Αριθμός 970/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γεωργίου Μπίσια του Ηλία, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Κλουκίνα αναφορικά με την αίτηση αναίρεσης και από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Θεμιστοκλή Κλουκίνα και Νικολάου Γερασίμου αναφορικά με τους προσθέτους λόγους, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Τ. του Δ., 2) Ε. Τ. του .., κατοίκου ..., και 3) εταιρίας με την επωνυμία «S. S. M. «L., που εδρεύει, κατά το καταστατικό της στη …της…, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Ι. Κ., κάτοικο .... Ο πρώτος απεβίωσε, σύμφωνα με το πρακτικό με αριθμό 24/2022 του δικαστηρίου τούτου. Η δεύτερη παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Διονύσιο Φιλιππόπουλο και Ευάγγελο Μάλλιο, οι οποίοι δήλωσαν ότι τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι: α) Α. Γ., χήρα Γ., β) Δ. Τ. του Κ. και γ) Ε. Τ. του Κ.. Η. πρώτη (Α. Γ.) εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Φιλιππόπουλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, ο δεύτερος (Δ. Τ.) εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Πλάτωνα Νιάδη και Ευάγγελο Μάλλιο και η τρίτη (Ε. Τ.) παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Πλάτωνα Νιάδη και Ευάγγελο Μάλλιο, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις. Η τρίτη αναιρεσίβλητη εταιρεία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 141/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 6666/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν αναιρέσεις και εκδόθηκαν οι 598/2017 και 599/2017 αποφάσεις του Αρείου Πάγου που την αναίρεσαν και παρέπεμψαν την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο. Κατόπιν των αποφάσεων αυτών εκδόθηκε η 4.100/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-12-2019 αίτηση του καθώς και τους από 20-1-2021 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων και των δικαιοπαρόχων του πρώτου, την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ.β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ` αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ` αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ` αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 322/2016, ΑΠ 97/2015, ΑΠ 162/2012). Διαφορετικά, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ` αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ` αυτή διαδίκου (ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 1258/2020, ΑΠ 1507/2014, ΑΠ 712/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσδιορίσθηκε προς συζήτηση, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος για τη δικάσιμο της 23.2.2021. Κατά την ανωτέρω αρχική δικάσιμο (23.2.2021), ανεστάλη η συζήτηση και με πράξη της Προέδρου του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, ορίστηκε αυτεπαγγέλτως νέα δικάσιμος η 14.9.2021 και γράφηκε από τον γραμματέα στο οικείο πινάκιο, εγγραφή που ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 παρ.2 και 3 του ν.4790/2021 σε συνδυασμό με το άρθρο 26 του ν.4792/2021. Ακολούθως, κατά την ανωτέρω δικάσιμο (14.9.2021) αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για τις 10.5.2022. Κατά τη δικάσιμο αυτή (10.5.2022), όπως προκύπτει από τα 34/2022 πρακτικά συνεδρίασης του Αρείου Πάγου, η τρίτη των αναιρεσιβλήτων εταιρεία με την επωνυμία «S. S. M. «L. εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μάλλιο, ενώ η συζήτηση τη υπόθεσης, μετά από δήλωση του ανωτέρω πληρεξουσίου δικηγόρου περί βίαιης διακοπής της δίκης, λόγω θανάτου του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, Π. Τ., ο οποίος απεβίωσε στις 14.8.2021, αναβλήθηκε εκ του πινακίου για τις 14.2.2023. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίσθηκε η τρίτη αναιρεσίβλητη εταιρεία, η οποία ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της (άρθρο 573 παρ.1 και 242 παρ.2 ΚΠολΔ). Ωστόσο η συζήτηση της υπόθεσης θα χωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, δεδομένου ότι η απολειπόμενη τρίτη αναιρεσείουσα εταιρεία είχε νόμιμα παραστεί κατά την προηγούμενη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση εκ του πινακίου, οπότε με τη νόμιμη παράστασή της, χωρίς εναντίωσή της καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής της για την αρχική δικάσιμο. Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α', 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1857 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο απόσπασμα της από 16.8.2021 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου … και των …/2.9.2022 και …/4.4.2022 πιστοποιητικών του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ο πρώτος αναιρεσίβλητος, Π. Τ., απεβίωσε στις 14.8.2021, ήτοι μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 17.12.2019, χωρίς να αφήσει διαθήκη, κατέλειπε δε, όπως προκύπτει από το …/8.9.2021 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου… , πλησιέστερους συγγενείς και μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, την αδελφή του Α. χα Γ. Γ., τον ανιψιό του Δ. Τ. του … και την ανιψιά του Ε. Τ. του Κων/νου, που δεν αποποιήθηκαν την κληρονομία του. Επομένως, νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, οι ανωτέρω κληρονόμοι του αρχικού διαδίκου δήλωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (βλ. τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου) το θάνατο του εν λόγω πρώτου αναιρεσίβλητου και την εκούσια, στο όνομά τους και κατά το ποσοστό της εξ αδιαθέτου κληρονομικής μερίδας εκάστου, επανάληψη της βιαίως εκ του λόγου αυτού διακοπείσας δίκης. Κατόπιν τούτου και αφού δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα η ιδιότητα των ανωτέρω προσώπων ως κληρονόμων του θανόντος αναιρεσίβλητου κατά τα ως άνω ποσοστά, η διακοπείσα δίκη νομίμως και παραδεκτώς συνεχίζεται από αυτούς, κατά τα ανωτέρω. Η από 16.12.2019 αίτηση του ενάγοντος για αναίρεση της 4100/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ` ουσία την από 14.10.2013 έφεσή του (ενάγοντος) και δέχτηκε κατ' ουσία την από 2.10.2013 έφεση των εναγομένων κατά της 141/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε αυτήν και απέρριψε την από 21.12.2010 αγωγή, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Εξάλλου, ο αναιρεσείων άσκησε τους από 20.1.2021 παραδεκτούς και εμπρόθεσμους πρόσθετους λόγους αναίρεσης (ΚΠολΔ 569), δεδομένου ότι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (βλ. την 8/20.1.2021 κατάθεση πρόσθετων λόγων της Γραμματείας του Αρείου Πάγου) και επιδόθηκαν στους καθ' ων οι πρόσθετοι λόγοι πριν από την ίδια ανωτέρω προθεσμία (βλ. τις 234, 235 και 236/21.1.2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Θ. Α.). Πρέπει επομένως, κατ' άρθρ. 246 ΚΠολΔ, να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' επιτρεπτή (ΚΠολΔ 561 παρ.2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της παρακάτω διαδικαστικής πορείας της ένδικης υπόθεσης: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 21.12.2010 αγωγή του εξέθετε ότι είναι δικηγόρος και οι πρώτος και δεύτερη των εναγομένων, ασκούντες εν τοις πράγμασι τη διαχείριση της τρίτης (μετά την παραίτηση από το δικόγραφο ως προς τον δεύτερο εναγόμενο Γ. Τ. στον πρώτο βαθμό) εναγομένης ναυτιλιακής εταιρείας, τον Ιούνιο 2001 του ανέθεσαν τον δικαστικό και εξώδικο χειρισμό της διαφοράς της εν λόγω εναγομένης με την αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «D. M. «I. από την επισκευή του πλοίου ..Α1.. αποκλειστικής κυριότητας της ανωτέρω εναγομένης μέχρι την τελική περαίωση της υπόθεσης καθώς και τη διεκπεραίωση της λύσης της εταιρείας «Α.- Τ., Ν. Κ. Ξ. Ε. Π. «Ε. και της μεταβίβασης ενός ακινήτου της, επιφυλαχθέντων των μερών ως προς την αμοιβή των υπηρεσιών του. Ότι τον Ιούλιο 2005, επήλθε καθορισμός της αμοιβής του σε 100.000 ευρώ, η οποία θα του καταβαλλόταν μόλις οι εναγόμενοι εισέπρατταν το τίμημα από την πώληση του ακινήτου της εταιρείας «Α.- Τ., Ν. Κ. Ξ. Ε. Π. «Ε.. Ότι μη εκπληρωθείσας της συμβατικής υποχρέωσης περί καταβολής της αμοιβής, τον Οκτώβριο 2007 συμφωνήθηκε να του καταβάλουν ως αμοιβή το ποσό των 85.000 ευρώ, εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημερομηνία της συμφωνίας αυτής και σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής, να του καταβάλουν ολόκληρο το ποσό των 100.000 ευρώ, πλην όμως δεν τήρησαν την συμφωνία αυτή, την οποία στο μεταξύ είχαν αποτυπώσει εγγράφως μ ημεροχρονολογία 1.11.2007. Ζητούσε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να του καταβάλουν το ποσό των 100.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 1.1.2006, ημερομηνία περαίωσης των δικηγορικών εργασιών, άλλως από 12.11.2007, ημερομηνία κατά την οποία οι εναγόμενοι αναγνώρισαν το χρέος τους, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 141/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ματαιωθείσα η συζήτηση ως προς τον δεύτερο εναγόμενο Γ. Τ., απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αγωγή ως προς την εναγομένη ναυτιλιακή εταιρεία, ελλείψει παθητικής νομιμοποίησής της και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς τους λοιπούς εναγόμενους και υποχρεώθηκαν αυτοί να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 85.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της ανωτέρω οριστικής απόφασης ασκήθηκαν α) η από 14.10.2013 έφεση του ενάγοντος. β) η από 2.10.2013 έφεση των πρώτου, δεύτερης και τρίτης των εναγομένων και γ) οι από 1.8.2014 πρόσθετοι λόγοι έφεσης των αμέσως ανωτέρω εναγομένων. Επί των ανωτέρω εφέσεων και πρόσθετων λόγων εκδόθηκε η 6666/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσία την από 14/10/2013 έφεση του ενάγοντος, απέρριψε κατ' ουσία την από 2.10.2013 έφεση των ανωτέρω εναγομένων, ως προς τον πρώτο εξ αυτών, δέχτηκε κατ' ουσία την αμέσως ανωτέρω από 2.10.2013 έφεση ως προς την δεύτερη των εφεσιβλήτων-εκκαλούντων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τις διατάξεις της που αφορούν την εν λόγω διάδικο, απέρριψε την αγωγή ως προς αυτήν ως απαραδέκτως ασκηθείσα και απέρριψε ουσία την έφεση ως προς τον πρώτο των εφεσιβλήτων-εκκαλούντων. Ακολούθως, ασκήθηκε κατά της ανωτέρω 6666/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η από 17.3.2015 αίτηση αναίρεσης των πρώτου και τρίτης των εναγομένων, επί της οποίας εκδόθηκε η 598/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε απαράδεκτη την αίτηση αναίρεσης ως προς την ως άνω εναγομένη εταιρεία και δεχόμενη ότι η απόφαση του Εφετείου υπέπεσε στις από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 211, 871 ΑΚ και 91 παρ.1 του Κώδικα Δικηγόρων, αναίρεσε την απόφαση ως προς τον πρώτο εναγόμενο και παρέπεμψε την υπόθεση, κατά το πιο πάνω μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση. Επίσης, ασκήθηκε κατά της ανωτέρω 6666/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και η από 4.9.2015 αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος κατά της δεύτερης εναγομένης, επί της οποίας εκδόθηκε η 599/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία, δεχόμενη ότι η ανωτέρω απόφαση υπέπεσε στις από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες για ευθεία και εκ πλάγιου παράβαση των διατάξεων των άρθρων 211, 713 ΑΚ και 91 παρ.1, 92 παρ.1, 98 επ., 100, 123, 167 και 168 του Κώδικα Δικηγόρων, όσον αφορά την κατάρτιση σύμβασης εντολής μεταξύ του ενάγοντος και της Ε. Τ. (αναιρεσίβλητης) αναίρεσε την απόφαση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της μέρος και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος αυτό. Ακολούθως, κατόπιν της άσκησης της από 16.10.2017 κλήσης των Π. και Ε. Τ. και της εταιρείας με την επωνυμία «S. S. M.L.», με την οποία επαναφέρθηκαν προς συζήτηση οι ανωτέρω εφέσεις, εκδόθηκε η 4100/2019 προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 14.10.2013 έφεση του ενάγοντος, δέχτηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την από 2.10.2013 έφεση των πρώτου, δεύτερης και τρίτης των εναγομένων, εξαφάνισε την 141/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απέρριψε την αγωγή. Κατά τη διάταξη του άρθρου 91 παρ. 1 του ν.δ.3026/1954 "Κώδικας περί Δικηγόρων", όπως ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο, "Ο Δικηγόρος δικαιούται να λάβει παρά του εντολέως αυτού, πλην της δαπάνης δικαστηριακής ή άλλης την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε και αμοιβήν δια πάσαν εργασίαν αυτού δικαστικήν ή εξώδικον", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 92 παρ.1 του ίδιου Κώδικα (όπως ισχύει μετά την προσθήκη του εδ.β` αυτής με το άρθρο 5 παρ. 3 του ν.δ.4272/1962 και την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 του ν.1093/1980), "Τα της αμοιβής του Δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνίαν μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου του, περιλαμβάνουσαν είτε την όλην διεξαγωγήν της δίκης είτε μέρος ή κατ` ιδίαν πράξεις αυτής ή άλλης πάσης φύσεως νομικάς εργασίας, εν ουδεμιά όμως περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των εν άρθρ. 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων αυτής. Πάσα συμφωνία περί λήψεως μικροτέρας αμοιβής είναι άκυρος". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνο στην προστασία του δικηγόρου ως εργαζόμενου αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους του, ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, συνάγεται ότι η αμοιβή του δικηγόρου, ως άμισθου δημόσιου λειτουργού, που έχει την αντιπροσώπευση και υπεράσπιση του εντολέα του ενώπιον των δικαστηρίων και κάθε αρχής, κανονίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέως του, ανεξάρτητα αν είναι διάδικος, ή του αντιπροσώπου του, η οποία μπορεί να αφορά μία μόνο κατ` ιδίαν πράξη ή το σύνολο των πράξεων που αφορούν συγκεκριμένη υπόθεση (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 957/2014, 1309/2012). Η σύμβαση μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του, με την οποία ο δεύτερος αναθέτει στον πρώτο το δικαστικό ή εξώδικο χειρισμό μιας υπόθεσής του και αναλαμβάνει την υποχρέωση να του καταβάλει για το σύνολο των ενεργειών του ορισμένη αμοιβή είναι καθαρά και δεν τελεί υπό την αίρεση της επιτυχούς εκβάσεως της δίκης (ΑΠ 721/2022, ΑΠ 945/2019, ΑΠ 556/2009). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 480 ΑΚ, "Αν περισσότεροι οφείλουν διαιρετή παροχή ή αν περισσότεροι έχουν δικαίωμα σε διαιρετή παροχή, σε περίπτωση αμφιβολίας κάθε οφειλέτης έχει την υποχρέωση να καταβάλει και κάθε δανειστής έχει το δικαίωμα να λάβει ίσο μέρος", ενώ κατά το άρθρο 481 του ίδιου Κώδικα, "Οφειλή εις ολόκληρον υπάρχει, όταν σε περίπτωση περισσότερων οφειλετών της ίδιας παροχής καθένας απ` αυτούς έχει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη, ο δανειστής όμως έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει μόνο μία φορά". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να υπάρξει ενοχή εις ολόκληρον, πρέπει η απαίτηση καθενός των περισσοτέρων δανειστών ή η υποχρέωση καθενός των περισσοτέρων οφειλετών να αφορά την ίδια παροχή και, επιπλέον, οι περισσότερες ενοχές (απαιτήσεις ή υποχρεώσεις) που αφορούν τους περισσότερους δανειστές ή οφειλέτες να έχουν μεταξύ τους καθολική συνδετική σχέση, δηλαδή να συνδέονται με τον ίδιο κοινό σκοπό και τον ίδιο γενεσιουργό λόγο. Με τις ανωτέρω διατάξεις καθιερώνεται ως κανόνας στις πολυπρόσωπες ενοχές, οι οποίες αφορούν διαιρετές παροχές, η κατ` ισομοιρία ευθύνη και το κατ` ισομοιρία δικαίωμα, αντίστοιχα, ενώ η εις ολόκληρον ενοχή και, ειδικότερα, η παθητική εις ολόκληρον ενοχή αναγνωρίζεται μόνο όταν αυτή συνιστάται με αναμφίβολη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων ή καθιερώνεται από το νόμο. Τέτοια εκ του νόμου παθητική εις ολόκληρον ενοχή καθιερώνουν οι διατάξεις των άρθρων 167 και 168 του Κώδικα Δικηγόρων, οι οποίες προβλέπουν την αμοιβή του δικηγόρου όταν οι πράξεις ή εργασίες έγιναν ύστερα από εντολή περισσοτέρων του ενός εντολέων. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 168 ορίζεται ότι "Επί πλειόνων εντολέων έκαστος τούτων είναι εις ολόκληρον υπόχρεος προς πληρωμήν της όλης αμοιβής είτε της συμπεφωνημένης είτε της κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου οφειλομένης". Εξάλλου, η σχετική ως άνω συμφωνία μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέως του δεν προϋποθέτει για το κύρος της την τήρηση έγγραφου τύπου, αφού η δικονομικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 95 παρ.2 εδ.α` του Κώδικα Δικηγόρων, με την οποία περιοριζόταν η απόδειξη της συμφωνίας αυτής μόνο με έγγραφα ή όρκο ή ομολογία, θεωρείται καταργημένη από την εισαγωγή του ΚΠολΔ, κατ` εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 38 του ΕισΝΚΠολΔ και, συνεπώς, επί εκδικάσεως διαφοράς μεταξύ δικηγόρου και εντολέα για την αμοιβή του πρώτου είναι εφαρμοστέα ως προς τα μέσα αποδείξεως, σύμφωνα με τα άρθρα 677 παρ. 1 και 681ΚΠολΔ, η διάταξη του άρθρου 671 παρ.1 ΚΠολΔ, κατά την οποία η απόδειξη γίνεται και με μάρτυρες καθώς και με ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου (ΑΠ 599/2017, 598/2017, ΑΠ 1309/2012, 1308/2004). Περαιτέρω, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432-449 ΚΠολΔ εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενο του. Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενο του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 995/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 238/2020). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα: "...Ο ενάγων είναι δικηγόρος Αθηνών, με ειδίκευση σε υποθέσεις ναυτικού και διεθνούς δικαίου. Τον Ιούλιο του έτους 2001 ο πρώτος εναγόμενος ως διευθυντής της τέταρτης εναγόμενης αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «S. S. M. «L., ασκώντας εν τοις πράγμασι τη διαχείριση αυτής αλλά και η τρίτη των εναγομένων, ανέθεσαν στον ενάγοντα την εντολή της δικαστικής και εξωδίκου διεκπεραίωσης της διαφοράς που προέκυψε μεταξύ της ανωτέρω εναγόμενης εταιρείας με την αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «D. M.I.», από την επισκευή του πλοίου..Α.., πλοιοκτησίας της ανωτέρω εναγόμενης εταιρείας. Αντισυμβαλλόμενοι επομένως του ενάγοντα στην ανωτέρω προφορικά συναφθείσα σύμβαση εντολής είναι οι ανωτέρω πρώτος και τρίτη των εναγόμενων, οι οποίοι απευθυνόμενοι, στον ενάγοντα για τον χειρισμό των νομικών υποθέσεων της τέταρτης εναγομένης, ανέθεσαν σε αυτόν την εντολή διευθέτησης αυτών, καθιστάμενοι ταυτοχρόνως και υπόχρεοι στην καταβολή της αμοιβής του. Ειδικότερα οι ανωτέρω εναγόμενοι αναθέτοντας στον ενάγοντα το χειρισμό της προαναφερόμενης υπόθεσης της τέταρτης εναγομένης, ενημέρωναν τον ενάγοντα με επιστολές και μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, παρέχοντας διευκρινήσεις και αιτούμενοι ενημέρωση για την πορεία της υπόθεσης, έχοντας ενεργό ρόλο για την έκβαση της ανωτέρω υπόθεσης, απορριπτομένων των σχετικών λόγων της από 2.10.2013 και 14.10.2013 έφεσης. Περαιτέρω ο πρώτος και η τρίτη των εναγομένων, εταίροι αντίστοιχα της εταιρείας με την επωνυμία «Α.- Τ., Ν. Κ. Ξ. Ε. Π. Ε» ανέθεσαν το έτος 2005 στον ενάγοντα την εντολή για τη λύση της ανωτέρω εταιρείας και τη μεταβίβαση του ακινήτου της, ενώ το ύψος της αμοιβής του ενάγοντα συμφωνήθηκε να συμπεριληφθεί στο τελικό ποσό που θα καθοριστεί μελλοντικά για την αρχική μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εντολής. Περαιτέρω στα πλαίσια διεκπεραίωσης της πρώτης εντολής ο ενάγων προέβη ατομικά στην σύνταξη και κατάθεση των ακόλουθων δικογράφων: της από 19.2.2002 ανακοπής του πρώτου εναγόμενου κατά της εταιρείας «D. M. I.», ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, της από 28.7.2003 έφεσης της. τέταρτης εναγομένης εταιρείας κατά της ανωτέρω εταιρείας και τους πρόσθετους λόγους έφεσης ενώπιον του Εφετείου Πειραιά, της από 17.10.2003 έφεσης του πρώτου εναγομένου κατά της ανωτέρω αλλοδαπής εταιρείας ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, της από 23.10.2003 έφεσης του πρώτου εναγομένου κατά της ανωτέρω αλλοδαπής εταιρείας ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, της από 20.11.2003 έφεσης του πρώτου εναγομένου κατά της ανωτέρω αλλοδαπής εταιρείας ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, της από 20.11.2003 έφεσης του πρώτου εναγομένου κατά της ανωτέρω αλλοδαπής εταιρείας ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, ενώ παραστάθηκε εκπροσωπώντας την τέταρτη εναγομένη κατά τη συζήτηση εφέσεων ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και Πειραιά, επί των οποίων εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 6399/2005 και 628/2004 αποφάσεις των ανωτέρω δικαστηρίων αντίστοιχα. Περαιτέρω ο ενάγων στα πλαίσια διεκπεραίωσης της ανωτέρω εντολής είχε συνεργασία με τους δικηγόρους Ν. Φ. και Ν. Α. του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και Θεσσαλονίκης αντίστοιχα, οι οποίοι παραστάθηκαν εκπροσωπώντας την τέταρτη εναγομένη εταιρεία, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες αποφάσεις με αριθμ. 34240/2001, 22599/2003 και 10070/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Δεν αποδείχθηκε περαιτέρω ότι μεταξύ των συμβαλλομένων μερών (ενάγοντος και πρώτου- τρίτης των εναγομένων) επήλθε τον Ιούλιο του έτους 2005 συμφωνία ως προς το ύψος της αμοιβής του ενάγοντος, η οποία ορίστηκε στο ποσό των 100.000 ευρώ, όπως ισχυρίζεται. Ο ανωτέρω ισχυρισμός του ενάγοντος, επιστηρίζεται στις από 14.11.2006 και 1.11.2007 προσκομιζόμενες από αυτόν επιστολές, με τις οποίες στην μεν πρώτη φέρεται ο πρώτος εναγόμενος να επιβεβαιώνει ότι του οφείλει ως αμοιβή το ποσό των 100.000 ευρώ, ενώ στην δεύτερη επιστολή ο πρώτος εναγόμενος αναφέρει ότι το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται σε 85.000 ευρώ. Επισημαίνεται ότι οι ανωτέρω επιστολές αποτελούν σχέδια απόδειξης, δεν φέρουν καμία υπογραφή, ενώ δεν προκύπτει και ο συντάκτης τους. Ειδικότερα ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι τον Ιούλιο του έτους 2005 οι εναγόμενοι συμφώνησαν ότι του οφείλουν ως αμοιβή το ποσό των 100.000 ευρώ, αναιρείται από την από 29.6.2005 επιστολή του πρώτου εναγομένου απευθυνόμενη στον ενάγοντα, η οποία φέρεται ως συνέχεια προγενέστερων με το ίδιο περιεχόμενο επιστολών του και με την οποία ζητεί από τον ενάγοντα να του αποστείλει αναλυτικό λογαριασμό των εξόδων και αμοιβών του γραφείου του για όλες τις υποθέσεις. Το ανωτέρω αίτημα του πρώτου εναγομένου δεν ικανοποιήθηκε αφού ο ενάγων με την από ..2006 επιστολή του προς τον πρώτο εναγόμενο επισυνάπτει πίνακα νομικών ενεργειών, ο οποίος αφενός δεν είναι κοστολογημένος, αφετέρου δεν περιλαμβάνει στοιχεία αναλυτικά για κάθε κύκλο υποθέσεων, ώστε να κριθεί βάσιμο το ύψος της αιτούμενης από τον ενάγοντα αμοιβής, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντας ότι παρέστη στη διαιτητική διαδικασία στο … δεν αποδείχθηκε, όπως προκύπτει από το από 16.10.2014 έγγραφο του δικηγορικού γραφείου S. L. & C., σύμφωνα με το οποίο "κανένας Έλληνας δικηγόρος δεν παρέστη ενώπιον των Δικαστών του Διαιτητικού Δικαστηρίου με οποιαδήποτε ιδιότητα". Περαιτέρω ο ενάγων έχει λάβει το ποσό των 26.000 ευρώ, ως αμοιβή για την διεκπεραίωση των υποθέσεων της τέταρτης εναγομένης εταιρείας και τα ποσά των 289 και 1489,73 ευρώ για την παράστασή του στο συμβόλαιο λύσης της εταιρείας «Α.- Τ., Ν. Κ. Ξ. Ε. Π.Ε.», γενομένης δεκτής της προβαλλόμενης από τους εναγομένους ενστάσεως εξοφλήσεως και συνακόλουθα του σχετικού λόγου εφέσεως, λαμβανομένων υπόψη ότι ο ενάγων από το έτος 2001, που ανέλαβε την εντολή χειρισμού των υποθέσεων της τέταρτης εναγομένης και ακολούθως το έτος 2005 που ανέλαβε την εντολή για τη λύση της εταιρείας ….., δεν προσδιόρισε το ύψος της αμοιβής του, μη δυνάμενος κατά τους ισχυρισμούς του να εκτιμήσει το εύρος των νομικών του ενεργειών, στην οποία όμως εκτίμηση και κοστολόγηση των ενεργειών του δεν προέβη ούτε μεταγενέστερα παρά τα συνεχή κατ' επανάληψη αιτήματα των εναγομένων για αναλυτικό λογαριασμό των αμοιβών του...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, απέρριψε κατ' ουσία την από 14.10.2013 έφεση του ενάγοντος, δέχτηκε κατ' ουσία την από 2.10.2013 έφεση των πρώτου, τρίτης και τέταρτης εναγομένων, εξαφάνισε την 141/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απέρριψε την από 21.12.2010 αγωγή. Έτσι που έκρινε στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον ισχυρισμό του ενάγοντος περί συμφωνίας καθορισμού του ύψους της αμοιβής του στο ποσό των 100.000 ευρώ, δεχόμενο ότι ο εν λόγω ισχυρισμός επιστηρίζεται στις από 14.11.2006 και 1.11.2007 προσκομιζόμενες από αυτόν (ενάγοντα) επιστολές, με τις οποίες από την μεν πρώτη φέρεται ο πρώτος εναγόμενος να επιβεβαιώνει ότι του οφείλει ως αμοιβή το ποσό των 100.000 ευρώ, ενώ με τη δεύτερη επιστολή ο πρώτος εναγόμενος αναφέρει ότι το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται σε 85.000 ευρώ, καθώς επίσης ότι επισημαίνεται ότι οι ανωτέρω επιστολές αποτελούν σχέδια απόδειξης, δεν φέρουν καμία υπογραφή, ενώ δεν προκύπτει ο συντάκτης τους. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας αφορά τον αγωγικό ισχυρισμό του ενάγοντος αγωγή περί τελικής συμφωνίας του ύψους της αμοιβής του, στο ποσό των 85.000 ευρώ. Ειδικότερα, ο ενάγων προς απόδειξη του ανωτέρω ισχυρισμού του προσκόμισε με επίκληση την από 1.11.2007 επιστολή την οποία συνέταξε ο πρώτος εναγόμενος και την απέστειλε με τηλεομοιοτυπία (tele- fax) στον ίδιο και το περιεχόμενο της οποίας είναι: "Αγαπητέ….. Αναφερόμενος στις προφορικές συμφωνίες που κάναμε πρόσφατα μεταξύ μας, επιθυμώ και εγγράφως να επιβεβαιώσω τα εξής: Το εκκρεμές συνολικό υπόλοιπο του λαβείν σου από έξοδα και αμοιβές, για τις νόμιμες υπηρεσίες που προσέφερε το γραφείο σου μέχρι σήμερα σε εμένα προσωπικά και στις εταιρείες "S. S. M. L." και "Α.- Τ., Ν. Κ. Ξ. Ε.", ανέρχεται στο ποσό των ευρώ ογδόντα πέντε χιλιάδων (85.000,00). Από το ποσό αυτό ευρώ πενήντα χιλιάδες (50.000,00) κατεβλήθησαν σήμερα, της παρούσας επέχουσας θέση αποδείξεως, και το υπόλοιπο ποσό ευρώ τριάντα πέντε χιλιάδες (35.000,00) θα σου εξοφλήσω το αργότερο μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 2008. Με φιλικούς χαιρετισμούς.". Πλην όμως στην ανωτέρω επιστολή υπήρχαν και έτερα στοιχεία και ειδικά φέρεται διαγραμμένος ο τρόπος εξόφλησης και αντί του προτεινόμενου τρόπου εξόφλησης, συμπληρώθηκε δια χειρός της τρίτης εναγομένης, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, το ακόλουθο κείμενο: "Το ποσό θα εξοφληθεί σε δόσεις με επιταγές ανάλογα με την οικονομική μου ευχέρεια. Με την υπογραφή του παρόντος θα καταβληθεί ποσό 5.000 (πέντε χιλιάδων) ευρώ.". Το ζήτημα δε αυτό ήταν κρίσιμο ως στοιχείο προσδιοριστικό της ύπαρξης συμφωνίας περί του προσδιορισμού του ύψους της αμοιβής το ενάγοντος, αφού δύναται εξ αυτού να συναχθεί και η αποστολή της εν λόγω επιστολής και ο συντάκτης αυτής και η δια της τροποποίησης του τρόπου εξόφλησης, αποδοχή εκ μέρους των εναγομένων του προσδιοριζόμενου ποσού της αμοιβής του ενάγοντος. Με τα δεδομένα αυτά το Εφετείο υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα με τη μη αναφορά και την παράλειψη ανάγνωσης του ως άνω κρίσιμου για τα αποδεικτέα γεγονότα μέρους του εν λόγω εγγράφου, δηλαδή φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου παραμόρφωσε το περιεχόμενο αυτού (εγγράφου). Επομένως, ο πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου είναι βάσιμος. Επιπλέον, έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 91 παρ.1, 92 παρ.1 και 168 του Ν.3036/1954 Κώδικας περί δικηγόρων", καθόσον διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της σύναψης συμφωνίας περί του ύψους της αμοιβής του ενάγοντος για τις ανατιθέμενες σ' αυτόν από τους πρώτο και τρίτη των εκκαλούντων-εφεσιβλήτων δικαστικές και εξώδικες εργασίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, με αποτέλεσμα να στερήσει την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα: α) ενώ δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση προφορικής σύμβασης περί καταβολής στον ενάγοντα (αναιρεσείοντα) από τους πρώτο και τρίτη των εναγομένων (πρώτο και δεύτερη των αναιρεσίβλητων) του ποσού των 85.000 ευρώ, ακολούθως δέχεται ότι ο ενάγων έλαβε το ποσό των 26.000 ευρώ, ως αμοιβή για τη διεκπεραίωση των υποθέσεων της τέταρτης εναγομένης εταιρείας και τα ποσά των 289 και 1.489,73 ευρώ για την παράσταση στο συμβόλαιο λύσης της εταιρείας "Α.- Τ. Ν. Κ. Ξ. Ε.", γενομένης δεκτής της ένστασης περί εξόφλησης που πρόβαλαν οι εναγόμενοι, χωρίς, όμως, να προκύπτει με σαφήνεια ποία ήταν τελικά η αμοιβή που θα λάμβανε ή συμφωνήθηκε να λάβει ο ενάγων για τις παρασχεθείσες και αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση εργασίες, δεδομένου ότι η αποδοχή της ένστασης εξόφλησης προϋποθέτει τον προηγούμενο καθορισμό της συνολικής οφειλής στην οποία η εξόφληση καταλογίζεται. Ακόμα δε και στην περίπτωση που εκτιμηθεί ότι το Εφετείο δέχεται ότι η καταβολή του ποσού των 26.000 ευρώ και των 289 και 1.489,73 ευρώ, αποτελούν την αμοιβή του ενάγοντος, δεν προσδιορίζονται ειδικά οι εργασίες που διεκπεραίωσε ο τελευταίος και αν τα ανωτέρω ποσά είτε αποτελούν τη νόμιμη αμοιβή που πρέπει να λάβει για τις παρασχεθείσες εργασίες του είτε αποτελούν συμφωνηθείσα αμοιβή και β) ενώ δέχεται ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί κατάρτισης, τον Ιούλιο 2005, συμφωνίας ως προς το ύψος της αμοιβής του, που ορίστηκε στο ποσό των 100.000 ευρώ, επιστηρίζεται στις από 14.11.2006 και 1.11.2007 επιστολές με τις οποίες επιβεβαιώνεται από την μεν πρώτη ότι συμφωνήθηκε το ύψος της αμοιβής στις 100.000 ευρώ και από τη δεύτερη στο ποσό των 85.000 ευρώ, ακολούθως, επισημαίνοντας ότι οι ανωτέρω επιστολές αποτελούν σχέδια απόδειξης, δεν φέρουν υπογραφή και δεν προκύπτει ο συντάκτης τους, δέχεται ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί συμφωνίας, τον Ιούλιο 2005, ως προς το ύψος της αμοιβής, αναιρείται από την από 29.6.2005 επιστολή του πρώτου εναγομένου προς τον ενάγοντα με την οποία ζητεί να του αποστείλει αναλυτικό λογαριασμό των εξόδων και αμοιβών του γραφείου για όλες τις υποθέσεις. Πλην, όμως, η παραδοχή ότι αναιρείται ο ισχυρισμός του ενάγοντος, περί συμφωνίας τον Ιούλιο 2005, από την από 29.6.2005 επιστολή περί αποστολής αναλυτικού λογαριασμού εξόδων και αμοιβών, είναι προδήλως ανεπαρκής, καθόσον μεταγενέστερη συμφωνία (Ιούλιος 2005) περί καθορισμού του ύψους της αμοιβής στο ποσό των 100.000 ευρώ, δεν αναιρείται προφανώς από προγενέστερη (29.6.2005) επιστολή με την οποία ζητείται αναλυτικός λογαριασμός των εξόδων και αμοιβών. Ως εκ τούτου και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι βάσιμος. Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια των ανωτέρω λόγων στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης (ΑΠ 9/2023, ΑΠ 146/2018, ΑΠ 204/2017), καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των υπολοίπων λόγων της αναίρεσης, που επιχειρείται να θεμελιωθούν στους αριθ. 1, 11γ`, 14 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτών η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Εφόσον δε αναιρείται η προσβαλλόμενη 4100/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο οποίο η υπόθεση είχε παραπεμφθεί με την 599/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, μετά από αναίρεση της προηγούμενης 6666/2014 απόφασης του ως άνω δευτεροβάθμιου δικαστηρίου για την ίδια υπόθεση, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα ύστερα από κλήση, με φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων, κατ' εφαρμογή των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ.3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, τα οποία ορίζουν ότι αν η (μετ' αναίρεση) απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής αναιρεθεί εκ νέου, δεν γίνεται νέα παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης και ότι στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα (ΑΠ 1474/2022, ΑΠ 751/2020). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 4100/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση που θα ορισθεί στο παρόν αναιρετικό τμήμα, ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων. Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων και τριακοσίων (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ