Αριθμός 745/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Μ. συζύγου Μ. Σ. το γένος Σ. Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Θεοδοσίου. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Μ. του Α., κατοίκου ... και 2) Γ. Β. - Μ., κατοίκου ... Ο πρώτος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Βασιλείου - Μιχαήλ, ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητάς της ως δικηγόρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2015 μη οριστική και 9342/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6927/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-3-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπό κρίση από 10-3-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 6927/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας- ενάγουσας κατά της υπ' αριθ. 9342/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 9-7-2010 αγωγή της, με την οποία η αναιρεσείουσα, μετά περιορισμό του αιτήματός της, ζήτησε να υποχρεωθούν οι αντίδικοί της - αναιρεσίβλητοι να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας τους, το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αναφερόμενη, στην αγωγή, αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, οι οποίοι ενήργησαν από κοινού με σκοπό την περιουσιακή της βλάβη και ταλαιπωρία, επιβάλλοντας άκυρη κατάσχεση σε παρακατάθεση του πρώτου εναγομένου υπέρ αυτής στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων Πειραιά. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τα άρθρα 57 και 59 του Α.Κ. συνάγονται τα εξής: Όποιος παράνομα προσβάλλεται στην προσωπικότητά του, νοούμενη ως το προστατευόμενο από το σύνταγμα (άρθρο 2 παρ.1) σύνολο των αξιών, που απαρτίζουν την ουσία του ανθρώπου, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Σε περίπτωση δε που η παράνομη προσβολή της προσωπικότητας υπήρξε και υπαίτια, το δικαστήριο μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον προσβολέα, κατά τα άρθρα 914 και 932 Α.Κ., να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη, που τυχόν έχει επέλθει, ιδίως με πληρωμή χρηματικού ποσού. Προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής. Η προσβολή είναι παράνομη όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της σύγκρουσης των προστατευόμενων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας των άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα αγαθά και συμφέροντα για την διακρίβωση της ύπαρξης προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της. Τα έννομα αγαθά που περικλείονται στο δικαίωμα της προσωπικότητας (η τιμή, η υπόληψη, η ιδιωτική ζωή, η εικόνα, η σφαίρα του απορρήτου κ.ά.), δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα αλλά επιμέρους εκδηλώσεις, εκφάνσεις ή πλευρές του ενιαίου δικαιώματος επί της ιδίας προσωπικότητας, έτσι ώστε η προσβολή οποιασδήποτε εκφάνσεως της προσωπικότητας να σημαίνει και προσβολή της συνολικής έννοιας προσωπικότητα. Προστατεύεται έτσι, με τα ως άνω άρθρα, η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ.1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα, όπως προαναφέρθηκε, πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Ενόψει των εκτεθέντων προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρου 281 Α.Κ. και 25 παρ.3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (Ολ.Α.Π.2/2008). Στην περίπτωση αυτή, η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρο 57 παρ.2 Α.Κ.), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης, είναι η φύση της διάταξης, που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου (Α.Π.1422/2021). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π. 32/1996). Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά τη διάταξη αυτή, αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν το δικαστήριο παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή, της ουσίας της υπόθεσης, τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Α.Π.1215/2021, Α.Π.233/2020), την ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (Ολ.Α.Π.10/2005). Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ` αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων, χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (Α.Π.1215/2021, Α.Π.1011/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εκκαλούσα- ενάγουσα (αναιρεσείουσα) και ο πρώτος εφεσίβλητος - εναγόμενος (αναιρεσίβλητος), Μ. Μ. και Σ. Μ., τύγχαναν σύζυγοι από το έτος 1994. Από τον γάμο τους αυτόν απέκτησαν δύο (2) τέκνα, τον Α. και την Χ., πλην όμως, η έγγαμη συμβίωσή τους δεν εξελίχθηκε ομαλά και εν τέλει διασπάστηκε οριστικά τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2000. Ομοίως και η διάσπαση της σχέσης τους δεν εξελίχθηκε ομαλά, αφού, από τον χρόνο εκείνο, έχουν υποβληθεί σε πολυετή δικαστικό αγώνα. Επιπροσθέτως,... αποδείχθηκε ότι, δυνάμει της υπ' αριθμόν 5090/2008 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η εκκαλούσα και ο συνεναγόμενός της, Σ. Μ., υποχρεώθηκαν να καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον, στον πρώτο εφεσίβλητο-εναγόμενο, υπό την ιδιότητα του τελευταίου, ως ασκούντος την προσωπική επιμέλεια και συνασκούντος τη γονική μέριμνα των προαναφερθέντων ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, το ποσό των 10.000 ευρώ, για έκαστο εξ αυτών (ανηλίκων), με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα από την επίδοση της αγωγής καθώς και το ποσό των 1.200 ευρώ για μέρος της δικαστικής του δαπάνης. Ο πρώτος εφεσίβλητος κοινοποίησε στην εκκαλούσα-ενάγουσα, Μ. Μ., την 30η-3-2010, αντίγραφο εξ απογράφου εκτελεστού της ανωτέρου απόφασης μετά της από 29.03.2010 επιταγής προς πληρωμή, για το συνολικό ποσό των 17.857.15 €. Κατά την ίδια ημεροχρονολογία, ήτοι την 30η-3-2010, ο πρώτος εφεσίβλητος, υπό την ιδιότητά του ως ασκούντος την επιμέλεια των, ως άνω, ανηλίκων τέκνων του, δυνάμει της υπ' αριθμόν 7697/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και προς ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών, προέβη διά της κοινοποιήσεως κατασχετήριου εγγράφου, στην νυν εκκαλούσα-ενάγουσα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 134 παρ.1 ΚΠολΔ, καθώς και στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων Πειραιώς, στην αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας του τελευταίου χρηματικής απαίτησης της ενάγουσας ύψους 8.510,00 €, απορρέουσας από ισόποση υπέρ αυτής παρακαταθήκη, στην οποία είχε προβεί ο πρώτος εφεσίβλητος, προς εξασφάλιση απαίτησης της εκκαλούσας σε βάρος του, δυνάμει του υπ' αριθμόν 102852/23.03.2010 γραμματίου σύστασης παρακαταθήκης του, ως άνω, Ταμείου. Πλην όμως, η ως άνω κατάσχεση, η οποία έλαβε χώρα πριν την παρέλευση της προθεσμίας των τριών εργασίμων ημερών από την επίδοση της, ως άνω, επιταγής προς πληρωμής, τυγχάνει άκυρη, όπως βάσιμα ισχυρίστηκε η εκκαλούσα-ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της καθώς, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 926 ΚΠολΔ, η προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης συνίσταται στην επίδοση της κατ' άρθρο 924 ΚΠολΔ επιταγής προς εκτέλεση και στην πάροδο προθεσμίας τριών εργασίμων ημερών, ενώ πριν από την πάροδο της προθεσμίας αυτής οποιαδήποτε πράξη της κύριας διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης είναι άκυρη, χωρίς να ερευνάται η συνδρομή βλάβης. Τις ανωτέρω παραδοχές διέλαβε, εκτός από την εκκαλουμένη απόφαση και η υπ' αριθμόν 4701/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δέχθηκε την ανακοπή της νυν εκκαλούσας-ενάγουσας και ακύρωσε την αναγκαστική κατάσχεση που επέβαλε ο πρώτος εφεσίβλητος -εναγόμενος εις χείρας του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων Πειραιά, δυνάμει του από 29.03.2010 κατασχετηρίου εγγράφου του, σε εκτέλεση της υπ' αριθμόν 5090/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που αφορούσε απαίτηση της ενάγουσας προερχόμενης από σύσταση παρακαταθήκης υπέρ αυτής χρηματικού ποσού 8.510 ευρώ, δυνάμει του υπ' αριθμόν 102852/23.03.2010 γραμματίου σύστασης παρακαταθήκης του ως άνω Ταμείου. Περαιτέρω, όμως, και παρά τις ανωτέρω παραδοχές της παρούσας, οι διαλαμβανόμενοι στο υπό κρίση δικόγραφο αγωγικοί ισχυρισμοί, ήτοι ότι οι εναγόμενοι, εκ των οποίων η δεύτερη ως η πληρεξούσια δικηγόρος του πρώτου που προέβη στις ως, άνω, σχετικές με την αναγκαστική εκτέλεση νομικές ενέργειες, ενήργησαν από κοινού προς βλάβη της περιουσίας της ενάγουσας θα πρέπει να απορριφθούν ως αναπόδεικτοι. Και τούτο διότι η αναμφισβήτητη, ως άνω, πλημμέλεια δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου, γνώση των εναγομένων περί του σφάλματος περί της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης ούτε και πρόθεση τους να ενεργήσουν εις βάρος της εκκαλούσας και της περιουσίας της, ειδικά αν ληφθεί υπόψη ότι η εκκαλούσα -ενάγουσα, Μ. Μ. μπορούσε να ασκήσει σχετική ανακοπή, όπως και έπραξε και επομένως οι εναγόμενοι ουδέν θα κέρδιζαν από την αναγκαστική κατάσχεση που επέβαλε ο πρώτος εξ αυτών εις χείρας του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων. Άλλωστε, η παράβαση δικονομικών κανόνων δεν είναι ασυνήθης στο νομικό κόσμο και κάθε τοιαύτη παραβίαση δεν δύναται να αποδοθεί, άνευ ετέρου, σε δόλια ή αμελή συμπεριφορά του μέσου νομικού." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο κρίνοντας ομοίως είχε απορρίψει την αγωγή της αναιρεσείουσας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι οι πλημμελείς νομικές ενέργειες των αναιρεσιβλήτων αναφορικά με τη διαδικασία της ένδικης αναγκαστικής κατάσχεσης δεν ήσαν υπαίτιες, ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 330, 57, 914 και 932 του Α.Κ., αφού τα ανωτέρω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά δεν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι η ως άνω συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων ήταν υπαίτια υπό τη μορφή του δόλου ή της αμέλειας και, ως εκ τούτου, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, καθόσον, ειδικότερα, το στοιχείο της παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων και δη του άρθρου 926 ΚΠολΔ, χωρίς και άλλα στοιχεία, τη συνδρομή των οποίων δεν διαπίστωσε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, το δικαστήριο της ουσίας, δεν αρκεί για την κατάφαση της υπαιτιότητας, με αποτέλεσμα να μη στοιχειοθετείται η αποδιδομένη στους αναιρεσιβλήτους αδικοπρακτική ευθύνη και προσβολή εκ μέρους αυτών της προσωπικότητας της αναιρεσείουσας και, συνακόλουθα, να μη δικαιολογείται η επιδίκαση σ' αυτή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Επομένως, οι δύο πρώτοι, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Ο ίδιος ως άνω πρώτος λόγος, κατά το μέρος που προβάλλεται η ανωτέρω πλημμέλεια με την αιτίαση, ότι "άγνοια νόμου δεν επιτρέπεται", είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι η εν λόγω αιτίαση ανάγεται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), εφόσον το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, διατυπώνεται με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις στην προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να παραβιάζονται οι προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις. Περαιτέρω, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 39 και 46 του ν.δ.3026/1954, ήδη άρθρων 36 και 37 Ν.4194/2013 (κώδικα δικηγόρων), ότι δηλαδή έργο του δικηγόρου είναι η υπεράσπιση του εντολέα του σε κάθε δικαστήριο ή αρχή της πολιτείας και ότι αυτός οφείλει να εκτελεί τα καθήκοντά του με ευσυνειδησία και επιμέλεια, είναι επίσης απαράδεκτος, αφού οι ως άνω διατάξεις αναφέρονται στην εκτέλεση των καθηκόντων του δικηγόρου έναντι του εντολέα του και όχι έναντι του αντιδίκου αυτού, όπως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, προσάπτοντας την ως άνω πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10/3/2020 αίτηση της Μ. συζ. Μ. Σ., το γένος Σ. Μ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 6927/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ