Αριθμός 1405/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Κ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Παπαδημητρίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΟΤΕ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (242 παρ.2 ΚΠολΔ) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-7-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1410/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1083/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-9-2020 αίτησή του. Εκδόθηκε η 288/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της υπόθεσης. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 15-4-2022 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπό κρίση από 09.09.2020 και με αριθμό κατάθεσης 6472/779/09.09.2020 αίτηση αναίρεσης, η οποία νομίμως εισάγεται προς συζήτηση με την από 15.04.2022 και με αριθμό κατάθεσης 87/2022 κλήση του αναιρεσείοντος μετά την έκδοση της 288/2022 απόφασης του δικαστηρίου τούτου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης λόγω μη επίδοσης της αίτησης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση αυτής στην πρωτοδίκως προσθέτως παρεμβαίνουσα υπέρ του ενάγοντος πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΟΤΕ" (ΠΑΣΕ ΟΤΕ), που παραστάθηκε και στην εκκλητή δίκη και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, και μετά την επίδοση σ' αυτή της αίτησης αναίρεσης και της ανωτέρω κλήσεως με την πράξη ορισμού της ανωτέρω δικασίμου και κλήση για παράσταση κατά τη συζήτηση στη δικάσιμο αυτή (βλ. τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον αναιρεσείοντα 3969Ε'/23.05.2022 και 3970Ε'/23.05.2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Π. αντιστοίχως), προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, 1083/14.02.2020 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την, από 12.10.2018 (και με αριθμό κατάθεσης 95201/6543/2018), έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας κατά της 1410/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, που είχε δεχθεί εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την από 22.07.2014 (και με αριθμό κατάθεσης 87896/3042/2014) αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης περί αξιώσεών του εκ της επικαλούμενης υποβάθμισής του από προϊστάμενο στάθμης Υποδιεύθυνσης σε απλό υπάλληλο χωρίς συγκεκριμένο αντικείμενο εργασίας κατά προφανή κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης που συνιστά και μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας αλλά και προσβολή της προσωπικότητός του, κράτησε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ο εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρεώσεως του μισθωτού για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση. Έχει, δηλονότι, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά δι' αυτήν κριτήρια. Το υπό το άνω περιεχόμενο δικαίωμα του εργοδότη δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, να ασκείται καταχρηστικά. Δεν είναι όμως καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να τοποθετεί συγκεκριμένο εργαζόμενο ως προϊστάμενο ενός τμήματος ή ενός καταστήματος της επιχειρήσεώς του κατά παράλειψη άλλου μισθωτού, ο οποίος υπερέχει, έστω και καταφανώς, σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος. Και τούτο διότι δεν πρόκειται για απλή βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, που εντάσσεται στα εκ της εργασίας δικαιώματα του μισθωτού, τα οποία ευλόγως συνδέονται με τις αντικειμενικώς εκτιμώμενες ικανότητες αυτού, αλλά για επιλογή του έχοντος την εκμετάλλευση εργοδότη που αφορά αποφασιστικώς την οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεως. Για να είναι καταχρηστική στην περίπτωση αυτή η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 19/2005, ΑΠ 798/2018, ΑΠ 1/2012). Προκειμένου όμως περί απομακρύνσεως συγκεκριμένου από τη θέση προϊσταμένου τμήματος της επιχειρήσεως που κατέχει, της αναθέσεως σ' αυτόν υποδεέστερης ειδικότητας καθηκόντων και της τοποθετήσεως στη θέση του άλλου μισθωτού, για να είναι καταχρηστική η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, κατά την έννοια της άνω διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ, αρκεί η συνδρομή οποιωνδήποτε περιστάσεων, που καθιστούν τη μεταβολή αυτή προφανώς αντίθετη προς την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε αυτή η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος αποτελεί και μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως του μισθωτού (άρθρο 7 ν. 2112/1920), που παρέχει σ' αυτόν το δικαίωμα να ζητήσει τη δια της επαναφοράς του στη θέση αυτή, άρση της παρανομίας και εφόσον με τη μετακίνηση αυτή προσβάλλεται η προσωπικότητά του ως προς την επαγγελματική του αξία και εκτίθεται στους συναδέλφους του και γενικά στο κοινωνικό του περιβάλλον, χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον υποβιβασμό του, κατά τα άρθρα 57, 59, 914 και 932 ΑΚ (ΑΠ 798/2018, ΑΠ 48/2011). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 1/2016). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 517/2021, ΑΠ 556/2020, ΑΠ 869/2018, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 517/2021, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 1259/2019, ΑΠ 1033/2019 ΑΠ 1265/2017). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 517/2021, ΑΠ 1259/2019, ΑΠ 1033/2019, ΑΠ 1265/2017). Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1033/2019, ΑΠ 1265/2017, ΑΠ 74/2016). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 517/2021, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1373/2019, ΑΠ 1420/2013). Η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 517/2021, ΑΠ 1373/2019, ΑΠ 1420/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα ακόλουθα: ""Ο εφεσίβλητος, Δ. Κ., γεννηθείς το έτος 1966, κάτοχος πτυχίου Οικονομικών Επιστημών Πανεπιστημίου Πειραιώς και μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών του Πανεπιστημίου Salford της Αγγλίας στην επιστήμη της Διοίκησης Επιχειρήσεων με κατεύθυνση Μάρκετινγκ, προσλήφθηκε από την εκκαλούσα Ο.Τ.Ε. Α.Ε. στις 18-8-1997 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μέσω ΑΣΕΠ, κατόπιν επιτυχίας του σε σχετικό δημόσιο διαγωνισμό που προκήρυξε η τελευταία, με την ειδικότητα του Υπευθύνου Marketing. Αρχικά ανέλαβε αρμοδιότητες με την παραπάνω ειδικότητά του σχετιζόμενες με τον Χρυσό Οδηγό, ενώ από τον Δεκέμβριο του 1998 και μέχρι τον Ιούλιο του 2001 απασχολήθηκε ως Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής Οικιακών Πελατών στην εταιρεία T. S. [θυγατρική τότε του ΟΤΕ] στη Σερβία. Ακολούθως, από τον Αύγουστο του 2001 μέχρι και τον Μάρτιο του 2005 απασχολήθηκε ως Γενικός Διευθυντής Επιχειρησιακών Πελατών στην ίδια εταιρεία, ενώ, μετά την κατάργηση της θέσης του, επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου τον Οκτώβριο του 2005 τοποθετήθηκε από την εκκαλούσα στη νέα Υποδιεύθυνση Μάρκετινγκ Εταιρικών και Επιχειρησιακών Πελατών ως προϊστάμενος, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τον Δεκέμβριο του 2007. Περαιτέρω, κατόπιν της γενικής και ευρείας αναδιοργάνωσης των υπηρεσιών της εκκαλούσας που έλαβε χώρα το έτος 2008, συνεπεία και της συγχώνευσης [δια απορροφήσεως] της OTEnet με την τελευταία, η Γενική Εμπορική Διεύθυνση αυτής διασπάστηκε σε δύο (2) μέρη, ήτοι τη Γενική Διεύθυνση Οικιακών Πελατών και τη Γενική Διεύθυνση Εταιρικών και Επιχειρησιακών Πελατών, οπότε ο εφεσίβλητος τοποθετήθηκε ως προϊστάμενος της Υποδιεύθυνσης Μάρκετινγκ Εταιρικών και Επιχειρησιακών Πελατών, όπου και παρέμεινε μέχρι τον Οκτώβριο του 2011. Στη συνέχεια, με τη με αρ. 1/52/17-10-2011 απόφαση της εκκαλούσας, καταργήθηκε η Υποδιεύθυνση Μάρκετινγκ Εταιρικών και Επιχειρησιακών Πελατών και συστάθηκε η Υποδιεύθυνση Επικοινωνίας Μάρκετινγκ Εταιρικών και Επιχειρησιακών Πελατών. Στο πλαίσιο αυτό, ο εφεσίβλητος τοποθετήθηκε Προϊστάμενος της νέας αυτής Υποδιεύθυνσης, όπου και παρέμεινε μέχρι τον Μάιο του 2014. Κατά τον χρόνο αυτό στα πλαίσια εκ νέου αναδιοργάνωσης της Διεύθυνσης Μάρκετινγκ Εταιρικών και Επιχειρησιακών Πελατών Σταθερής και Κινητής, λόγω προσαρμογής της οργανωτικής δομής της στις μεταβαλλόμενες επιχειρησιακές ανάγκες της εκκαλούσας, καταργήθηκε, μεταξύ άλλων, η Υποδιεύθυνση Επικοινωνίας Μάρκετινγκ Εταιρικών και Επιχειρησιακών Πελατών, στην οποία προΐστατο μέχρι τότε ο εφεσίβλητος και το αντικείμενο των εργασιών της υπήχθη στην νεοσυσταθείσα Υποδιεύθυνση Επικοινωνίας Μάρκετινγκ Εταιρικών και Επιχειρησιακών Πελατών και Περιαγωγής Σταθερής και Κινητής. Πιο συγκεκριμένα, με τη με αρ. 1/Δ.384/14-5-2014 απόφαση της Γενικής Διευθύντριας Ανθρώπινου Δυναμικού Ομίλου ΟΤΕ με τίτλο "Οργάνωση Εταιρίας", στα πλαίσια του διευθυντικού δικαιώματος της εκκαλούσας, αποφασίστηκε η αναδιοργάνωση και η νέα οργανωτική δομή της ως άνω Διεύθυνσης και ειδικότερα καταργήθηκαν οι αναφερόμενες εκεί κατωτέρω επιχειρησιακές μονάδες: α) Υποδιεύθυνση Εμπορικής Ανάπτυξης, β) Υποδιεύθυνση Επικοινωνίας Μάρκετινγκ Εταιρικών και Επιχειρησιακών Πελατών [της οποίας προϊστάμενος ήταν ο εφεσίβλητος] και γ) Υποδιεύθυνση Σχεδιασμού Χαρτοφυλακίου Προϊόντων. Παράλληλα συστάθηκαν οι αναφερόμενες στην πιο πάνω απόφαση του αρμοδίου οργάνου της εκκαλούσας νέες επιχειρησιακές μονάδες με διευρυμένες αρμοδιότητες που αφορούν τόσο στην Σταθερή όσο και στην Κινητή Τηλεφωνία και δη :α) η Υποδιεύθυνση Εμπορικής Ανάπτυξης Σταθερής και Κινητής, β) η Υποδιεύθυνση Επικοινωνίας Μάρκετινγκ Εταιρικών και Επιχειρησιακών Πελατών και Περιαγωγής Σταθερής και Κινητής και γ) η Υποδιεύθυνση Διαχείρισης Προϋπολογισμού και Τιμολόγησης Προϊόντων Σταθερής και Κινητής. Ειδικά στη νεοσυσταθείσα Υποδιεύθυνση Επικοινωνίας Μάρκετινγκ Εταιρικών και Επιχειρησιακών Πελατών και Περιαγωγής Σταθερής και Κινητής, στην οποία υπήχθη το αντικείμενο των εργασιών της καταργηθείσας Υποδιεύθυνσης Επικοινωνίας Μάρκετινγκ Εταιρικών και Επιχειρησιακών Πελατών, προστέθηκε σημαντικό αντικείμενο, αυτό της κινητής τηλεφωνίας και της περιαγωγής και στις διευρυμένες αρμοδιότητές της περιλαμβανόταν ως πρόσθετο νέο αντικείμενο η προβολή των προϊόντων Κινητής Τηλεφωνίας (Cosmote). [...]. Στη νέα αυτή Υποδιεύθυνση, με διευρυμένες αρμοδιότητες, τοποθετήθηκε Προϊσταμένη η Δ. Μ., πτυχιούχος γαλλικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με σπουδές στη διοίκηση επιχειρήσεων στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, η οποία έως τότε ήταν Προϊσταμένη Τμήματος Επικοινωνίας Μάρκετινγκ Προϊόντων και Διαφήμισης, καθώς κρίθηκε από το αρμόδιο όργανο της εκκαλούσας ΟΤΕ Α.Ε ότι διαθέτει όλα τα απαραίτητα για τη θέση αυτή προσόντα. Ο εφεσίβλητος λόγω της χαμηλής απόδοσης που παρουσίαζε από το έτος 2011 και εφεξής, η οποία είχε ήδη αποτυπωθεί στις εκθέσεις αξιολόγησης των ετών 2011 και 2012, [...] τοποθετήθηκε ως απλό στέλεχος στην νεοσύστατη Υποδιεύθυνση Διαχείρισης Προϋπολογισμού και Τιμολόγησης Προϊόντων Σταθερής και Κινητής, που υπαγόταν ομοίως στη Διεύθυνση Μάρκετινγκ, με απευθείας αναφορά στον Προϊστάμενο της εν λόγω Υποδιεύθυνσης, Γ. Π., δυνάμει της 4/78/14-5-2014 απόφασης του Προϊσταμένου Διεύθυνσης Μάρκετινγκ Εταιρικών και Επιχειρησιακών Πελατών Σταθερής και Κινητής, Α. Φ. σε συνδυασμό με την ως άνω απόφαση της Γενικής Διευθύντριας Ανθρώπινου Δυναμικού Ομίλου ΟΤΕ. Τα καθήκοντα του στη θέση αυτή συνίσταντο στην παρακολούθηση εξελίξεων στη διεθνή αγορά σε εβδομαδιαία βάση, με τη χρήση στοιχείων μελετών/ερευνών, στη μηνιαία παρακολούθηση του ανταγωνισμού βάσει στοιχείων του Direct Sales και, με βάση την πληροφόρηση που συλλέγεται στη διαμόρφωση εκπαιδευτικού υλικού της Διεύθυνσης Β2Β Μάρκετινγκ για την ορθή και σε βάθος πληροφόρηση της εταιρείας. [...]. Σημειωτέον ότι σύμφωνα με την από 13-4-2016 βεβαίωση της Υποδιεύθυνσης Μητρώου Εργαζομένων της εκκαλούσας από την 22.10.2015 ο εφεσίβλητος είχε δικαίωμα πλήρους απαλλαγής από τα καθήκοντά του αυτά, λόγω της συνδικαλιστικής του ιδιότητας (Γραμματέας Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων και Μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής του ΠΑΣΕ ΟΤΕ), του οποίου δικαιώματος του δεν προέκυψε ότι έκανε χρήση, πλην όμως όπως χαρακτηριστικά βεβαίωσε στην ως άνω ένορκη βεβαίωσή του ο ενόρκως βεβαιώσας μάρτυρας της εκκαλούσας και άμεσος Προϊστάμενος του εφεσίβλητου στη νέα του θέση, Γ. Π. "ο κύριος ….. έχει επιλέξει να συμπεριφέρεται σαν εργαζόμενος που δεν διαθέτει γνώσεις και εμπειρία, δηλαδή, αποδέχεται να κάνει ό,τι του ζητείται, αλλά δεν χρησιμοποιεί την πρωτοβουλία και τις γνώσεις/εμπειρία που θα περίμενα να διαθέτει μετά από τη μακρά προϋπηρεσία του στον ΟΤΕ και τις θέσεις από τις οποίες έχει περάσει κατά τη διάρκεια αυτής". Η ανωτέρω ενέργεια της εκκαλούσας ΟΤΕ Α.Ε. να τοποθετήσει τον εφεσίβλητο όχι πλέον με την ιδιότητα του Προϊσταμένου Υποδιεύθυνσης αλλά του απλού στελέχους, έγινε μέσα στα πλαίσια που καθορίζει ο επέχων ισχύ νόμου Εσωτερικός Κανονισμός Προσωπικού (ΕΚΠ) της, που κυρώθηκε με το άρθρο 38 παρ. 3 του ν. 3522/2006 και ισχύει από 22.12.2006, έχει δε συμβατικό χαρακτήρα και έγινε αποδεκτός από όλους τους εργαζομένους της και φυσικά και από τον εφεσίβλητο, ο οποίος [Κανονισμός] διαλαμβάνει, στο άρθρο 3 ότι "Η εταιρία μπορεί, ανάλογα με τις ανάγκες της, και μέσα στα πλαίσια και τους περιορισμούς του νόμου και της ατομικής σύμβασης εργασίας - περιλαμβανόμενης και της απαγόρευσης μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της - να τοποθετεί σε οποιαδήποτε θέση και να αναθέτει οποιαδήποτε καθήκοντα σε οποιονδήποτε εργαζόμενο κατά την διακριτική της ευχέρεια" και, στο άρθρο 10 του ίδιου Κανονισμού ότι "ανεξάρτητα από τον τόπο και την μονάδα στην οποία αρχικά παρείχαν ή μεταγενέστερα παρέχουν τις υπηρεσίες τους, η Εταιρία δικαιούται να μεταθέσει ελεύθερα τους εργαζομένους στα διάφορα τμήματα, διευθύνσεις και εργασίες του ίδιου ή άλλων καταστημάτων της Εταιρίας στην ίδια ή άλλη πόλη". Ειδικότερα από τις άνω διατάξεις του Εσωτερικού Κανονισμού Προσωπικού της εκκαλούσας συνάγεται ότι η τελευταία δια του αρμοδίου οργάνου της έκανε χρήση του διευθυντικού της δικαιώματος και τοποθέτησε την μεν ως άνω υπάλληλο Δ. Μ. στη θέση του Προϊσταμένου στη νεοσύστατη Υποδιεύθυνση και τον εφεσίβλητο ως απλό στέλεχος, μετά την κατάργηση της Υποδιεύθυνσης της οποίας ήταν προϊστάμενος, προς τον σκοπό οργανωτικών αλλαγών που επιβάλλονταν από τον ανταγωνισμό που επικρατούσε τότε στην ήδη απελευθερωθείσα αγορά των τηλεπικοινωνιών καθώς και αποτελεσματικότερης στρατηγικής επαναστόχευσης και αρτιότερης λειτουργίας των υπηρεσιών της [...]. Έτσι η τοποθέτηση αυτή του εφεσίβλητου εντάσσεται στα πλαίσια του διευθυντικού δικαιώματος της εκκαλούσας κατά τους όρους της εργασιακής του σύμβασης, σύμφωνα με τους οποίους η ΟΤΕ Α.Ε. έχει το δικαίωμα από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του κανονισμού της, κατά την απόλυτη κρίση του αρμοδίου οργάνου της, να προσδιορίσει κάθε φορά που θα υπηρετούν οι υπάλληλοι της, χωρίς οποιαδήποτε δέσμευση από την ιεραρχία, το βαθμό και τις αποδοχές του υπαλλήλου, ώστε να είναι δυνατή η επιλογή σε νευραλγικές θέσεις και νεότερων ή κατά βαθμό κατώτερων υπαλλήλων από εκείνους που με μόνη την ιεραρχία θα ήταν διεκδικητές τους, πάντα δε με γνώμονα την (κατά την απόλυτη κρίση του αρμοδίου οργάνου) επιλογή των ικανότερων και καταλληλότερων υπαλλήλων. Ούτε εξάλλου η εκκαλούσα ανέλαβε καμιά συμβατική υποχρέωση να διατηρεί τον εφεσίβλητο, εσαεί Προϊστάμενο Στάθμης Υποδιεύθυνσης σε οποιαδήποτε Υποδιεύθυνση της, αν τα αρμόδια όργανά της έκριναν ότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις και δεν είχε τα απαραίτητα προσόντα για τη θέση αυτή. Σημειώνεται ότι η τοποθέτηση αυτή σε θέση απλού στελέχους έγινε χωρίς να μειωθούν οι τακτικές αποδοχές του εκκαλούντος (ενν. εφεσιβλήτου), αφού η επικαλούμενη από αυτόν ως απωλεσθείσα εκ της άνω αιτίας πρόσθετη μηνιαία αμοιβή των εξόδων κίνησης και παράστασης ποσού 1.957,47 ευρώ δεν περιλαμβάνεται στην έννοια των τακτικών αποδοχών, όπως αβασίμως ο ίδιος διατείνεται και τούτο διότι δεν αποτελούν μισθολογική παροχή που καταβάλλεται ανεξαρτήτως της ασκήσεως των καθηκόντων του ως αντάλλαγμα της εργασίας του, αλλά αποτελούν ανακλητή οικειοθελή παροχή, συνδεόμενη με την πραγματική άσκηση των καθηκόντων προϊσταμένου, [...], χωρίς αυτό να δύναται να θεωρηθεί ως υποβιβασμός ή μείωση του εργαζομένου. [...]. Εξάλλου όπως πιο πάνω αναφέρθηκε ανατέθηκαν στον εφεσίβλητο ουσιαστικά καθήκοντα και δεν τοποθετήθηκε "σε θέση ψυγείου" όπως αυτός αβάσιμα ισχυρίζεται. Επομένως η απόφαση της εκκαλούσας να τοποθετήσει τον εφεσίβλητο όχι πλέον με την ιδιότητα του Προϊσταμένου στη νεοσύστατη ως άνω Υποδιεύθυνση ή σε άλλη υποδιεύθυνση των υπηρεσιών της αλλά αυτή του απλού στελέχους, δεν είναι αντισυμβατική ή παράνομη και δεν αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεώς του. Άλλωστε η ανωτέρω απόφαση ήταν και δικαιολογημένη και υπαγορεύθηκε από το καλώς εννοούμενο συμφέρον της εκκαλούσας ΟΤΕ Α.Ε., δεδομένου ότι ο εφεσίβλητος από το έτος 2011 και εφεξής παρουσίασε χαμηλή απόδοση, η οποία αποτυπώθηκε στις εκθέσεις αξιολόγησης από τα αρμόδια όργανα της εκκαλούσας καθώς αξιολογήθηκε για το έτος 2011 [με κριτήρια απόδοσης: προγραμματισμός -στοχοθεσία, οργάνωση -επίλυση προβλημάτων, διοίκηση ανθρώπινου δυναμικού, επικοινωνία, σεβασμός-ακεραιότητα και κλίμακα αξιολόγησης 1-5] με συνολικό βαθμό 2,32 και με την ένδειξη "χρειάζεται βελτίωση" και για το έτος 2012 [στις παραμέτρους κοινοί επιχειρησιακοί στόχοι, προσωπικοί στόχοι και ιδιότητες (στρατηγική σκέψη, εστίαση στην επίτευξη αποτελεσμάτων, διοίκηση αλλαγών, εστίαση στον πελάτη, ηγεσία, παρακίνηση -ανάπτυξη ανθρώπων, ομαδικότητα, σεβασμός-ακεραιότητα, επικοινωνία και επιρροή) και κλίμακα αξιολόγησης 1-5] με συνολικό βαθμό 2,47 και με την ένδειξη "χρειάζεται βελτίωση", ώστε η τοποθέτηση στη θέση του Προϊσταμένου της νεοσύστατης Υποδιεύθυνσης ή σε θέση Υποδιευθυντή άλλης Υποδιεύθυνσης της εκκαλούσας να κρίνεται μη συμφέρουσα για την τελευταία. Ειδικότερα από τις αξιολογήσεις του εφεσίβλητου για τα έτη 2011 και 2012 (που έλαβαν χώρα αντίστοιχα τα έτη 2012 και 2013, ενώ δεν αξιολογήθηκε για το έτος 2013) οι οποίες βασίστηκαν σε αντικειμενικά κριτήρια και συντάχθηκαν αρμοδίως οι σχετικές προσκομισθείσες εκθέσεις αξιολόγησης από τον άμεσο προϊστάμενο του, Α. Φ. και τους προϊσταμένους του εποπτεύοντος αξιολογητή του, Κ. Ν. και Γ. Χ. αντίστοιχα, σύμφωνα με την πολιτική αξιολόγησης απόδοσης και ανάπτυξης εργαζομένων της εκκαλούσας ΟΤΕ Α.Ε., αλλά και από την συνδυαστική συνεκτίμηση όλων των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων των ενόρκως βεβαιωσάντων μαρτύρων της εκκαλούσας που έχουν άμεση γνώση και αντίληψη των όσων βεβαιώνουν μεταξύ των οποίων υφιστάμενοι του εφεσίβλητου, προϊστάμενοι άλλων διευθύνσεων και τμημάτων και στελεχών άλλων διευθύνσεων της εκκαλούσας που είχαν συνεργασία με τον εφεσίβλητο [οι οποίες δεν αναιρούνται από την ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυρα απόδειξης Α. Ρ. και τις ένορκες βεβαιώσεις των ενόρκως βεβαιωσάντων μαρτύρων του εφεσίβλητου καθώς αυτοί δεν έχουν άμεση γνώση της εργασιακής συμπεριφοράς του εφεσίβλητου για την επίμαχη περίοδο από το 2011 και εφεξής που ενδιαφέρει εν προκειμένω] καθώς και τα ενδεικτικά προσκομισθέντα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της τότε υφιστάμενης του εφεσίβλητου, Δ. Μ., προς εκείνον, τα οποία αυτούσια φαίνεται ότι απέστελνε ο ίδιος στους προϊσταμένους του, συνάγεται ότι η απόδοση του εφεσίβλητου ως Προϊσταμένου στάθμης Υποδιεύθυνσης, από το έτος 2011 και εφεξής, οπότε και άλλαξε το σύστημα αξιολόγησης, δεν ήταν ικανοποιητική, καθώς δεν ενδιαφερόταν ουσιαστικά για το αντικείμενο της Υποδιεύθυνσης του, δεν συμμετείχε ενεργά στις εισηγήσεις για τη λήψη επιχειρησιακών αποφάσεων, απέφευγε να προτείνει ενέργειες αντιμετώπισης ζητημάτων, ενώ ήταν ιδιαιτέρως προβληματική και η επικοινωνία με την ομάδα του, καθώς αδυνατούσε να επιβλέψει την απόδοση της επιχειρησιακής του μονάδας, αδυνατούσε να καθοδηγήσει και προτείνει λύσεις στους υφισταμένους του, τους φερόταν υποτιμητικά και απότομα, με αποτέλεσμα να υπάρχει διαρκώς ένταση και τεταμένο εργασιακό κλίμα και οι υφιστάμενοί του να επιφορτίζονται με εργασίες και καθήκοντα που κανονικά είχαν ανατεθεί στον ίδιο. Μάλιστα, παρά τις σχετικές συστάσεις και παρατηρήσεις που του έγιναν στην αξιολόγηση του έτους 2011, από τον άμεσο προϊστάμενο του, Α. Φ. και τον προϊστάμενο του εποπτεύοντος αξιολογητή του Κ. Ν., όπου στην συνολική ετήσια αξιολόγηση αναγράφηκε ότι "χρειάζεται βελτίωση" δεν υπήρξε εμφανής βελτίωση το έτος 2012, όπου και πάλι στην συνολική ετήσια αξιολόγηση αναγράφηκε ότι "χρειάζεται βελτίωση" και τα σχόλια του αξιολογητή ήταν ότι πρέπει να παρουσιάσει σημαντική βελτίωση σε θέματα που άπτονται σε παρακίνηση, καθοδήγηση ανθρώπων και διοίκηση αλλαγών, επικοινωνίας και επιρροής γιατί η απόδοσή του δεν ήταν τόσο ικανοποιητική και ότι από την άλλη πλευρά κάλυπτε με πληρότητα ζητήματα ηθικής συμπεριφοράς και συμμόρφωσης με τις εταιρικές επιταγές, συνέχιζαν δε να είναι τεταμένες οι εργασιακές σχέσεις του εφεσίβλητου με τους υφισταμένους του. Ο εφεσίβλητος ενημερώθηκε σχετικώς για τους λόγους που η εκκαλούσα ΟΤΕ ΑΕ δεν του ανέθεσε θέση ευθύνης κατά την αναδιάρθρωση των υπηρεσιών της τον Μάιο του 2014, με την αριθμ. πρωτ. …επιστολή του ως άνω εκτελεστικού διευθυντή της Διεύθυνσης Επικοινωνίας Μάρκετινγκ Εταιρικών και Επιχειρησιακών Πελατών Σταθερής και Κινητής, Γ. Χ. που του κοινοποιήθηκε με το εξής περιεχόμενο "Στα πλαίσια της πρόσφατης αναδιοργάνωσης της Διεύθυνσης Μάρκετινγκ Εταιρικών και Επιχειρησιακών Πελατών, καταργήθηκε η Υποδιεύθυνση Επικοινωνίας Μάρκετινγκ Εταιρικών και Επιχειρησιακών Πελατών, με αρμοδιότητα στη Σταθερή Τηλεφωνία, στην οποία είχατε τοποθετηθεί ως προϊστάμενος. Εξαιτίας της από το έτος 2011 και συνεχιζόμενης μη ικανοποιητικής απόδοσης σας στον ρόλο σας ως Προϊστάμενος της καταργηθείσας Υποδιεύθυνσης, δεν τοποθετηθήκατε σε θέση Προϊσταμένου της συσταθείσας Υποδιεύθυνσης Επικοινωνίας Μάρκετινγκ Εταιρικών & Επιχειρησιακών Πελατών και Περιαγωγής Σταθερής & Κινητής, η οποία έχει σημαντικά διευρυμένες αρμοδιότητες με την προσθήκη εκείνων της Κινητής Τηλεφωνίας, αλλά και της περιαγωγής. Η Εταιρεία μας, λόγω της πολύχρονης παρουσίας σας στον Όμιλο και προσπαθώντας να καλύψει τις τρέχουσες επιχειρησιακές ανάγκες της με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, προηγουμένως σας πρότεινε να αναλάβετε το αντικείμενο Β2 Β Segmentation από θέση Προϊσταμένου Τμήματος, που η Εταιρεία εξέταζε το ενδεχόμενο να συστήσει. Με αυτόν τον τρόπο, παρά την πρότερη μη ικανοποιητική απόδοσή σας σε ρόλο επικοινωνίας Μάρκετινγκ η Εταιρεία έμπρακτα θέλησε να επενδύσει εκ νέου σε σας και να σας δώσει την ευκαιρία να αναπτυχθείτε σε ένα νέο ρόλο, αποδεικνύοντας την πάγια προσπάθειά της να αξιοποιεί το ανθρώπινο δυναμικό της. Στην σχετική συνάντηση που είχατε μαζί μου στις 14/1/2014, παρουσία του Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού Εμπορικών Δραστηριοτήτων Σταθερής & Κινητής, κ. Σ. Γ., αρνηθήκατε κατηγορηματικά την πρότασή μας. Δυστυχώς, μετά και την άρνησή σας αυτή, επί του παρόντος δεν υφίσταται οργανωτικά άλλη δυνατότητα πέραν της ένταξής σας στο απλό προσωπικό της Εταιρείας". Ενισχυτικό μάλιστα του ότι ο εφεσίβλητος αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα στη διαχείριση των εργαζομένων της ομάδας του όπως ο ίδιος αναγνώρισε ενώπιον του αρμόδιου υπαλλήλου της εκκαλούσας για τη διαχείριση θεμάτων Ανθρώπινου Δυναμικού Σ. Γ. [...] είναι το γεγονός ότι ο ίδιος ο εφεσίβλητος επιθυμούσε την μετακίνησή του από την Υποδιεύθυνση που υπηρετούσε αφού υπέβαλε εντός του έτους 2013 αίτημα συμμετοχής σε διαδικασία επιλογής με εσωτερική προκήρυξη θέσεων, για τις θέσεις Προϊσταμένου Συγκροτήματος Τεχνικής Υποστήριξης Κοινόχρηστης Τηλεφωνίας και Προϊσταμένου Τεχνικού Διαμερίσματος Αθήνας, χωρίς, ωστόσο, να επιλεγεί για κάποια εκ των θέσεων αυτών, ενώ και στη συνέχεια, τον Απρίλιο του 2014, υπέβαλε εκ νέου αίτημα συμμετοχής σε διαδικασία επιλογής για άλλες δύο θέσεις στην εκκαλούσα ΟΤΕ Α.Ε., αυτές του Προϊσταμένου Υποδιεύθυνσης Πωλήσεων και Διαχείρισης Μισθώσεων και του Προϊσταμένου Υποδιεύθυνσης Επιχειρησιακού Σχεδιασμού Αξιοποίησης Ακινήτων, χωρίς και πάλι να επιλεγεί για την πλήρωση των θέσεων αυτών. Και είναι αλήθεια ότι ο εφεσίβλητος υπέβαλε ενώπιον του Συμβουλίου Προαγωγών ένσταση επί της απόφασης της εκκαλούσας ΟΤΕ Α.Ε. περί μη μισθολογικής του προαγωγής το έτος 2011 λόγω της παραπάνω κακής του βαθμολόγησης, η οποία έγινε δεκτή, πλην όμως ... το γεγονός αυτό δεν αναιρεί το αποτέλεσμα της αξιολόγησης με χαμηλή απόδοση, αφού το Συμβούλιο Προαγωγών δεν έχει αρμοδιότητα να επαναξιολογεί, ούτε είναι σε θέση να γνωρίζει την ποιότητα της εργασίας και την απόδοση του κάθε εργαζομένου, καθόσον αποκλειστικά αρμόδιος να αξιολογήσει την απόδοση ενός εργαζομένου είναι ο άμεσα προϊστάμενος του με τη συνδρομή του ιεραρχικά προϊσταμένου του αξιολογητή ως εποπτεύοντα την αξιολόγηση, τις οποίες το Συμβούλιο Προαγωγών αποδέχεται, όπως αυτές, σύμφωνα με τα ισχύοντα στην εκκαλούσα ΟΤΕ Α.Ε., έχουν αποτυπωθεί από τους αρμόδιους ιεραρχικούς προϊσταμένους του εργαζομένου, δηλαδή τον άμεσο προϊστάμενο/αξιολογητή και τον εποπτεύοντα κατά τα προαναφερθέντα, όμως στο Συμβούλιο έχει χορηγηθεί η αρμοδιότητα να επιτρέψει κατ' εξαίρεση την μισθολογική προαγωγή στην επόμενη μισθολογική βαθμίδα, σταθμίζοντας τις εν γένει περιστάσεις απασχόλησης του εργαζομένου και για λόγους επιείκειας ή για κοινωνικούς λόγους, όπως έπραξε το Συμβούλιο Προαγωγών, τόσο στην περίπτωση 106 άλλων εργαζομένων, όσο και στην περίπτωση του ενάγοντος λαμβάνοντας εν προκειμένω υπόψη του ότι δεν είχε εγκληθεί ή τιμωρηθεί για πειθαρχικό παράπτωμα, ούτε είχε τεθεί σε αργία, αλλά είχε αξιολογηθεί με χαμηλή απόδοση για το έτος 2011 ενώ άλλοι εργαζόμενοι είχαν αξιολογηθεί με ακόμη χαμηλότερη απόδοση. [...]. Εξάλλου η τοποθέτηση της ανωτέρω υπαλλήλου [Δ. Μ.] στη θέση της προϊσταμένης της νεοσύστατης υποδιεύθυνσης απέρρευσε από την απροσωπόληπτη κρίση του αρμοδίου οργάνου της εκκαλούσας ΟΤΕ Α.Ε., ο οποίος αξιολογών τα παραπάνω τυπικά και ουσιαστικά προσόντα της και ιδία την υψηλή απόδοσή της, την επιτυχή άσκηση υπευθύνων καθηκόντων προϊσταμένης Τμήματος, [σημειωτέον ότι η συγκεκριμένη αξιολογήθηκε για το έτος 2011 και το 2012 από τον άμεσο προϊστάμενο της, Δ.Κ. (εκκαλούντα) και τον προϊστάμενο του εποπτεύοντος αξιολογητή της, Α. Φ., με συνολικό βαθμό 3,59 και 3,77 αντίστοιχα με την ένδειξη "συχνά ξεπερνά" και για το έτος 2013 από τον άμεσο προϊστάμενο της, Α. Φ. και τον προϊστάμενο του εποπτεύοντος αξιολογητή της, Γ. Χ., με συνολικό βαθμό 3,85 και με την ένδειξη "συχνά ξεπερνά"] προέκρινε αυτή για την παραπάνω θέση, θεωρώντας την ικανή και κατάλληλη για την προώθηση των συμφερόντων της εκκαλούσας ΟΤΕ Α.Ε. Άλλωστε η εκκαλούσα όπως και όλες οι άλλες ανώνυμες εταιρείες που λειτουργούν στην τηλεπικοινωνιακή αγορά στην Ελλάδα, κινείται μέσα σε ανταγωνιστικό χώρο και οι σχέσεις της με το προσωπικό της τελούν υπό ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, γεγονός το οποίο της επιτρέπει ανάλογα με τις ανάγκες της να καλύπτει τα κενά της μετακινώντας ή τοποθετώντας υπαλλήλους της σε θέσεις ευθύνης και αξιοποιώντας αυτούς τόσο προς ίδιον όφελος της όσον και προς όφελος αυτών από υπηρεσιακής απόψεως. Επομένως ενόψει όλων αυτών η μη τοποθέτησή του εφεσίβλητου εκ νέου σε θέση Προϊσταμένου Υποδιεύθυνσης στη νεοσύστατη ως άνω Υποδιεύθυνση ή σε άλλη Υποδιεύθυνση των υπηρεσιών της εκκαλούσας δεν είναι ούτε καταχρηστική, αφού η άσκηση αυτή του δικαιώματος που είχε συμβατικά η εκκαλούσα δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ενώ και η εκ μέρους της εκκαλούσας ανάθεση στον εφεσίβλητο καθηκόντων υποδεέστερης θέσης απ' αυτήν που ήδη κατείχε, αφενός δικαιολογείται εν προκειμένω από υπηρεσιακές ανάγκες (κατάργηση της Υποδιεύθυνσης, στην οποία προΐστατο ως Υποδιευθυντής ο εφεσίβλητος και εν γένει αναδιοργάνωση της υπηρεσίας Διεύθυνσης Επικοινωνίας Marketing της εκκαλούσας), αφετέρου υπαγορεύθηκε από το καλώς εννοούμενο συμφέρον της εκκαλούσας όπως ήδη εκτενώς πιο πάνω αναφέρθηκε και ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η επιλογή της εκκαλούσας να τοποθετήσει τον εφεσίβλητο στην προαναφερόμενη θέση. Εξάλλου η άσκηση ενός τέτοιου δικαιώματος δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά ούτε αντισυμβατική συμπεριφορά της εργοδότριας αλλά ούτε και παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχείρισης. Άλλωστε δεν αποδείχθηκε ότι άλλοι εργαζόμενοι της εκκαλούσας, υπολείπονταν σε προσόντα κλπ από τον εφεσίβλητο και παρ' όλα αυτά είχαν ευνοϊκότερη απ' αυτόν μεταχείριση. Πέραν αυτών, δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά, που να υποδηλώνουν εμπάθεια, ύπαρξη εκδικητικών κινήτρων της εργοδότριας εκκαλούσας, κακοβουλία από κάποιο αρμόδιο στέλεχος της τελευταίας σε βάρος του εφεσίβλητου, τα οποία να οδήγησαν την εκκαλούσα, κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος, στην απόφαση να τοποθετήσει τον εφεσίβλητο στην προαναφερόμενη θέση. Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου ότι υπήρχε μεροληπτική συμπεριφορά εκ μέρους της εκκαλούσας κατά την τοποθέτηση σε θέσεις ευθύνης σε βάρος των εργαζομένων με προέλευση από τον Ο.Τ.Ε. όπως ο εφεσίβλητος, καθώς εκ των 78 εργαζομένων της εκκαλούσας σε θέσεις ευθύνης, οι 44 προέρχονται από το προσωπικό του Ο.Τ.Ε και οι 34 από την πρώην Otenet, Cosmote και Oteplus. Ουδόλως δε αποδείχτηκε ότι η προέλευση του εφεσίβλητου από τον Ο.Τ.Ε. συντέλεσε στη λήψη της απόφασης για την παράλειψη της τοποθέτησής του ως Προϊσταμένου στην προαναφερθείσα θέση στάθμης Υποδιεύθυνσης καθόσον η συγκεκριμένη απόφαση του αρμοδίου οργάνου του ΟΤΕ, ο οποίος είναι ανώνυμη εταιρεία, αφορά προεχόντως την οργάνωση και διεύθυνση της επιχείρησης, ειδικότερα δε δεν αποδείχθηκαν περιστατικά αφορώντα την υπεροχή του εφεσίβλητου ως προς τις διοικητικές του ικανότητες, την ικανότητα αντιμετώπισης υπηρεσιακών προβλημάτων, την μεθοδικότητα επίλυσής τους, την ειδική κρίση και αντίληψη, το συντονιστικό πνεύμα συνεργασίας και επικοινωνίας του, στα οποία να διακρίθηκε, το τελευταίο δε, δεν μπορεί να συναχθεί ως στοιχείο υπεροχής από μόνη τη συνδικαλιστική δραστηριότητα (που είναι εξωυπηρεσιακή) του εφεσίβλητου σε σχέση με τη συγκρινόμενη, κριτήρια, αναγκαία για την αξιολόγηση του Προσωπικού της εκκαλούσας, κατά τη διαδικασία της πληρώσεως των θέσεων των Προϊσταμένων στάθμης Υποδιεύθυνσης, η οποία δεν αποτελεί βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή αλλά τοποθέτηση σε θέση ευθύνης υπαλλήλου, ο οποίος αξιολογούμενος από τα αρμόδια όργανα της εκκαλούσας θεωρείται ο πλέον κατάλληλος για να την αναλάβει. Ενόψει όλων των ανωτέρω, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 7 Ν 2112/1920, αλλά ούτε ανακύπτει περίπτωση καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος της εκκαλούσας, αφού δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν πρόσθετα πραγματικά περιστατικά τα οποία θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους της εφεσίβλητης, των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Αφού δε, αποδείχτηκε ότι η ανωτέρω ενέργεια της εκκαλούσας να τοποθετήσει τον εφεσίβλητο όχι πλέον με την ιδιότητα του Προϊσταμένου Υποδιεύθυνσης αλλά του απλού στελέχους ήταν συμβατική και δεν θεμελιώνει κατάχρηση δικαιώματος, το αίτημα της αγωγής, περί υποχρεώσεως της εκκαλούσας να τον επαναφέρει στην θέση του Προϊσταμένου Υποδιεύθυνσης είναι απορριπτέο κατ' ουσίαν. Εξάλλου η συμπεριφορά αυτή της εκκαλούσας, που ήταν καθόλα νόμιμη, δεν αποδείχτηκε ότι προσέβαλε, αντικειμενικά κρινόμενη, την προσωπικότητα του εφεσίβλητου και επομένως αυτός δεν δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και το σχετικό αγωγικό κονδύλιο τυγχάνει απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο. Τέλος αφού δεν αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα ΟΤΕ Α.Ε. είχε υποχρέωση να τοποθετήσει τον εφεσίβλητο σε θέση ευθύνης ανάλογη της θέσης που κατείχε προ της θεμιτής κατάργησης της ως άνω Υποδιεύθυνσης, δεν ανακύπτει υποχρέωση καταβολής της πρόσθετης μηνιαίας αμοιβής των εξόδων κίνησης και παράστασης που ελάμβανε ως Προϊστάμενος Υποδιεύθυνσης δεδομένου και του ότι η πρόσθετη αυτή αμοιβή συνδέεται με την εκτέλεση πραγματικής υπηρεσίας, ως ήδη πιο πάνω αναφέρθηκε."". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της ήδη αναιρεσιβλήτου - εναγομένης ΟΤΕ Α.Ε., εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε δεχτεί την αγωγή ως, κατά ένα μέρος, βάσιμη από ουσιαστική άποψη, κρίνοντας ότι η παράλειψη των οργάνων της εναγομένης να τοποθετήσει ως προϊστάμενο τον ενάγοντα στην προαναφερθείσα θέση Προϊσταμένου στάθμης Υποδιεύθυνσης είναι παράνομη ως καταχρηστική και ότι η ανωτέρω τοποθέτησή του ως απλό στέλεχος συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, και δικάζοντας επί της ένδικης αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στην ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και με την έννοια της καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος, την οποία δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως έγιναν δεκτά από αυτό (Εφετείο) και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη, όπως η έννοιά της αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού. Ειδικότερα, το Εφετείο, εφόσον δέχθηκε ανελέγκτως ότι η μη τοποθέτησή του αναιρεσείοντος (τον Μάιο του 2014) εκ νέου σε θέση Προϊσταμένου Υποδιεύθυνσης στη νεοσύστατη Υποδιεύθυνση (Επικοινωνίας Μάρκετινγκ Εταιρικών και Επιχειρησιακών Πελατών και Περιαγωγής Σταθερής και Κινητής) ή σε άλλη Υποδιεύθυνση των υπηρεσιών της αναιρεσιβλήτου δεν είναι καταχρηστική, αφού η άσκηση αυτή του δικαιώματος που είχε συμβατικά η αναιρεσίβλητη δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ενώ και η ανάθεση στον αναιρεσείοντα καθηκόντων υποδεέστερης θέσης απ' αυτήν που ήδη κατείχε, αφενός δικαιολογείται εν προκειμένω από υπηρεσιακές ανάγκες (κατάργηση της Υποδιεύθυνσης -Επικοινωνίας Μάρκετινγκ Εταιρικών και Επιχειρησιακών Πελατών-, στην οποία προΐστατο ως Υποδιευθυντής ο αναιρεσείων και εν γένει αναδιοργάνωση της υπηρεσίας Διεύθυνσης Επικοινωνίας Marketing της αναιρεσιβλήτου), αφετέρου υπαγορεύθηκε από το καλώς εννοούμενο συμφέρον της αναιρεσιβλήτου, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων από το έτος 2011 και εφεξής παρουσίασε χαμηλή απόδοση, ώστε η τοποθέτηση στη θέση του Προϊσταμένου της νεοσύστατης Υποδιεύθυνσης ή σε θέση Προϊσταμένου άλλης Υποδιεύθυνσης της αναιρεσιβλήτου να κρίνεται μη συμφέρουσα για την τελευταία, καθόσον, ειδικότερα, η απόδοσή του ως Προϊσταμένου στάθμης Υποδιεύθυνσης, από το έτος 2011 και εφεξής, δεν ήταν ικανοποιητική, καθώς δεν ενδιαφερόταν ουσιαστικά για το αντικείμενο της Υποδιεύθυνσης του, δεν συμμετείχε ενεργά στις εισηγήσεις για τη λήψη επιχειρησιακών αποφάσεων, απέφευγε να προτείνει ενέργειες αντιμετώπισης ζητημάτων, ενώ ήταν ιδιαιτέρως προβληματική και η επικοινωνία με την ομάδα του, αφού αδυνατούσε να επιβλέψει την απόδοση της επιχειρησιακής του μονάδας, αδυνατούσε να καθοδηγήσει και προτείνει λύσεις στους υφισταμένους του, τους φερόταν υποτιμητικά και απότομα, με αποτέλεσμα να υπάρχει διαρκώς ένταση και τεταμένο εργασιακό κλίμα, η δε τοποθέτηση της υπαλλήλου Δ. Μ., (πτυχιούχου γαλλικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με σπουδές στη διοίκηση επιχειρήσεων στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, η οποία έως τότε ήταν Προϊσταμένη Τμήματος Επικοινωνίας Μάρκετινγκ Προϊόντων και Διαφήμισης) στη θέση της προϊσταμένης της νεοσύστατης υποδιεύθυνσης με διευρυμένες αρμοδιότητες, έλαβε χώρα διότι κρίθηκε από το αρμόδιο όργανο της αναρεσιβλήτου, ότι διαθέτει όλα τα απαραίτητα για τη θέση αυτή προσόντα και απέρρευσε από την απροσωπόληπτη κρίση του αρμοδίου οργάνου της αναρεσιβλήτου, που αξιολογώντας τα προαναφερόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα της και ιδία την υψηλή απόδοσή της, την επιτυχή άσκηση υπευθύνων καθηκόντων προϊσταμένης Τμήματος, προέκρινε αυτή για την παραπάνω θέση, θεωρώντας την ικανή και κατάλληλη για την προώθηση των συμφερόντων της αναιρεσιβλήτου, ενώ, επιπροσθέτως, δεν αποδείχθηκαν περιστατικά αφορώντα την υπεροχή του αναιρεσείοντος ως προς τις διοικητικές του ικανότητες, την ικανότητα αντιμετώπισης υπηρεσιακών προβλημάτων, την μεθοδικότητα επίλυσής τους, την ειδική κρίση και αντίληψη, το συντονιστικό πνεύμα συνεργασίας και επικοινωνίας του, στα οποία να διακρίθηκε, ορθώς κατέληξε στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα περί μη παραβίασης της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ. Μόνη δε η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα υπεροχή του σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα [ως προς το χρόνο προϋπηρεσίας, την κατοχή θέσεων ευθύνης και τη διεθνή εμπειρία, ως προς την ειδική γνώση του αντικειμένου, ως προς το είδος των σπουδών και την πρόσληψή του εν σχέσει με το αντικείμενο απασχόλησης] έναντι της τοποθετηθείσας στην νεοσύστατη Υποδιεύθυνση Δ. Μ., χωρίς την επίκληση και άλλων πραγματικών περιστατικών, δεν καθιστά καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, την άσκηση του δικαιώματος της εργοδότιδος αναιρεσιβλήτου να τοποθετήσει την τελευταία ως Προϊσταμένη της ανωτέρω νέας Υποδιεύθυνσης, αφού, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, πρόκειται για επιλογή του έχοντος την εκμετάλλευση εργοδότη που αφορά αποφασιστικώς την οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεως, δεδομένου μάλιστα ότι, κατά την ανέλεγκτη κρίση της προσβαλλομένης, ο αναιρεσείων ως Προϊστάμενος στάθμης Υποδιεύθυνσης από το έτος 2011 και εφεξής παρουσίασε χαμηλή απόδοση, όπως ειδικότερα ανωτέρω αναφέρθηκε, και δεν αποδείχθηκε υπεροχή του ως προς τις διοικητικές του ικανότητες, την ικανότητα αντιμετώπισης υπηρεσιακών προβλημάτων, την μεθοδικότητα επίλυσής τους, την ειδική κρίση και αντίληψη, το συντονιστικό πνεύμα συνεργασίας και επικοινωνίας του, στα οποία να διακρίθηκε, όπως ειδικότερα ανωτέρω αναφέρθηκε. Τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα ότι το Εφετείο έδωσε ειδικό βάρος στο κριτήριο της αξιολόγησής του από τα όργανα της ίδιας της αναιρεσιβλήτου, διαδικασία όμως που συνδέεται με υποκειμενισμό και με μη αντικειμενικά μετρήσιμα μεγέθη, είναι απαράδεκτα, στα πλαίσια της προβολής του αναιρετικού λόγου της παράβασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου (559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), αφού αναφέρονται στη βαρύτητα των αποδεικτικών μέσων, και στην πραγματικότητα, δι' αυτών, επιχειρείται να πληγεί η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ενόψει τούτων το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη (άρθρο 281 ΑΚ), την οποία και ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, αφού, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για να εφαρμοστεί, διότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή της, καθόσον δεν πληρούσαν το πραγματικό αυτής ήτοι της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Κατόπιν των ανωτέρω, ο υποστηρίζων τα αντίθετα, πρώτος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου και τούτο διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή η παράλειψη των οργάνων της ήδη αναιρεσιβλήτου εναγόμενης να τοποθετήσει τον ήδη αναιρεσείοντα ενάγοντα στην προαναφερθείσα θέση Προϊσταμένου στάθμης Υποδιεύθυνσης δεν είναι παράνομη ως καταχρηστική ούτε η ανωτέρω τοποθέτησή του (μετά την κατάργηση της Υποδιεύθυνσης της οποία ήταν προϊστάμενος) ως απλό στέλεχος συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του. Αποδίδεται από τον αναιρεσείοντα πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση περί ανεπάρκειας αιτιολογίας εκ του ότι: A) δεν διευκρινίζεται εάν τα νέα καθήκοντα που του ανατέθηκαν ήταν ανάλογα του επιπέδου και του είδους σπουδών του, της εμπειρίας του και της στάθμης της προϋπηρεσίας του στην αντίδικο, όπως και ποιά ήταν η ποιοτική σημασία των νέων καθηκόντων για τη λειτουργία της αντιδίκου, είναι αβάσιμη, ενόψει του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέροντας τα νέα καθήκοντα αυτού (παρακολούθηση εξελίξεων στη διεθνή αγορά σε εβδομαδιαία βάση, με τη χρήση στοιχείων μελετών/ερευνών, στη μηνιαία παρακολούθηση του ανταγωνισμού βάσει στοιχείων του Direct Sales και, με βάση την πληροφόρηση που συλλέγεται στη διαμόρφωση εκπαιδευτικού υλικού της Διεύθυνσης Β2Β Μάρκετινγκ για την ορθή και σε βάθος πληροφόρηση της εταιρείας), στα οποία εμπεριέχεται και η συσχέτιση αυτών με τις σπουδές του (Μάρκετινγκ) και η σημασία τους για την εταιρία (σε βάθος πληροφόρηση αυτής), αναφέρει ρητώς περαιτέρω ότι του ανατέθηκαν ουσιαστικά καθήκοντα, Β) αναφέρεται ότι ο ίδιος (αναιρεσείων) αρνήθηκε να καταλάβει τη θέση Προϊσταμένου Τμήματος, χωρίς να προσδιορίζεται ποιοί ήταν οι λόγοι της άρνησής του, αφού δεν προσδιορίζεται ποιά θα ήταν τα σχετικά καθήκοντα και εάν αυτά ήταν κατώτερα της κατεχόμενης θέσης, ώστε να δικαιολογείται ενδεχομένως η άρνησή του. Η αιτίαση της πλημμέλειας αυτής, είναι αβάσιμη, ενόψει του ότι τα ανωτέρω δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογίας της απόφασης σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, τα ανωτέρω αναφέρονται διηγηματικά σ' αυτή στα πλαίσια της παράθεσης του περιεχομένου του κειμένου της με αριθμ. πρωτ. 350111/14-5-2014 επιστολής του εκτελεστικού διευθυντή της Διεύθυνσης Επικοινωνίας Μάρκετινγκ Εταιρικών και Επιχειρησιακών Πελατών Σταθερής και Κινητής, Γ. Χ. με την οποία αυτός (αναιρεσείων) ενημερώθηκε σχετικώς για τους λόγους που η αναιρεσίβλητη ΟΤΕ Α.Ε. δεν του ανέθεσε θέση ευθύνης κατά την αναδιάρθρωση των υπηρεσιών της τον Μάιο του 2014, Γ) αναφέρεται στην προσβαλλομένη ότι η παράλειψη να τοποθετηθεί (ο αναιρεσείων) σε θέση Προϊσταμένου Υποδιεύθυνσης τεκμηριώνεται από έλλειψη πρωτοβουλίας του κατά την άσκηση των καθηκόντων του, από έλλειψη ενδιαφέροντος, από αδυναμία επίβλεψης της απόδοσης της επιχειρησιακής μονάδας του, από υποτιμητική συμπεριφορά απέναντι στους συναδέλφους του και από δημιουργία τεταμένου περιβάλλοντος κατά τα έτη 2011-2013, χωρίς να παρατίθεται κάποιο συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό με συγκεκριμένο πρόσωπο, σε συγκεκριμένο χρόνο και με συγκεκριμενοποίηση ευθύνης, από το οποίο να προκύπτουν οι παραπάνω υποκειμενικές και προφανώς αυθαίρετες αξιολογήσεις και εκτιμήσεις. Και η αιτίαση αυτής της πλημμέλειας είναι αβάσιμη, εφόσον εκτίθεται σαφώς και με πληρότητα το πόρισμα, και δεν ήταν αναγκαίο να αναφερθούν περαιτέρω περιστατικά για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, αφού, όπως προεκτέθηκε στη νομική σκέψη, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, Δ) δεν περιλαμβάνεται καμιά αναφορά για την επαγγελματική του απόδοση κατά το, αμέσως προηγούμενο της άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος, έτος 2013 και κατά τους πρώτους μήνες του 2014, περιοριζόμενο το Εφετείο στις αξιολογήσεις των ετών 2011 και 2012, ώστε να μην εμφαίνεται αν είχε παρουσιάσει αυξημένη αποδοτικότητα και εκείνη τη βελτίωση που αξίωναν στις προηγούμενες αξιολογήσεις τους τα όργανα της αντιδίκου και η αιτίαση αυτής της πλημμέλειας είναι αβάσιμη, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης, η χαμηλή απόδοση του αναιρεσείοντος παρουσιάζεται κατά τα έτη 2011 και "εφεξής" [η οποία, κατά την προσβαλλομένη, είχε μεν αποτυπωθεί στις εκθέσεις αξιολόγησης των ετών 2011 και 2012 με την ένδειξη "χρειάζεται βελτίωση", αλλά προέκυψε και από τη συνδυαστική συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων (ενόρκων βεβαιώσεων, μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ...)], και δεν περιορίζεται στις αξιολογήσεις των ετών 2011 και 2012, Ε) (και κατά την αίτηση αναίρεσης ΣΤ), αναφέρεται ότι η μείωση των αποδοχών του κατά 1.957,47 ευρώ μηνιαίως, η οποία συνόδευσε τον υποβιβασμό του, δεν αποτελούσε μείωση των τακτικών αποδοχών με το επιχείρημα ότι αποτελούσε ανακλητή οικειοθελή παροχή συνδεόμενη με την πραγματική άσκηση των καθηκόντων χωρίς να διευκρινίζει όμως ποιό ήταν το ύψος των συνολικών αποδοχών του και ειδικότερα ποιό ποσοστό τους κάλυπτε η συγκεκριμένη παροχή, όπως και εάν ήταν υποχρεωμένος σε απόδοση λογαριασμού. Και η αιτίαση της πλημμέλειας αυτής είναι αβάσιμη, ενόψει του ότι η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "η τοποθέτηση (του αναιρεσείοντος) σε θέση απλού στελέχους έγινε χωρίς να μειωθούν οι τακτικές αποδοχές του, αφού η επικαλούμενη από αυτόν ως απολεσθείσα εκ της άνω αιτίας πρόσθετη μηνιαία αμοιβή των εξόδων κίνησης και παράστασης ποσού 1.957,47 ευρώ δεν περιλαμβάνεται στην έννοια των τακτικών αποδοχών, ... διότι δεν αποτελούν μισθολογική παροχή που καταβάλλεται ανεξαρτήτως της ασκήσεως των καθηκόντων του ως αντάλλαγμα της εργασίας του, αλλά αποτελούν ανακλητή οικειοθελή παροχή, συνδεόμενη με την πραγματική άσκηση των καθηκόντων προϊσταμένου", δεν συνιστά ανεπάρκεια αιτιολογίας εφόσον εκτίθεται σαφώς το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα περί μη μείωσης των τακτικών αποδοχών του αναιρεσείοντος, με σαφή μάλιστα και πλήρη αιτιολογία ως προς την έννοια των επικαλούμενων από αυτόν εξόδων κίνησης και παράστασης εν σχέσει με τις τακτικές αποδοχές, ΣΤ) (και κατά την αίτηση αναίρεσης Η), αναφέρεται στην προσβαλλομένη ότι στη νέα Υποδιεύθυνση Επικοινωνίας Μάρκετινγκ Εταιρικών και Επιχειρησιακών Πελατών και Περιαγωγής Σταθερής και Κινητής προστέθηκε σημαντικό αντικείμενο αυτό της περιαγωγής και αυτό της κινητής χωρίς να διευκρινίζεται, όμως, προκειμένου να διαπιστωθεί η σημασία της μεταβολής, ποιος ήταν ο κύκλος εργασιών της παλαιάς (πριν το 2014) Υποδιεύθυνσης και ποιος της νεοδημιουργηθείσας (το 2014) ή και ποια ήταν τα αντίστοιχα κονδύλια κατανάλωσης κάθε μιας από της νέες Υποδιευθύνσεις, ώστε να κριθεί εάν πράγματι επρόκειτο για μια αισθητή και σημαντική αναδιοργάνωση, η οποία επέβαλλε και την ανακατανομή των θέσεων ευθύνης ή αντίθετα για μια άνευ ουσιαστικής σημασίας προσθήκη ενός μη αξιόλογου αντικειμένου, οπότε επρόκειτο τελικά για μια μετονομασία. Και η αιτίαση της πλημμέλειας αυτής είναι αβάσιμη, διότι στην παραδοχή της προσβαλλομένης ότι στα πλαίσια του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσιβλήτου, αποφασίστηκε η αναδιοργάνωση και η νέα οργανωτική δομή της ως άνω Διεύθυνσης και στη νεοσυσταθείσα Υποδιεύθυνση Επικοινωνίας Μάρκετινγκ Εταιρικών και Επιχειρησιακών Πελατών και Περιαγωγής Σταθερής και Κινητής, στην οποία υπήχθη το αντικείμενο των εργασιών της καταργηθείσας Υποδιεύθυνσης Επικοινωνίας Μάρκετινγκ Εταιρικών και Επιχειρησιακών Πελατών (της οποίας προϊστάμενος ήταν ο αναιρεσείων), "προστέθηκε σημαντικό αντικείμενο, αυτό της κινητής τηλεφωνίας και της περιαγωγής και στις διευρυμένες αρμοδιότητές της περιλαμβανόταν ως πρόσθετο νέο αντικείμενο η προβολή των προϊόντων Κινητής Τηλεφωνίας (Cosmote)" εκτίθεται σαφώς το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τη σημαντική αναδιοργάνωση της σχετικής Διεύθυνσης και των διευρυμένων αρμοδιοτήτων και του σημαντικού πρόσθετου νέου αντικειμένου της νεοσυσταθείσας Υποδιεύθυνσης εν σχέσει με την καταργηθείσα και δεν ήταν αναγκαία περαιτέρω αιτιολόγηση αυτού με την αναφορά στον κύκλο εργασιών και τα αντίστοιχα κονδύλια κατανάλωσης και Ζ) (το αναφερόμενο στο αναιρετήριο ως δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου), δεν αιτιολογείται επαρκώς, από την προσβαλλομένη, ως προς τα προσόντα της τοποθετηθείσας ως Προϊσταμένης στη νεοσυσταθείσα Υποδιεύθυνση Δ. Μ. αναφέροντας γενικόλογα ότι είχε πραγματοποιήσει κάποιες (αγνώστου επιπέδου) σπουδές που αναφέρονταν στη Διοίκηση Επιχειρήσεων, χωρίς να προσδιορίζει πότε αυτές έγιναν και ποιού επιπέδου ήταν. Και η αιτίαση της πλημμέλειας αυτής είναι αβάσιμη καθώς η αναιρεσιβαλλομένη αιτιολογεί επαρκώς τα προσόντα της Δ. Μ. αναφέροντας ρητώς ότι ήταν πτυχιούχος γαλλικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με σπουδές στη διοίκηση επιχειρήσεων στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και έως τότε ήταν Προϊσταμένη Τμήματος Επικοινωνίας Μάρκετινγκ Προϊόντων και Διαφήμισης και δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται ρητώς πότε έλαβαν χώρα οι σπουδές αυτής, αφού από τις παραπάνω παραδοχές σαφώς προκύπτει ότι είχαν προηγηθεί του κρίσιμου χρόνου τοποθέτησής της στην ανωτέρω θέση. Τέλος η αποδιδόμενη από τον αναιρεσείοντα πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση περί αντιφατικών αιτιολογιών (στοιχείο Ε της αναίρεσης) εκ του ότι αν και αρχικώς αναφέρει ως προς την αξιολόγηση του 2011 ότι υπέβαλε (ο αναιρεσείων) ένσταση λόγω της κακής βαθμολόγησης, η οποία έγινε δεκτή, στη συνέχεια αντιφατικά αναφέρει ότι "το γεγονός αυτό δεν αναιρεί το αποτέλεσμα της αξιολόγησης με χαμηλή απόδοση, αφού το Συμβούλιο δεν έχει αρμοδιότητα να επαναξιολογεί ... όμως στο Συμβούλιο έχει χορηγηθεί η αρμοδιότητα να επιτρέψει τη μισθολογική προαγωγή στην επόμενη βαθμίδα... και για λόγους επιείκειας", είναι αβάσιμη ενόψει του ότι στηρίζεται επί της αναληθούς προϋποθέσεως ότι η ένσταση υπεβλήθη λόγω της κακής βαθμολόγησης, ενώ από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι η ένσταση αναφερόταν στη μη μισθολογική του προαγωγή το έτος 2011 λόγω της παραπάνω κακής του βαθμολόγησης, και επομένως η αναφορά ότι το Συμβούλιο Προαγωγών δεν έχει αρμοδιότητα να επαναξιολογεί ... (καθόσον αποκλειστικά αρμόδιος να αξιολογήσει την απόδοση ενός εργαζομένου είναι ο άμεσα προϊστάμενός του με τη συνδρομή του ιεραρχικά προϊσταμένου του αξιολογητή), ... αλλά του έχει χορηγηθεί η αρμοδιότητα να επιτρέψει κατ' εξαίρεση την μισθολογική προαγωγή στην επόμενη μισθολογική βαθμίδα, δεν συνιστά αντιφατική αιτιολογία. Επομένως, οι πρώτος κατά το δεύτερος σκέλος και ο δεύτερος, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατόπιν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 09.09.2020 και με αριθμό κατάθεσης 6472/779/09.09.2020 αίτηση αναίρεσης της 1083/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ