Αριθμός 2219/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γρηγόριο Λαπατά Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων:1.Y. I. Τ. J., κατοίκου ..., 2.Ε. Κ. του Π., κατοίκου ..., αμφότεροι οι ανωτέρω δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3. Του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" ως ειδικός διάδοχος της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", της οποίας η άδεια λειτουργίας της ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Μ. του Ν., 2Ε. Κ. Μ., το γένος Λ. Δ., 3Ν. Μ. του Κ. και 4 Ε. Μ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ'αριθ. 822/102/18-3-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1458/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-10-2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Λαπατάς, ανέγνωσε την από 23-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του 3ου των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1,3 104, 568 παρ.4 και 576 παρ. 1-2 και 3 του ΚΠολΔ, (-όπως το άρθρο 96 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του ν.3994/2011 και το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του τελευταίου άρθρου προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν.4139/2013), ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: "α) Στα πολιτικά δικαστήρια και για την κατάρτιση της έγγραφης συμφωνίας του συναινετικού διαζυγίου οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. β) Η πληρεξουσιότητα δίνεται κατά την ενώπιον του Αρείου Πάγου διαδικασία είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου, που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων, γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου, που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλεια του στους αντιδίκους, ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί. Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, ότι σε περίπτωση περισσότερων απλών ομοδίκων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας αυτεπαγγέλτως, εξετάζει ο 'Αρειος Πάγος, ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αναίρεσης. Διαφορετικά, η κλήση με βάση την οποία εμφανίζεται και αυτός ως επιμελούμενος τη συζήτηση είναι άκυρη και η συζήτηση της αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς εκείνον (απόντα αναιρεσείοντα). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου στη νομίμως ορισθείσα δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, παραστάθηκε μόνο το εδρεύον στην Αθήνα ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", (-εφεξής αναφερόμενο ως "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ"-), ως ειδικός διάδοχος της τρίτης αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, ενώ τόσο οι πρώτος και δεύτερη αναιρεσείοντες, όσο και άπαντες οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο έστω και με έγγραφη δήλωση κατά τη διάταξη του άρθρου 242 ΚΠολΔ. Ο ως άνω παραστάς ειδικός διάδοχος της τρίτης αναιρεσείουσας, με τις προτάσεις του, επικαλείται και προσκομίζει τις υπ' αριθμούς …- … -…δ' και …/26-6-2013 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κατερίνης …, από τις οποίες προκύπτει ότι, με παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων Γεωργίου ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ προς τον ως άνω δικαστικό επιμελητή, συνοδευόμενη με κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως ακριβές αντίγραφο της ένδικης αναίρεσης στους αναιρεσίβλητους, αντίστοιχα. Δεν αποδεικνύεται, όμως, ότι οι απόντες πρώτος και δεύτερη αναιρεσείοντες είχαν χορηγήσει στον ανωτέρω δικηγόρο πληρεξουσιότητα για την επίσπευση της συζητήσεως, ούτε ο παριστάμενος προαναφερόμενος ειδικός διάδοχος της τρίτης αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας επικαλείται ότι κλήτευσε τους ως άνω απολιπόμενους αναιρεσείοντες για να παραστούν στην παρούσα συζήτηση. Επομένως, ενόψει και των όσων προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας παραγράφου, πρέπει, α) χωριζομένης της υπόθεσης ως προς τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσειόντων, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αναίρεσης ως προς αυτούς, και β) να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης για τους λοιπούς διαδίκους, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε κλητεύθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως για τη σημερινή δικάσιμο. ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓΠΝ/1911,297, 298,300,330 και 914 ΑΚ προκύπτει, ότι αναγκαία προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση σε περίπτωση σύγκρουσης αυτοκινήτων είναι η υπαιτιότητα, του οδηγού του αυτοκινήτου που προκάλεσε τη ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του οδηγού και της σύγκρουσης από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες. Τέτοιος αιτιώδης σύνδεσμος πρόσφορος για την επέλευση του αποτελέσματος υπάρχει όταν η σχετική πράξη ή παράλειψη του ζημιώσαντος ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προκαλέσει τη ζημία. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή αν η ζημία τελεί προς το επιζήμιο γεγονός σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, οπότε είναι αποζημιωτέα, ως ζήτημα καθαρώς πραγματικό κρίνεται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας. Η κρίση όμως περί του αν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος που επήλθε, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας, καθώς και ο βαθμός πταίσματος των υπαιτίων οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε τις διατάξεις του ΚΟΚ, αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων αυτού από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος. Αποτελεί απλά στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του επελθόντος αποτελέσματος. Εξάλλου, στις διατάξεις των άρθρων 30 παρ.1, 34 παρ. 3δ' και 6 του Ν.2696/1999 (ΚΟΚ) ορίζονται ότι: άρθρο 30 παρ.1 "Απαγορεύεται σε όλους να ανοίγουν ή να αφήνουν τις πόρτες του οχήματος ανοικτές ή να εισέρχονται/εξέρχονται αυτού, αν προηγουμένως δεν βεβαιωθούν ότι, εκ των ενεργειών τους, δεν προκαλείται κίνδυνος στους χρήστες της οδού .." άρθρο 34 παρ. 3δ". "Η στάθμευση οχήματος στο οδόστρωμα απαγορεύεται και αν το ελεύθερο μέρος της οδού που απομένει είναι ανεπαρκές για την κυκλοφορία των οχημάτων.." άρθρο 34 παρ. 6 "Τα οχήματα που βρίσκονται σε στάση ή στάθμευση, επιβάλλεται να τοποθετούνται παράλληλα με την οριογραμμή του οδοστρώματος και επί της αντιστοιχούσας γι'αυτούς προς την κατεύθυνση της κυκλοφορίας πλευράς, εκτός αν ορίζεται με σήμανση διαφορετικά ...". Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης. Ο λόγος άρα αυτός δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια (ΑΠ 2119/2007, ΑΠ425/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη και υπ' αριθμόν 1458/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το τελευταίο δέχτηκε ανέλεγκτα, σε σχέση με την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, που αναφέρονται παρακάτω, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Στις 28-1-2008 και ώρα 21.25' μ.μ. ο Α. Μ. του Κ. και της Ε., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο ιδιοκτησίας του, έβαινε στην οδό Μητροπόλεως της Κατερίνης, με κατεύθυνση από την οδό Νικ.Βρεττάκου προς την οδό Επισκ. Μακ. Κίτρους. Ταυτόχρονα το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική εκ της κυκλοφορίας του ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ALPHA ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", οδηγούμενο από τον ίδιο, είχε σταθμεύσει επί της οδού Μητροπόλεως με φορά κατεύθυνσης αντίθετη προς την κατεύθυνση της κυκλοφορίας απέναντι από τις εγκαταστάσεις του Αθλητικού Πολιτιστικού Συλλόγου Κατερίνης με την επωνυμία "ΝΕΑ ΠΟΛΙΣ" (που βρισκόταν αριστερά εν σχέσει με την κατεύθυνσή του) προκειμένου ο άνω εναγόμενος να παραλάβει τη σύζυγό του Σ. Σ. Παράλληλα, ο τρίτος εναγόμενος οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Φ. αυτοκινήτου είχε σταθμεύσει το άνω όχημα επί της ιδίας οδού, στην αντίθετη προς την κατεύθυνση της κυκλοφορίας πλευρά του οδοστρώματος στο ρεύμα κυκλοφορίας από την οδό Νικ. Βρεττάκου προς την οδό Επισκ. Μακ. Κίτρους και μάλιστα σε διαγώνια με το αυτοκίνητο του πρώτου εναγόμενου θέση, το οποίο στάθμευσε στο άνω σημείο αφήνοντας ανεπαρκές ελεύθερο μέρος για την κυκλοφορία των λοιπών οχημάτων. Η ως άνω οδός είναι ευθεία, διαθέτει οδόστρωμα πλάτους 7,2 μέτρων, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας (μία προς κάθε κατεύθυνση, χωρίς διαγράμμιση εκατέρωθεν της οποίας υπάρχουν ερείσματα πλάτους 1 μέτρου, ενώ κατά τον ως άνω χρόνο επικρατούσαν συνθήκες φωτισμού νυκτός, η κυκλοφορία υπήρξε αραιή και η κατάσταση της οδού ξηρά. Στο οδόστρωμα επί της οδού Μητροπόλεως κατά το χρονικό διάστημα πρόκλησης του ενδίκου ατυχήματος εκτελούνταν έργα διαμόρφωσης του οδοστρώματος με αποτέλεσμα, μέρος του ασφάλτινου τάπητα να είναι καταλλημμένο από αναχώματα και λακούβες. Λόγω των ανωτέρω ανωμαλιών δεν ήταν εφικτή η κίνηση επ' αυτού (οδοστρώματος) και η ανάπτυξη αυξημένης ταχύτητας για τα διερχόμενα οχήματα. Παρά ταύτα, κατά τη στιγμή της προσέγγισης των ανωτέρω οχημάτων από το μοτοποδήλατο και καθ' όν χρόνο επιχείρησε να διέλθει από το μεταξύ των δύο ως άνω σταθμευμένων οχημάτων ελεύθερο τμήμα της οδού, ο πρώτος εναγόμενος άνοιξε ξαφνικά την πόρτα του συνοδηγού προκειμένου να εισέλθει στο αυτοκίνητό του η σύζυγος του, (η οποία κατά τη στιγμή εκείνη βρισκόταν ακόμη στον αύλειο χώρο του συλλόγου), με αποτέλεσμα να αιφνιδιαστεί ο οδηγός του μοτοποδηλάτου ο οποίος όπως λέχθηκε, προσήγγιζε στο άνω σημείο και να προσκρούσει με την αριστερή πλευρά του δικύκλου και του σώματος του στην μισοανοιγμένη πόρτα του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου, στη συνέχεια να χάσει τον έλεγχο του μοτοποδηλάτου, να εκτραπεί της πορείας του προς τα δεξιά, να συρθεί στο έδαφος προσκρούντας και εισχωρώντας κάτω από το απέναντι όπως λέχθηκε, σταθμευμένο φορτηγό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της τέταρτης εναγομένης (βλ. την από 28-1-2008 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος της Αρχιφύλακα Ε. Β., με το συνημμένο σ'αυτή πρόχειρο σχεδιάγραμμα, σε συνδυασμό με τις από 28-1-2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανολόγου μηχανικού Ν. Κ. και την τεχνική έκθεση του Γ. Τ.). Κατά την προπεριγραφείσα σύγκρουση των οχημάτων, πέραν των υλικών ζημιών που προκλήθηκαν στα οχήματα αυτά, επήλθε και ο βαρύτατος τραυματισμός του οδηγού του μοτοποδηλάτου Α. Μ. και εν συνεχεία ο θάνατός του στις 14-5-2008. Ενόψει των προαναφερομένων περιστάσεων εκτιμάται ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συντρέχουσα υπαιτιότητα των εμπλακέντων οδηγών των σταθμευμένων οχημάτων, βαρύνουσα προεχόντως μεν, κατά ποσοστό 70% τον πρώτο εναγόμενο και κατά ποσοστό 30% τον τρίτο εναγόμενο. Ειδικότερα, η κύρια ευθύνη του πρώτου εναγομένου συνίσταται στο ότι αυτός από αμέλεια, έλλειψη δηλαδή της προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει υπό τις αυτές περιστάσεις κάθε μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός (άρθρο 330 ΑΚ), και κατά παράβαση των άρθρων 30 παρ. 1 και 34 παρ. 6 του ΚΟΚ, αφού στάθμευσε στην αντίθετη προς την κατεύθυνση της κυκλοφορίας πλευρά του οδοστρώματος, άνοιξε αιφνίδια την πόρτα του συνοδηγού του σταθμευμένου οχήματός του, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι δεν προκαλείται κίνδυνος στους λοιπούς χρήστες της οδού, με επακόλουθο την πρόκληση της προπεριγραφείσας σύγκρουσης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι συνυπαίτιος κατά το ως άνω ποσοστό για την πρόκληση του ατυχήματος υπήρξε και ο τρίτος εναγόμενος οδηγός του σταθμευμένου φορτηγού, ο οποίος όχι μόνο στάθμευσε το όχημά του στην αντίθετη προς την κατεύθυνση της κυκλοφορίας πλευρά του οδοστρώματος, αλλά το στάθμευσε σε τέτοια θέση επί του οδοστρώματος καταλαμβάνοντας το μεγαλύτερο μέρος του ρεύματος πορείας του παθόντα ώστε το ελεύθερο μέρος της οδού που απέμεινε να είναι ανεπαρκές για την κυκλοφορία των οχημάτων, κατά παράβαση του άρθρου 34 παρ.3 δ' και παρ.6 του ΚΟΚ. Και είναι μεν βέβαια γεγονός ότι ο οδηγός του μοτοποδηλάτου κινούνταν στο μέσο του οδοστρώματος και όχι στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας, πλην όμως η ενέργειά του αυτή ήταν επιβεβλημένη από τις επικρατούσες συνθήκες, δηλαδή αφενός μεν από την ύπαρξη εμποδίων στο ρεύμα πορείας του από την εκτέλεση τεχνικών έργων και αφετέρου από την ύπαρξη του παράνομα σταθμευμένου φορτηγού από τον τρίτο εναγόμενο, το οποίο είχε καταλάβει το μεγαλύτερο τμήμα του ρεύματος πορείας του. Αντίθετα, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχθηκε ότι ο θανών κινούνταν με υπερβολική ταχύτητα, την οποία άλλωστε δεν θα μπορούσε να αναπτύξει, καθόσον όπως προαναφέρθηκε στην ως άνω οδό εκτελούνταν έργα, που καθιστούσαν επισφαλή την οδήγηση του οχήματός του (μοτοποδήλατο), λόγω της μειωμένης ευστάθειας σε σχέση με τα τετράτροχα οχήματα. Ο πλήρης δε αιφνιδιασμός του οδηγού του δικύκλου από την κίνηση από αριστερά προς τα δεξιά της πόρτας του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου του στέρησε τη δυνατότητα τροχοπέδησης ή πτώσης του οχήματος για την αποφυγή του ατυχήματος, ενώ ο αποφευκτικός ελιγμός, που επιχείρησε προς τα δεξιά υπήρξε ανεπιτυχής. Πρέπει, επομένως ν' απορριφθεί ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη η περί συντρέχοντος πταίσματος προβαλλόμενη ένσταση των εναγομένων, που πρόβαλαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και την οποία επαναφέρουν με σχετικό εφετήριο λόγο, ο οποίος και πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. 'Αλλωστε, για τις ως άνω πράξεις έχει ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του πρώτου και τρίτου των εναγομένων, ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, όπως προαναφέρθηκε. Συνεπώς, ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι υπαίτιοι της ένδικης σύγκρουσης είναι ο πρώτος και ο τρίτος των εναγομένων κατά ποσοστό 70% και 30% αντίστοιχα και δεν έσφαλε, γι'αυτό οι σχετικοί λόγοι των συνεκδικαζομένων εφέσεων με τους οποίους υποστηρίζεται τ' αντίθετο, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν ...". Με βάση τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν τις συνεκδικαζόμενες τρεις (3) εφέσεις, δηλαδή Α) την από 14-2-2011 (αριθ. εκθ. καταθ. 16/2011) έφεση των 3ου, 4ης και 5ης των εναγομένων (ήδη αναιρεσειόντων), Β) την από 22-2-2011 (αριθ. εκθ. καταθ. 18/2011) έφεση των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων) και Γ) την από 11-3-2011 (αριθμ. εκθ. καταθ. 30/2011) έφεση του 1ου και 2ης των εναγομένων, καθόσον κατέληξε στην ίδια κρίση με το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης), το οποίο, με την 1/2011 οριστική απόφασή του, 1) δέχθηκε ότι συνυπαίτιοι για το επισυμβάν τροχαίο ατύχημα ήταν α) ο πρώτος εναγόμενος (οδηγός του σταθμευμένου Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία), κατά ποσοστό 70%, και β) ο τρίτος εναγόμενος (οδηγός του σταθμευμένου φορτηγού αυτοκινήτου, που ανήκε στην τέταρτη εναγόμενη και ήταν ασφαλισμένο στην πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία), κατά ποσοστό 30%, και 2) υποχρέωσε i) τους πρώτο και δεύτερη εναγομένους, εις ολόκληρον τον καθένα, να καταβάλουν σε καθένα από τους ενάγοντες (γονείς και αδέλφια του θανόντος οδηγού του δικύκλου μοτοποδηλάτου) τα λεπτομερώς αναφερόμενα σ' αυτή (πρωτόδικη απόφαση) ποσά, και ii) τους τρίτο-τέταρτη και πέμπτη εναγομένους, εις ολόκληρον τον καθένα, να καταβάλουν σε καθένα από τους ίδιους παραπάνω ενάγοντες τα αναγραφόμενα στην πιο πάνω απόφαση ποσά. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε πράγματι στην προσβαλλόμενη (1458/2012) απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες στα ουσιώδη ζητήματα των περιστάσεων και των ειδικότερων συνθηκών της σύγκρουσης του δικύκλου μοτοποδηλάτου, που οδηγούσε ο συγγενής των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων), με την ανοιγμένη θύρα του συνοδηγού του προαναφερόμενου σταθμευμένου Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και την εν συνεχεία εκτροπή και το θανάσιμο τραυματισμό εκείνου (συγγενούς των εναγόντων) κάτω από το ως άνω σταθμευμένο φορτηγό αυτοκίνητο, και συγκεκριμένα στα θέματα της (συν)υπαιτιότητας του οδηγού του σταθμευμένου φορτηγού αυτοκινήτου και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του τελευταίου (τρίτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, με συνέπεια να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διευκρινίζεται, όπως θα έπρεπε: α) "Ποίο" ήταν ακριβώς το πλάτος του σταθμευμένου φορτηγού αυτοκινήτου ως και "ποίο" ήταν το πλάτος του οδοστρώματος της οδού Μητροπόλεως, επί του ρεύματος κυκλοφορίας του δικύκλου μοτοποδηλάτου, το οποίο εκείνο (φορτηγό αυτοκίνητο) καταλάμβανε, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν το ελεύθερο μέρος του οδοστρώματος στο ίδιο παραπάνω ρεύμα κυκλοφορίας, κατά το χρόνο του επισυμβάντος ατυχήματος, ήταν επαρκές ή όχι για την ασφαλή κυκλοφορία του δικύκλου μοτοποδηλάτου, του οποίου μάλιστα δεν έχει προσδιορισθεί το πλάτος. β) "Ποίο" ήταν ακριβώς το πλάτος του σταθμευμένου Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου ως και "ποίο" ήταν το πλάτος του οδοστρώματος, το οποίο εκείνο (Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο) καταλάμβανε κατά τον ίδιο χρόνο του επιδίκου ατυχήματος. Και γ) Σε "ποία" ακριβώς θέση επί του οδοστρώματος της οδού Μητροπόλεως βρίσκονταν τα δύο (2) παραπάνω σταθμευμένα αυτοκίνητα, δηλαδή εάν ήταν "απέναντι" ή διαγωνίως και, σε κάθε περίπτωση, "ποία" ήταν ακριβώς η μεταξύ τους απόσταση κατά το επισυμβάν ατύχημα, προκειμένου να διερευνηθεί, εάν το ελεύθερο μέρος του οδοστρώματος της οδού Μητροπόλεως, μεταξύ των δύο παραπάνω σταθμευμένων οχημάτων, ήταν επαρκές ή όχι για την ασφαλή κυκλοφορία των λοιπών διερχομένων οχημάτων. Τα αμέσως προηγούμενα στοιχεία ήταν αναγκαία για την έρευνα 1) της (συν)υπαιτιότητας του οδηγού του σταθμευμένου φορτηγού αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", στη θέση της οποίας υπεισήλθε στην παρούσα δίκη το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", λόγω ανακλήσεως της αδείας εκείνης (τρίτης αναιρεσείουσας), και 2) της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των αποδιδομένων στον οδηγό του σταθμευμένου φορτηγού αυτοκινήτου παραβάσεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας και του επισυμβάντος τροχαίου ατυχήματος. Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με τις ως άνω παραδοχές του, όσον αφορά τα προαναφερόμενα και με αριθμούς 1 και 2 ουσιώδη ζητήματα, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Η αναιρετική εμβέλεια του αμέσως προηγουμένου λόγου αναιρέσεως στο προαναφερόμενο μέρος της προσβαλλόμενης δι'αυτής αποφάσεως, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του διατυπουμένου δι' αυτής δευτέρου λόγου αναιρέσεως. Αντίθετα ελέγχονται ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αναφέρεται στην ένσταση (συν) υπαιτιότητας του θανάσιμα τραυματισθέντος οδηγού του μοτοποδηλάτου, η οποία αρνητικά αξιολογήθηκε από ουσιαστική άποψη και απορρίφθηκε. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται, ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αναμφίβολα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση, ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ. ΑΠ 14/2005 και 2/2008, ΑΠ 424/2011). Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ, διότι δεν έλαβε υπόψη α) το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος, που συνετάγη από τα αρμόδια όργανα της Τροχαίας, και β) την από 17-6-2009 τεχνική έκθεση του πραγματογνώμονα Π. Δ., και τις ενσωματωμένες φωτογραφίες, από τα οποία προκύπτουν οι ειδικότερες συνθήκες και περιστάσεις του ως άνω επισυμβάντος ατυχήματος. Από τη διαβεβαίωση όμως του Εφετείου, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ελήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, κάνοντας μάλιστα ρητή αναφορά στα ανωτέρω δύο (2) έγγραφα, δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη του, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, ο αμέσως προηγούμενος δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος. Περαιτέρω στις παραπάνω σημειούμενες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνονται με πληρότητα και σαφήνεια οι συνθήκες του ιστορούμενου αυτοκινητικού ατυχήματος, στις οποίες αναφέρονται πραγματικά περιστατικά τα οποία δικαιολογούν την κατ' ορθή εφαρμογή των σημειούμενων στην αρχή της παρούσης κανόνων ουσιαστικού δικαίου την έλλειψη υπαιτιότητας του θανάσιμα τραυματισθέντος οδηγού του μοτοποδηλάτου, με άμεση δικονομική συνέπεια η διατυπούμενη με τον απομένοντα προς έρευνα πρώτο λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 να ελέγχεται ως αβάσιμη. ΙΙΙ. 'Επειτα, λοιπόν, από όλα τα παραπάνω και κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινόμενης αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση (1458/2012) του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", που υπεισήλθε στην παρούσα δίκη ως ειδικός διάδοχος της τρίτης αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", λόγω ανακλήσεως της αδείας της, και συγκεκριμένα όσον αφορά την υπαιτιότητα του οδηγού του παραπάνω σταθμευμένου φορτηγού αυτοκινήτου, που ήταν ασφαλισμένο στην αμέσως προηγούμενη ασφαλιστική εταιρία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των αποδιδομένων στον ίδιο οδηγό παραβάσεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας και του επισυμβάντος τροχαίου ατυχήματος. Στη συνέχεια, πρέπει α) να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο είναι δυνατόν να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), β) να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, για το οποίο κατατέθηκε το υπ' αριθμόν 13041531/2012 διπλότυπο είσπραξης της Β' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, στον καταθέσαντα τούτο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας και γ) να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου (Κ.Πολ.Δ. 183, 178 παρ. 1), τα οποία ορίζει στο ποσό των 1000,00 Ευρώ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 1-10-2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 226/12-10-2012 αιτήσεως για αναίρεση της υπ'αριθμόν 1458/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τον πρώτο και δεύτερη των αναιρεσειόντων.- Αναιρεί κατά τα λοιπά την υπ' αριθμόν 1458/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας μέρος της.- Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. - Διατάσσει την επιστροφή του αναφερόμενου στο σκεπτικό παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο. Και - Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000,00) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ