Αριθμός 1025/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Μιχαήλ Αυγουλέα, Βασίλειο Καπελούζο, Χαραλαμπία Σίμου και Ελένη Διονυσοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Ιουλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Β. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Διαμαντή, για αναίρεση της υπ' αριθ. 78/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγουσα την Δ. Ρ. του Α., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζώτο. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Απριλίου 2013 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 10 Ιουνίου 2013 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 572/2013. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αυτής, κατά της 78/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 504, 505, 507, 509 ΚΠολΔ) και πρέπει, αφού συνεκδικασθούν λόγω της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας, να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρα 511 επ. ΚΠολΔ). Ι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Περαιτέρω, ως αδικήματα που τελούνται δια του τύπου νοούνται τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από τον ποινικό κώδικα ή από τους ειδικούς ποινικούς νόμους, όταν τελούνται με κατάχρηση του τύπου ως μέσου για την εκδήλωση τους. Επί συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του τύπου, όταν πρόκειται για εφημερίδα ή περιοδικό, μεταξύ άλλων τιμωρείται ο συγγραφέας του δημοσιεύματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ' αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, όπως συμβαίνει στην ανωτέρω περίπτωση, οπότε απαιτείται αιτιολόγηση του. Συνεπώς στο ανωτέρω έγκλημα, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του, απαιτείται για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας αναφορικώς με τον άμεσο δόλο, να εκτίθενται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η γνώση του κατηγορουμένου. Η επιβαλλόμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Αυτοτελής ισχυρισμός, κατά την ανωτέρω έννοια, είναι και, η, κατ άρθρο 367 ΠΚ για τους σ αυτό εκτιθέμενους λόγους, άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως της απλής δυσφημήσεως και εξυβρίσεως, όχι όμως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Πρέπει όμως οι ισχυρισμοί αυτοί να είναι νόμιμοι και να προβάλλονται ορισμένως και παραδεκτώς, διαφορετικά δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστηρίου να διαλάβει περί αυτών αιτιολογία. Εξάλλου, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, εκ του ότι δε εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ούτε εκτίμησε τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα και όχι μερικά από αυτά κατ επιλογή για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. II. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, που, δικάζοντας κατ' έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε κατά πλειοψηφία, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της κατ εξακολούθηση συκοφαντικής δυσφημήσεως: "Στη ..., κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με και χωρίς χρήση του τύπου, ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων, για άλλον, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του, το γεγονός δε αυτό ήταν ψευδές και αυτός γνώριζε ότι ήταν ψευδές. Ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο Α) στις 6-1-2010, μετά την τελετή των Θεοφανείων κατά τη διάρκεια της εορταστικής εκδήλωσης κοπής της πίτας εντός του δημοτικού καταστήματος του Δήμου ..., κατά την ομιλία του ως Δήμαρχος ενώπιον αορίστου αριθμού δημοτών, παρισταμένων δημοτικών συμβούλων και δημοσιογράφων, μεταξύ των οποίων και ο δημοσιογράφος Π. Γ. του Ε., ανέφερε μεταξύ άλλων ότι "τέλος του 2009 ξεκίνησε για τη δημοτική αρχή με δύο αποχωρήσεις δημοτικών συμβούλων και ένταξη τους στην αντιπολίτευση και έκλεισε με πλήρη δικαίωση της απόφασης μας να μην ενδώσουμε σε εκβιασμούς για την κατάληψη έμμισθων θέσεων από αυτούς", αναφερόμενος στην γνωστή σε όλους τους παρευρισκομένους, εγκαλούσα Δ. Ρ. του Α., ανεξάρτητη δημοτική σύμβουλο και φωτογραφίζοντας αυτή, Β) περί τα τέλη Ιανουαρίου παραχώρησε προς δημοσίευση τη δήλωση που αναφέρεται στο υπό στοιχείο 1 του παρόντος, στην τοπική εφημερίδα "Φυσάει κόντρα στις Βόρειες Σποράδες", η οποία δημοσιεύθηκε στις σελίδες 1, 2 και 24 στο με αριθμό 67 φύλλο της εφημερίδας, που κυκλοφόρησε στα τέλη Ιανουαρίου του έτους 2010, ισχυριζόμενος ενώπιον του αναγνωστικού κοινού της εφημερίδας το παραπάνω ψευδές και συκοφαντικό γεγονός για την εγκαλούσα. Το παραπάνω γεγονός που ισχυρίσθηκε και άφησε να υπονοηθεί για την εγκαλούσα ο κατηγορούμενος είναι ψευδές και το ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων με και χωρίς τη χρήση του τύπου, αν και γνώριζε ότι είναι ψευδές και μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της, με την προαναφερόμενη ιδιότητα της ως δημοτικής συμβούλου του Δήμου ..., ενώ η αλήθεια είναι ότι η εγκαλούσα, που την 4-1-2009 κατόπιν πολιτικής διαφωνίας της με θέσεις του κατηγορουμένου αποχώρησε μαζί με τον δημοτικό σύμβουλο Ι. Κ. του Γ. από την πολιτική παράταξη "Δημοτική Υπέρβαση" και δήλωσε την ανεξαρτητοποίηση της ως δημοτική σύμβουλος του ως άνω Δήμου, ουδέποτε εκβίασε για την κατάληψη έμμισθης θέσης από την ίδια. Πιο συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι η εγκαλούσα κατά τη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ..., της 4-1-2009, λόγω διαφωνίας με την κατόπιν προτάσεως του κατηγορουμένου Δημάρχου εκλογή, ως Προέδρου του Δημοτικού Συμβουλίου, του εκ των μαρτύρων, Π. Σ., αποχώρησε από το συνδυασμό του κατηγορουμένου και ανεξαρτητοποιήθηκε. Επίσης, αποδείχθηκε ότι τη θέση του Προέδρου του Δημοτικού Συμβουλίου επιθυμούσε να καταλάβει η ίδια η εγκαλούσα και για το σκοπό αυτό είχε ενοχλήσει τους δημοτικούς συμβούλους του εν λόγω συνδυασμού προκειμένου να την ψηφίσουν. Έτσι, όταν προτάθηκε από τον κατηγορούμενο Δήμαρχο και εκλέχθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο ως Πρόεδρος ο Π. Σ., δυσαρεστήθηκε και αποχώρησε από το συνδυασμό. Ωστόσο, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εγκαλούσα πίεζε με φορτικότητα άμεσα ή έμμεσα τον κατηγορούμενο να, προκειμένου να τον εξαναγκάσει να την προτείνει ως Πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου, ούτε επίσης αποδείχθηκε ότι απείλησε αυτόν άμεσα ή έμμεσα, ότι αν δεν την προτείνει θα αποχωρήσει από τον συνδυασμό. Ως εκ τούτου, όταν ο κατηγορούμενος πρότεινε ως Δημοτικό Σύμβουλο τον Π. Σ., δεν ενήργησε παρά τις προειδοποιήσεις της εγκαλούσας, αλλ' αντιθέτως αγνοούσε ότι αυτή θα ανεξαρτητοποιηθεί, και επομένως ισχυρίσθηκε εν γνώσει του ψευδώς ότι δεν ενέδωσε σε εκβιασμούς για την κατάληψη έμμισθων θέσεων εκ μέρους των αποχωρησάντων δύο δημοτικών συμβούλων, μεταξύ των οποίων και η εγκαλούσα. Κατόπιν τούτων, διέπραξε συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος της, διότι εμφανίζοντας έναντι του κοινού την εγκαλούσα, ως εκβιάστρια, ισχυρίσθηκε γι' αυτήν γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της ως δημοτικής συμβούλου και κατοίκου της μικρής κοινωνίας της .... Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης για την οποία κατηγορείται, κατά πλειοψηφία". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της ανωτέρω πράξης και, αφού του αναγνώρισε τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα, τον κήρυξε ένοχο του ότι στη ..., κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με και χωρίς χρήση του τύπου, ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων, για άλλον, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του, το γεγονός δε αυτό ήταν ψευδές και αυτός γνώριζε ότι ήταν ψευδές. Ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο Α) στις 6-1-2010, μετά την τελετή των Θεοφανείων κατά τη διάρκεια της εορταστικής εκδήλωσης κοπής της πίτας εντός του δημοτικού καταστήματος του Δήμου ..., κατά την ομιλία του ως Δήμαρχος ενώπιον αορίστου αριθμού δημοτών, παρισταμένων δημοτικών συμβούλων και δημοσιογράφων, μεταξύ των οποίων και ο δημοσιογράφος Π. Γ. του Ε., ανέφερε μεταξύ άλλων ότι "τέλος του 2009 ξεκίνησε για τη δημοτική αρχή με δύο αποχωρήσεις δημοτικών συμβούλων και ένταξη τους στην αντιπολίτευση και έκλεισε με πλήρη δικαίωση της απόφασης μας να μην ενδώσουμε σε εκβιασμούς για την κατάληψη έμμισθων θέσεων από αυτούς", αναφερόμενος στην γνωστή σε όλους τους παρευρισκομένους, εγκαλούσα Δ. Ρ. του Α., ανεξάρτητη δημοτική σύμβουλο και φωτογραφίζοντας αυτή, Β) περί τα τέλη Ιανουαρίου παραχώρησε προς δημοσίευση τη δήλωση που αναφέρεται στο υπό στοιχείο 1 του παρόντος, στην τοπική εφημερίδα "Φυσάει κόντρα στις Βόρειες Σποράδες", η οποία δημοσιεύθηκε στις σελίδες 1, 2 και 24 στο με αριθμό 67 φύλλο της εφημερίδας, που κυκλοφόρησε στα τέλη Ιανουαρίου του έτους 2010, ισχυριζόμενος ενώπιον του αναγνωστικού κοινού της εφημερίδας το παραπάνω ψευδές και συκοφαντικό γεγονός για την εγκαλούσα. Το παραπάνω γεγονός που ισχυρίσθηκε και άφησε να υπονοηθεί για την εγκαλούσα ο κατηγορούμενος είναι ψευδές και το ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων με και χωρίς τη χρήση του τύπου, αν και γνώριζε ότι είναι ψευδές και μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της, με την προαναφερόμενη ιδιότητα της ως δημοτικής συμβούλου του Δήμου ..., ενώ η αλήθεια είναι ότι η εγκαλούσα, που την 4-1-2009 κατόπιν πολιτικής διαφωνίας της με θέσεις του κατηγορουμένου αποχώρησε μαζί με τον δημοτικό σύμβουλο Ι. Κ. του Γ. από την πολιτική παράταξη "Δημοτική Υπέρβαση" και δήλωσε την ανεξαρτητοποίηση της ως δημοτική σύμβουλος του ως άνω Δήμου, ουδέποτε εκβίασε για την κατάληψη έμμισθης θέσης από την ίδια. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω πράξης, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 και 2, 79, 98, 363, 362 του ΠΚ, 47 του ΑΝ 1092/38, όπως το άρθρο 47 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 1738/87 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο μόνο παρ. 1 του Ν. 2243/94, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεχθέν κατ εξακολούθηση τέλεση της ανωτέρω πράξης, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, που προκύπτουν από την αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξης για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα. Δεν ήταν δε το Δικαστήριο υποχρεωμένο για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρει λεπτομερώς τα αποδεικτικά στοιχεία που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε και να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ούτε εκ του ότι δεν εξαίρονται ορισμένα συνάγεται ότι αυτά δεν λήφθηκαν υπόψη, αφού, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως αναφέρονται κατ είδος στην αρχή του σκεπτικού. Αιτιολογεί δε πλήρως το Εφετείο και τον άμεσο δόλο του αναιρεσείοντος, που απαιτεί η ανωτέρω πράξη, με την παράθεση πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η γνώση του για την αναλήθεια των όσων ισχυρίσθηκε. Τα ψευδή πραγματικά περιστατικά, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, ήσαν πρόσφορα να πλήξουν την τιμή και την υπόληψη της πολιτικώς ενάγουσας, αφού την εμφάνισε σαν εκβιάστρια κινούμενη από ιδιοτελή κίνητρα. Δεν ήταν δε εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 367 ΠΚ περί άρσεως του αδίκου της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, αφού η εν λόγω διάταξη δεν εφαρμόζεται επί συκοφαντικής δυσφημήσεως. Κατ' ακολουθία τούτων, οι προβαλλόμενοι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ, Ε ΚΠΔ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου είναι απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν τούτων, η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ), και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας που παραστάθηκε (176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθμό εκθέσεως 3141/24-4-2013 αίτηση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της 78/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας που ανέρχεται σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουλίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ