυτού: 1) Α. Σ. του Ι., κάτοικος ..., 2) Δ. Σ. του Ι., 3) Ι. Σ. του Ι., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-2016 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Ι. Σ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 188/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 126/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-11-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των συνεχιζόντων τη δίκη του αρχικώς αναιρεσίβλητου, ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. [1] Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α, 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται και όταν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, με αποτέλεσμα την ακυρότητα κάθε διαδικαστικής πράξης που ενεργείται μετά από αυτήν και πριν από την επανάληψή της, εκτός αν την ενεργήσει ο διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει είτε εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή είτε και αναγκαστική με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου του, που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου. Έτσι ο θάνατος του διαδίκου που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης εφόσον δεν υπάρχει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 22/2000, ΑΠ 152/2023). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος, Ι. Σ. απεβίωσε στις 12-12-2022, ήτοι μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και τη δίκη επανέλαβαν εκουσίως οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, Α. Σ. του Ι., Δ. Σ. του Ι. και Ι. Σ. του Ι., αναιρεσίβλητοι, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά του Δικαστηρίου, προκύπτει από το με αριθμ. ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου Καρύστου, το με αριθμ. πρωτ. ... πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών, και δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον. Επομένως, νομίμως επαναλήφθηκε, εκουσίως, η προκειμένη δίκη και χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. [2] Με την παραπάνω από 19-11-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 126/14-11-2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 188/2017, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ασκηθείσα από τον Ι. Σ. του Α., αναιρεσίβλητο και ήδη δικαιοπάροχο των ήδη συνεχιζόντων τη δίκη της αίτησης αναίρεσης, αναγνωριστική του επίδικου ακινήτου αγωγή. Η ανωτέρω αίτηση του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε, στις 20-11-2020, στη Γραμματεία του Εφετείου Εύβοιας, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης με αριθμ. 126/14-11-2018 απόφασης, οπότε άρχισε να τρέχει η διετής καταχρηστική προθεσμία μέχρι την παραπάνω (20-11-2020) κατάθεση του δικογράφου, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή, για το λόγο ότι το χρονικό διάστημα από 13.3.2020-31.5.2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7.11.2020 έως 6.4.2021 (5 μήνες), και τριάντα επιπλέον ημέρες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ. α του ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 του ν, 4790/2021, δεν προσμετρώνται (ΑΠ 987/2022, ΑΠ 1128/2022). Επομένως, η αίτηση αναίρεσης η οποία ασκήθηκε και νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 571, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). II. [1] Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) και συντρέχει αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη την αγωγή. Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Ο, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για την θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1283/2022, ΑΠ 115/2022, ΑΠ 1400/2022). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, για να είναι ορισμένη, πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων αναγκαίων στοιχείων, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και δεκτικού δικαστικής εκτίμησης και πρέπει, για το λόγο αυτό, όταν αφορά αντικείμενο, να προσδιορίζεται το αντικείμενο αυτό. Διαφορετικά, το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη, σαφή και δεκτική εκτέλεσης, γι' αυτό η αγωγή, που δεν έχει τα παραπάνω στοιχεία, απορρίπτεται ως αόριστη (ΑΠ 49/2020, ΑΠ 1442/2019). Προκειμένου για αγωγή αναγνωριστική ή διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου, απαιτείται, για να είναι ακριβής η περιγραφή του ακινήτου, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του, να προσδιορίζονται η θέση, τα όρια και ο προσανατολισμός των πλευρών του κατά τρόπον ώστε να μπορεί αυτό να εντοπίζεται επακριβώς και να διαχωρίζεται από τα γειτονικά εδάφη, έστω και αν η έκταση και τα όριά του δεν ανταποκρίνονται ακριβώς στην πραγματικότητα, αφού ο ακριβής προσδιορισμός τους εναπόκειται στο δικαστήριο της ουσίας που αποφαίνεται σχετικά, μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1283/2022, ΑΠ 368/2020, ΑΠ1052/2019). Δεν απαιτείται, όμως. να αναφέρονται στην αγωγή και, κατ' επέκταση στην απόφαση, οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου ούτε και να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο αυτό να εμφαίνεται (ΑΠ 1283/2022, ΑΠ 369/2022, ΑΠ 115/2022). [2] Στην προκείμενη περίπτωση, ο αρχικός ενάγων, Ι. Σ. του Αναστασίου, ήδη δικαιοπάροχος των συνεχιζόντων τη δίκη της αίτησης αναίρεσης, με την αγωγή του, που κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, αφού εξέθετε ότι είναι κύριος ενός αγρού, που βρίσκεται στη θέση "..." της τότε κοινότητας Αγ. Δημητρίου του τέως Δήμου Μαρμαρίου Καρύστου Εύβοιας και νυν της τοπικής κοινότητος Αγίου Δημητρίου της δημοτικής ενότητος Μαρμαρίου του Δήμου Καρύστου Εύβοιας, έχει έκταση κατά μεν τον τίτλο κτήσης τριάντα (30) στρεμμάτων πλέον ή έλαττον, κατά δε το, από τον Μάιο 2010, επισυναπτόμενο στην αγωγή, τοπογραφικό διάγραμμα, υπογραφέντος από τον πολιτικό μηχανικού Γ. Κ., 246.630,80 τ.μ, με στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-14-15-16-17-18-19-1 και συνορεύει γύρωθεν: βόρεια, επί τεθλασμένης πλευράς, 1-2-3 του διαγράμματος, συνολικού μήκους 211,81 μ. με κορυφή "...", ιδιοκτησία Π. Κ. πρώην Γ. Μ., βορειοδυτικά, επί τεθλασμένης πλευράς, 3-4-5-6, συνολικού μήκους 275,36 μ., με ιδιοκτησία κληρονόμων Τ.-πρώην ...), δυτικά, επί τεθλασμένης πλευράς 6-7-8, συνολικού μήκους 208,56 μ., με ιδιοκτησία Ο., νότια επί τεθλασμένης πλευράς, 8-9-10-11-12-13, συνολικού μήκους 748,15 μ., εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε. Α. και εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Δ. Σ., νοτιοανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς, 13-14-15-16-17, συνολικού μήκους 224,31 μ., με ιδιοκτησία Γ. Σ. του Ν. και βορειοανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς, 17-18-19-1, συνολικού μήκους 595,94 μ., με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Γ. Σ. ή Γ. Ι. Σ. Μ., με παράγωγο τρόπο, και δη με το με αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβ/φου Μαρμαρίου Θ. Παπαζαχαρίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς από την αληθή κυρία αυτού Ι. συζ. Σ. Β., αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, και δη έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας συνεχώς εμφανείς πράξεις νομής διανοία κυρίου, προσιδιάζουσες στη φύση και προορισμό του ακινήτου, προσμετρώντας και αυτήν των δικαιοπαρόχων του μέχρι την 23-02-1946, και προγενέστερα, και, επιπροσθέτως, με καλή πίστη, προς τα πίσω για περισσότερο από τριάντα χρόνια πριν το έτος 1915, με συμβ/φικούς τίτλους ειδικής διαδοχής, από το έτος 1862, και, ειδικότερα, με την κατασκευή μαντριού και καλύβας, σπορά με κριθάρι, σιτάρι, βρώμη έχοντας κατασκευάσει πεζούλες και αλώνι, κατασκευή και λειτουργία ασβεστοκάμινου, επιτήρηση φυσικών και κατασκευή οροσήμων, συλλογή καρπών από τα δένδρα, εξόρυξη σχιστολιθικών πλακών, διάνοιξη δρόμων, ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά του στο ανωτέρω ακίνητο, την οποία το εναγόμενο, και ήδη αναιρεσείον, αμφισβήτησε. Μ' αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, διότι το επίδικο ακίνητο προσδιορίζεται πλήρως κατά θέση, εμβαδόν και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, ενώ, επιπλέον, επισυνάπτεται στην αγωγή και τοπογραφικό διάγραμμα, φερόμενο ως υπογραφέν από τον παραπάνω πολιτικό μηχανικό, και, συνεπώς, δεν στερήθηκε, έτσι, της δυνατότητας το εναγόμενο, ήδη αναιρεσείον, να αντιτάξει άμυνα, και ενώ, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν απαιτείται η επισύναψη τοπογραφικού διαγράμματος, ούτε, και τέτοιου συντεταγμένου, με το σύστημα συντεταγμένων ΕΓΣΑ 1987, αφού δεν υπάρχει αμφιβολία για τη θέση και τα όρια του επίδικου ακινήτου. Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας (Εφετείο), που έκρινε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορισμένη την αγωγή του αρχικού ενάγοντος και απέρριψε τον ισχυρισμό-ένσταση του εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί αοριστίας αυτής, την οποία είχε παραδεκτώς επαναφέρει, ως εκκαλούν, με σχετικό λόγο έφεσης στη δευτεροβάθμια δίκη, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη, από τον αρ. 14β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή δεν απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας την αγωγή και ο, από περί του αντιθέτου, διαλαμβανόμενος, πρώτος αναιρετικός λόγος, περί της μη κήρυξης παρά το νόμο απαράδεκτης της αγωγής, είναι αβάσιμος. Λοιπές αιτιάσεις, με τον αυτό παραπάνω λόγο, ότι δεν προκύπτει αν υφίσταται ή όχι ταυτοποίηση των επικαλούμενων τίτλων κυριότητας με το επίδικο ακίνητο, διότι μεταξύ αυτών παρατηρείται, χωρίς προφανή λόγο, σημαντικότατη διαφορά ως προς το εμβαδόν, ότι στην αγωγή γίνεται αόριστη επίκληση της έκτασης των 30 ξάγιων ως 30 στρέμματα, δεν προσδιορίζεται η σχέση μεταξύ ξαγίων και στρεμμάτων δεν ιδρύουν τον από τον αρ. 14β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, διότι δεν καθιστούν αόριστη την αγωγή, αλλά αποτελούν θέμα απόδειξης. III. [1] Κατά τον Οθωμανικό νόμο της 7ης Ραμαζάν 1274 οι γαίες διακρίνονταν σε πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) π.χ. οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες, κ.λ.π., των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ) π.χ. τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση, κλπ, των οποίων η κυριότητα ανήκει στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια) των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού (π.χ. μοναστηριού, νοσοκομείου κλπ), δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μέτρουκε π.χ. δημόσιοι δρόμοι, πλατείες κλπ, οι οποίες ήταν προορισμένες στην κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ) π.χ. βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, αδέσποτα δάση κλπ, οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δε κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο. Μετά την απελευθέρωση με τις διατάξεις των πρωτοκόλλων της 3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά των εν λόγω πρωτοκόλλων των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4.6.1830 και 19.6.1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου, καθώς και της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως διάδοχος στα δικαιώματα του Οθωμανικού Δημοσίου επί της γης. Έτσι, οι δημόσιες γαίες και όσες άλλες ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο, κατά τον προαναφερθέντα οθωμανικό νόμο, περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς όμως από την ανωτέρω διαδοχή να θιγούν τα αποκτηθέντα έως τότε εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα αποκτηθέντα κατά τον ίδιο οθωμανικό νόμο δικαιώματα (τεσσαρούφ) επί των δημοσίων γαιών. Το Ελληνικό Δημόσιο, με τις παραπάνω ρυθμίσεις, απέκτησε, δυνάμει δικαιώματος πολέμου, με αμάχητο τεκμήριο, την κυριότητα μόνον εκείνων των ιδιόκτητων γαιών, οι οποίες, κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του έτους 1821 έως την 3.2.1830, είτε εγκαταλείφθηκαν από τους απελθόντες στο εξωτερικό Οθωμανούς κυρίους τους, οι οποίοι αποχώρησαν και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", περιερχόμενα, κατά το άρθρο 16 αυτού, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως αδέσποτα. Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο στο σύνολο με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικοί τίτλοι, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είτε ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο είτε κατέχονταν μόνο από τους Οθωμανούς, κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, και ή κατέλαβε κατά τη διάρκεια του πολέμου ή, ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατέχονταν πλέον από αυτούς. Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης "τεσσαρούφ", τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημόσιων γαιών, σύμφωνα με το οθωμανικό δίκαιο (ΟλΑΠ 1/2013, ΑΠ 31/2016 ΑΠ 368/2015), ούτε αφορά τα ακίνητα που κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και, ακολούθως, κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο (ταπί, χοτζέτι ή βουγιουρδί-ΑΠ 832/2020, ΑΠ 1354/2014, ΑΠ 52/2014). Με βάση την προαναφερόμενη γενική διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα επί των δημόσιων γαιών, αλλά και της απόκτησης κυριότητας επί των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας "δικαιώματι πολέμου", θεσπίστηκε μαχητό τεκμήριο κυριότητας υπέρ αυτού, σύμφωνα με το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο τεκμαίρεται ότι έχει αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας επί των πιο πάνω κτημάτων με πρωτότυπο τρόπο, αρκεί να επικαλεστεί και να αποδείξει, επί μεν των δημόσιων γαιών, ότι αυτές περιήλθαν στην κυριότητά του, ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, επί δε των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας ότι τις απέκτησε λόγω της κατάληψης ή της δήμευσής τους. Ο τρόπος, όμως, αυτός της απόκτησης κυριότητας θα πρέπει να στηρίζεται στη θετική επίκληση και απόδειξη από το Δημόσιο των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και όχι στην αρνητική επίκληση της όποιας έλλειψης παρουσιάζουν οι τίτλοι που επικαλείται ο ιδιώτης για τη θεμελίωση της δικής του κυριότητας, διότι από την ύπαρξη μιας τέτοιας έλλειψης δεν τεκμαίρεται η ύπαρξη κυριότητας του Δημοσίου (ΑΠ 368/2015). Ανάλογο τεκμήριο κυριότητας θέσπιζε και το άρθρο 1 του β.δ. της 3/15-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που αφορά, όμως, τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν, και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσης στο μέλλον τα ακίνητα αυτά (ΑΠ 1919/2014, ΑΠ 1810/2009). Όμως, για τα οθωμανικά κτήματα που βρίσκονται στην περιοχή Αττικής και της Εύβοιας, δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού οι περιοχές αυτές δεν κατακτήθηκαν με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκαν στο Ελληνικό Κράτος στις 31-3-1833, με βάση την από 27-6/9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης και, κατόπιν σχετικών συμφωνιών, μεταξύ των ελληνικών και των τουρκικών αρχών, ενώ, ειδικά, η Εύβοια παραδόθηκε από τις τουρκικές αρχές του νησιού στην ελληνική κυβέρνηση, με την υποχρέωση όμως, που περιλήφθηκε στο από 3-2-1830 Πρωτόκολλο του Λονδίνου, ως όρος, να αγορασθούν τα τουρκικά κτήματα από το Ελληνικό Κράτος, δυνατότητα, ωστόσο, την οποία δεν είχε το τελευταίο, με αποτέλεσμα να τα αγοράσουν, ύστερα από υπόδειξη της Κυβέρνησης, Έλληνες και ξένοι κεφαλαιούχοι, ώστε να περιληφθεί η Εύβοια στα σύνορα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους (ΑΠ 592/2021, ΑΠ 1029/2021, ΑΠ 590/2019). Επομένως, αν πρόκειται για αμφισβητούμενα μεταξύ ιδιωτών και Ελληνικού Δημοσίου ακίνητα που βρίσκονται στην περιφέρεια της νήσου Εύβοιας, το τελευταίο μπορεί να προτείνει δική του κυριότητα, ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου, δυνάμει των παραπάνω πρωτοκόλλων και διεθνούς σύμβασης, όχι όμως, και δυνάμει κατάληψης αυτών ως πολεμικής λείας, με άσκηση δικαιώματος πολέμου και, στη συνέχεια, δήμευσης (ΑΠ 832/2020, ΑΠ 773/2020, ΑΠ 368/2015). Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του β.δ. της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες, πριν από τον αγώνα για την ανεξαρτησία, κατέχονταν νόμιμα από ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί οθωμανικοί τίτλοι "ιδιοκτησία" θα αναγνωρίζονταν από τη Γραμματεία των Οικονομικών, κατόπιν υποβολής τους, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος που είχε ισχύ νόμου. Προϋπόθεση, όμως, του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του διατάγματος. Δάσος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται, ολικά ή μερικά, από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους, που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν. ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών" και που επαναλήφθηκε από τότε σε όλους τους μεταγενέστερους σχετικούς νόμους, διευρυνόμενος ως προς τον δασικό χαρακτήρα των εδαφών και τις λειτουργίες που επιτελούνται απ' αυτά, δηλαδή την προσθήκη, πέραν της οικονομικής, οικολογικής λειτουργίας τους, και, συγκεκριμένα, στις διατάξεις των άρθρων 57 του ν. 3077/1924 "περί Δασικού Κώδικος", 45 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκε, 1 του ν.δ. 86/1969 κα 3 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 3208/2003. Τέλος, κατά το προϊσχύσαν δίκαιο και ειδικότερα, το άρθρο 2 παρ.1 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", το άρθρο 16 του από 21.06/03.07.1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων", τα οποία διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ, όπως και κατά το άρθρο 972 του ΑΚ, τα αδέσποτα ακίνητα, δηλαδή εκείνα, τα οποία μπορεί να εξουσιάσει ο άνθρωπος, αλλά δεν υπάρχει κύριος αυτών, ανήκουν στο Δημόσιο, έστω και αν επ' αυτών ουδεμία πράξη νομής ενήργησε. Το Δημόσιο, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, αποκτά πρωτοτύπως κυριότητα και, συγχρόνως, με την κυριότητα αποκτά αυτοδικαίως και τη νομή του ακινήτου, ανεξαρτήτως αν έλαβε τη φυσική εξουσία αυτού ή αν ενήργησε πάνω σ' αυτό πράξεις διακατοχής (ΑΠ 1527/2022, ΑΠ 419/2020, ΑΠ 8/2019). Περαιτέρω, στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα εθνικά δάση, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3), ν. 7 6 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου που έχουν εφαρμογή, κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ. για το χρόνο πριν από την έναρξη ισχύος του ΑΚ, δηλαδή μετά από άσκηση νομής πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" (άρθρο 51 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που προεκτέθηκαν, και επί των εθνικών δασών και δημοσίων κτημάτων, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επ' αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915: όπως τούτο προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν. ΔΞΗ71912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 19-9-1915 μέχρι και της 16ης-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας δημοσίων κτημάτων". Με βάση τις διατάξεις αυτές, οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 53 ΕισΝΑΚ), έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού, άρα και η χρησικτησία πάνω σε αυτά (ΟλΑΠ 75/1987, ΑΠ 719/2015, ΑΠ 479/2015, ΑΠ 1919/2014). Επί κτήσης κυριότητας δασικής έκτασης με έκτακτη χρησικτησία, η οποία συμπληρώθηκε μέχρι και τις 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή οι μεταγενέστερες διατάξεις α) του άρθρου 117 του ν. 3077/1924 "περί Δασικού Κώδικος" και του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του αν.ν. 1539/1938 και το άρθρο 16 του αν.ν. 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 περί "Δασικού Κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι στα δημόσια εν γένει δάση θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτών καμία πράξη νομής και ότι μόνη η βοσκή σε δημόσιο δάσος δεν θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής και μόνη η ύπαρξη οποιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθ' εαυτήν διακατοχική πράξη (ΑΠ 1228/2021, ΑΠ 447/2021, ΑΠ 479/2015) και β) των άρθρων 2, 4 και 37 του αν.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 53 ΕισΝΑΚ), κατά τις οποίες τα ακίνητα που ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου είναι ανεπίδεκτα νομής εκ μέρους τρίτου ή χρησικτησίας (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 1919/2014, ΑΠ 1445/2011). Κατά το οθωμανικό δίκαιο οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν σε δάση, που ανήκαν, κατά κανόνα, κατά κυριότητα στο Οθωμανικό Δημόσιο, δικαίωμα εξουσίασης (οιονεί επικαρπίας) με "ταπί", δηλαδή επίσημο τίτλο παραχώρησης, που εξέδιδε υπάλληλος του Οθωμανικού Δημοσίου (ΑΠ 447/2021, ΑΠ 241/2021, ΑΠ 832/2020). Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.09.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 1187/2022, ΑΠ 385/2021, ΑΠ 284/2021). Άσκηση νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητάς του με έκτακτη χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ1 αυτό πράξεις του ενάγοντος, καθώς και των δικαιοπαρόχων του, όπου απαιτείται, προς συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσίασής του με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχουν δικό τους, ενώ, όπως συνάγεται από τους ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.3), ν. 25 Πανδ. (24.1), ν. 27 Πανδ. (18.1), ν. 10,13 παρ. 1, 17,48 Πανδ. (41.3), ν. 5 Πανδ. (41.7), ν. 3 Πανδ. (41.10), ν. 7 παρ. 6 Πανδ. (41.4), ν. 109 Πανδ. (50.16), καλή πίστη αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα του κυρίου και τη συνδρομή αυτής, ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικά από τα περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα (ΑΠ 1340/2021, ΑΠ 1589/2021, ΑΠ 1495/2021). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 974 ΑΚ προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή, η βούληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου (animus domini) και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (corpus). Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής. Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις των 976, 1045 και 1051 ΑΚ προκύπτει ότι υπό την ισχύ του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή, η οποία μπορεί να είναι και άτυπη, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (ΑΠ 764/2022, ΑΠ 304/2020). [2] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021). Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 186/2023, ΑΠ 1583/2022). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1142/2022, ΑΠ 34/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 50/2020). Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο από τον αρ. 19 του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, δηλαδή η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών και δ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1976/2022, ΑΠ 793/2015). Δεν αρκούν, όμως, οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 1659/2022, ΑΠ 286/2016, ΑΠ 148/2008), ενώ η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1940/2022) ούτε με αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 1976/2022). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 262/2023, ΑΠ 1142/2022, ΑΠ 1028/2021). III. [1] Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη νόμιμης βάσης, και, ειδικότερα, επικαλούμενο ότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, από τους απώτατους και απώτερους δικαιοπαρόχους του αρχικού αναιρεσιβλήτου, με παραβίαση των διατάξεων των άρθρων του β.ρ.δ. περί χρησικτησίας, για το χρονικό διάστημα ισχύος αυτού πριν την εισαγωγή του Α.Κ., με αποτέλεσμα το καταληκτικό πόρισμα ότι ο αρχικός αναιρεσίβλητος κατέστη κύριος με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο του επίδικο ακινήτου, είναι, κατά πλειοψηφίαν, απαράδεκτος, λόγω αοριστίας 1) διότι δεν αναφέρονται οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν και μάλιστα, ενάριθμα, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενώ μόνη μνεία περί παραβίασης των διατάξεων του β.ρ.δ. περί έκτακτης χρησικτησίας δεν αρκεί και 2) διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης, διότι δεν αρκούν οι αναφερόμενες στο αναιρετήριο περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν του αναιρεσείοντος αποσπασματικές παραδοχές αυτής, και οι παραπάνω αοριστίες δεν μπορούν να καλυφθούν ούτε με αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση. Η αιτίαση, με τον αυτό παραπάνω λόγο, ότι δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογία ως προς τη συνδρομή της με καλή πίστη άσκησης πράξεων εμφανών πράξεων νομής διανοία κυρίου από τους απώτατους και απώτερους δικαιοπαρόχους του αρχικού αναιρεσιβλήτου, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλουν οι προαναφερθέντες κατ' ουσίαν το δικαίωμα του κυρίου και τη συνδρομή αυτής, ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής από τα συντρέχοντα πραγματικά περιστατικά, οι οποίες δεν ελέγχονται αναιρετικά, και, συνεπώς, είναι απαράδεκτος. Ένα μέλος του Δικαστηρίου, και, συγκεκριμένα, η Εισηγήτρια-Αρεοπαγίτης Αγαθή Δερέ, είχε την άποψη ότι ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου ο οποίος φέρεται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση του από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, προκειμένου να ελεγχθεί η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι προβλεπόμενου από το άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, στην περίπτωση που δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, επιτρέπεται να συμπληρωθεί από τον Εισηγητή της υπόθεσης. Και, τούτο, διότι από τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου γνωρίζει και εφαρμόζει το νόμο αυτεπάγγελτα, και, συνεπώς, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) με βάση τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, ως προς το επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα συγκεκριμένο σφάλμα του δικαστηρίου ουσίας, είτε περί την ερμηνεία (ψευδής ερμηνεία) είτε περί την εφαρμογή (εσφαλμένη εφαρμογή), προκύπτει ο κανόνας που παραβιάστηκε επιτρέπεται ο Εισηγητής να συμπληρώσει, έστω και αυτεπάγγελτα, τον παραβιασθέντα ουσιαστικού δικαίου κανόνα (πρβλ. για την περίπτωση του άρθρου 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, ΑΠ 25/2019, ΑΠ 1037/2019, ΑΠ 1139/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη μη κρατήσασα άποψη, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, ως προς την κτήση κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου από τους απώτατους και απώτερους δικαιοπαρόχους του αρχικού αναιρεσιβλήτου, κατά παράβαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, κτήσης κυριότητας από τους απώτατους και απώτερους δικαιοπαρόχους του αρχικού αναιρεσιβλήτου, με έκτακτη χρησικτησία από το έτος 1862 έως 11-09-1915, και στη συνέχεια μέχρι την εισαγωγή στις 23-02-1946 του Α.Κ., και, συνεπώς, και την κτήση κυριότητας από τον αναιρεσίβλητο με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο έκτακτης χρησικτησίας, επικαλούμενο ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι: 1) αν και διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αρχικός αναιρεσίβλητος και οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι αυτού, στο γόνιμο μέρος του επίδικου ακινήτου, δέκα στρεμμάτων, καλλιεργούσαν ζωοτροφές και σιτηρά, και στο μεγαλύτερο άγονο μέρος αυτού, έβοσκαν τα ποίμνιά τους, όπου και είχαν κατασκευάσει μαντριά και καλύβι για τις τυροκομικές εργασίες, το οποίο σώζεται, καθώς και πεζούλες, τοιχεία και ξερολιθιές για απάγκιο, μερικώς σωζόμενα μέχρι και σήμερα, περισυνέλλεγαν τους καρπούς από τα δένδρα που υπήρχαν (αχλαδιές), ενώ είχαν φτιάξει και αλώνι που λειτούργησε μέχρι το έτος 1960, καθώς και ασβεστοκάμινο, που λειτούργησε μέχρι το έτος 1950 και το οποίο επίσης σώζεται, και β) ότι στο από 2010 τοπογραφικό διάγραμμα αποτυπώθηκε η επίδικη έκταση 246.630,80 τ.μ. σημειώνονται το παλαιό ασβεστοκάμινο, παλαιό λιθόκτιστο καλύβι, στρούγκα, πεζούλι, και ο τοίχος ξερολιθιάς, δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση: αα) η ακριβής θέση-της γόνιμης έκτασης, κατά θέση και όρια, ενιαία ή διάσπαρτη, ββ) δεν προσδιορίζεται η ακριβής θέση, κατά όρια της άγονης έκτασης, ενιαία ή διάσπαρτη όπου έβοσκαν τα ποίμνια τους και είχαν κατασκευές και ποιες από τις προαναφερθείσες, τριάντα έτη πριν την 11-09-1915, και μεταγενέστερα μέχρι την 23-02-1946, 2) αν και διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο Ε. Σ., απώτατος δικαιοπάροχος του ενάγοντος-δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, στον οποίο επήλθε η νομή με ειδική διαδοχή, με το με αριθμ. 5369/1862 προικοσύμφωνο του συμβ/φου Καρύστου Γ. Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ως προικώο από τον πατέρα του, Γ. Σ., αγρός τριών (3) ξαγίων, τα οποία συνένωσε με αγρό εικοσιεπτά (27) ξαγίων, που ανήκαν σ' αυτόν, και απέκτησε αγρό τριάντα (30) ξαγίων δεν διαλαμβάνεται ο τρόπος με τον οποίο είχε περιέλθει η νομή των εικοσιεπτά (27) ξαγίων σ' αυτόν, και η ακριβής θέση αυτών, 3) αν και διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος του Δ. Σ. ασκούσε πράξεις νομής διανοία κυρίου επί της περιελθούσας σ' αυτόν, από τη διανομή, με το με αριθμ. ... συμβόλαιο διανομής, που μεταγράφηκε νόμιμα, έκτασης, ήτοι το 1/2 των τριάντα ([27 + 3] ξαγίων, και καθένας από τους επόμενους του προαναφερθέντος ασκούσαν πράξεις διανοία κυρίου επί της μεταβιβασθείσας με το αντίστοιχο συμβόλαιο, κατά σειρά διαδοχής, στην έκταση των τριάντα (30) στρεμμάτων (έγγιστα 3579/1936, έγγιστα 3579/1941, όσης έκτασης 3579/1968) δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά εξαιτίας των οποίων τα τριάντα στρέμματα ή όσης έκτασης αντιστοιχίζονται, σε επόμενο συμβ/φικό τίτλο, ως παραδρομή των τριάντα στρεμμάτων σε τριάντα ξαγίων και όχι δεκαπέντε ξαγίων, μετά την ανωτέρω διανομή το έτος 1919, 5) αν και διαλαμβάνεται ότι δεν μπορούσε να γίνει αντιστοιχία ξαγίων και στρεμμάτων διαλαμβάνει ότι τα έτη 1999 και 2000 συντάχθηκαν τα τοπογραφικά διαγράμματα από τον μηχανικό Γ. Κεραστάρη, αποτυπώνοντας το επίδικο σε 246.644 τ.μ. και 246.630,80 τ.μ, αντίστοιχα, καθώς και άλλα τοπογραφικά, χωρίς να διαλαμβάνει αν προσδιορίζεται σ' αυτά, κατά θέση, έκταση και όρια η θέση της γόνιμης και της άγονης περιοχής και των κατασκευών από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου μέχρι την 11-9-1915, και μεταγενέστερα, ενώ δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο χρόνος κατασκευής όλων των διαλαμβανόμενων σ' αυτήν κατασκευών, με εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1 της 7ης Ραμαζάν 1274, του ΒΡΔ για τη χρησικτησία, ήτοι ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3), ν. 7 6 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), άρθρ. 51, 53 ΕισΝΑΚ, 974, 1045, 1033 ΑΚ, με τις οποίες διατάξεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου, επιτρεπτά, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, συμπληρούται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ενόψει ότι διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες για τον παραπάνω λόγο παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφαση, και, συνεπώς, κατά τη μη κρατούσα άποψη έπρεπε να κριθεί παραδεκτός ο παραπάνω λόγος, ο οποίος, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, προκύπτει, κατά τη μη κρατήσασα άποψη, ως βάσιμος. [2] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη (ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 111/2023, ΑΠ 1530/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, ο από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα, άλλως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη αυτά, τα οποία, ως εκκαλούν νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε, στο Εφετείο, για την απόδειξη αντίστοιχου λόγου έφεσής της, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και δη ως προς το χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου ως βραχώδους-χορτολιβαδικής έκτασης του άρθρου 3 παρ. 3 του ν. 998/1979, που ανήκει στο αναιρεσείον, και, ειδικότερα: α) το με αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο απόψεων του Δασαρχείου Αλιβερίου, β) την από 05-03-2012 έκθεση του δασολόγου του Δασαρχείου Αλιβερίου, Α. Μ., γ) το με αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο του Δασαρχείου Αλιβερίου και δ) τη με αριθμ. πρωτ. ... απόφαση κήρυξης αναδάσωσης της Γ. Γ. της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας-Στ. Ελλάδος είναι αβάσιμος. Και, τούτο, διότι από τη σχετική βεβαίωση του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ήτοι "Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση υπό του εφεσιβλήτου ήδη δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, υπ' αριθμ. 63, 64 και 65/18-10-2016 ένορκες βεβαιώσεις των Κ. Θ., Κ. Ψ. και Χ. Λ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Καρύστου, και απ' όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και οι ληφθείσες στα πλαίσια έτερης δίκης και χρησιμεύουσες ως δικαστικά τεκμήρια ... αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ...", με μνεία και αξιολόγηση της ως άνω από 05-03-2012 έκθεσης, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία όλων και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα από το αναιρεσείον ως αγνοηθέντα, άνω αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, ο, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος, με τον οποίο το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη νόμιμης βάσης, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της φύσης του επίδικου ακινήτου ως δημόσιας δασικής έκτασης, είναι απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο διαλαμβάνονται αποσπασματικές κατ' επιλογήν του αναιρεσείοντος παραδοχές για το κρίσιμο ζήτημα. Κατ' ακολουθίαν, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, κατά πλειοψηφίαν. Επίσης, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματος τους, στο αναιρεσείον, λόγω της ήττα του (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-11-2020 αίτηση του Ι. Σ. του Α., τη δίκη του οποίου συνεχίζουν οι Α. Σ., Δ. Σ. και Ι. Σ. κατά της με αριθμ. 126/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας. Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των συνεχιζόντων τη δίκη-αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28-6-2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ