Αριθμός 2071/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Σ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Μιχόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. . Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λυκοκάπη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-7-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 113/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 3546/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 6-9-2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 11-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 3546/12 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 18/2/11 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 113/11 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά μερική παραδοχή της από 6/7/07 αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου, είχε υποχρεώσει την αναιρεσείουσα και τον Γ. Γ. (που δεν είναι διάδικος στην προκείμενη αναιρετική δίκη), να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο, εις ολόκληρο ο καθένας, το συνολικό ποσό των 73.000 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική του ικανοποίηση, εξαιτίας της ιστορούμενης στην αγωγή του αδικοπρακτικής τους συμπεριφοράς. 1.- Νομική αοριστία της αγωγής υπάρχει και ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο αξίωσε στοιχεία περισσότερα από τα κατά νόμον αναγκαία ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 1449/04, ΑΠ 202/04). Αντίθετα, η ποιοτική (επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου) και η ποσοτική (έλλειψη εξειδίκευσης με πληρότητα των στοιχείων που αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα) αοριστία ελέγχεται με τους αναιρετικούς λόγους από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 158/12, ΑΠ 194/12). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 386 του ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων αναγομένων στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 1516/1999). Στην περίπτωση δε της από κοινού τελούμενης απάτης, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 45 Π.Κ., αντικειμενικά μεν απαιτείται σύμπραξη στην εκτέλεση της πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνη του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της πράξεως της απάτης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 του ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε πράγματι αυτό στην συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 359/12, ΑΠ 468/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του ουσιώδους περιεχομένου της ένδικης αγωγής, με αυτήν ο αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Ότι δεύτερος των εναγομένων Γ. Γ. (σύζυγος τότε της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας), στις 10/4/06, του τηλεφώνησε και τον ενημέρωσε ότι η Εμπορική Τράπεζα στην οποία εργάζεται προβαίνει σε εκποιήσεις ακινήτων σε συμφέρουσες τιμές και ήταν ευκαιρία να αγοράσει ένα διαμέρισμα στο …σε ιδιαίτερα χαμηλή τιμή και όταν κατόπιν επιμονής του πείστηκε να εκδηλώσει ενδιαφέρον, εκείνος του ζήτησε να του στείλει για την αγορά το ποσό των 15.000 ευρώ, που πράγματι κατέθεσε την ίδια ημέρα στην Εμπορική Τράπεζα, ενώ στη συνέχεια του τηλεφώνησε πάλι λέγοντάς του ότι αν ενδιαφέρεται και για την αγορά ενός οικοπέδου στους ... που ήταν επίσης ευκαιρία λόγω της τιμής του, θα έπρεπε να καταθέσει στον ίδιο λογαριασμό το ποσό των 50.000 ευρώ. Ότι επειδή δεν διέθετε το ποσό αυτό, αλλά μπορούσε να το δανειστεί και με δεδομένο ότι δεν γνώριζε καλά το 2ο εναγόμενο, τηλεφώνησε στην 1η εναγομένη-αναιρεσείουσα (με την οποία καταγόμενος από το ίδιο χωριό διατηρούσε γνωριμία) και την ρώτησε αν πράγματι ήταν ευκαιρία ή υπήρχε κίνδυνος να χάσει τα χρήματά του και εκείνη του απάντησε να έχει εμπιστοσύνη στο σύζυγό της και αν μετανιώσει ή αντιμετωπίσει οικονομική αδυναμία, θα έχει πίσω τα χρήματά του, κι έτσι έχοντας τη ρητή αυτή διαβεβαίωση της 1ης εναγομένης κατέθεσε στον ίδιο λογαριασμό το ποσό των 50.000 ευρώ, έλαβε δε τη ρητή διαβεβαίωση και των δύο εναγομένων ότι σε 40 περίπου ημέρες θα τον καλούσαν για την υπογραφή των συμβολαίων και μάλιστα ο 2ος εναγόμενος του ζήτησε να του στείλει, για τα έξοδα των συμβολαίων, το ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο αυτός πράγματι του απέστειλε με επιταγή τράπεζας. Ότι αφού παρήλθε ικανό χρονικό διάστημα, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση από την παραπάνω τράπεζα και παρά τις ψευδείς διαβεβαιώσεις των εναγομένων ότι επίκειται η υπογραφή των συμβολαίων, πράγμα που δεν έγινε, ο ενάγων ζήτησε από τους εναγομένους την επιστροφή των χρημάτων του, δηλώνοντάς τους ότι δεν ενδιαφέρεται πλέον για τις ως άνω αγορές, πλην όμως αυτοί δεν του επέστρεψαν τα καταβληθέντα. Ότι όλες οι ως άνω παραστάσεις και διαβεβαιώσεις των εναγομένων ήσαν ψευδείς (ότι δήθεν με τα χρήματά του θα γινόντουσαν αγορές συγκεκριμένων ακινήτων και ότι επίκειται η υπογραφή συμβολαίων παρά το ότι καμία αγορά ακινήτου δεν έγινε) και αυτοί προέβησαν στην παράσταση των παραπάνω ψευδών γεγονότων, ως αληθινών, ενεργώντας από κοινού, βάσει σχεδίου, με σκοπό να περιποιήσουν στους εαυτούς τους παράνομο περιουσιακό όφελος προς βλάβη της περιουσίας του, με αποτέλεσμα αυτός να προβεί στην κατά τα παραπάνω καταβολή του συνολικού ποσού των 65.000 ευρώ και στην παράδοση μίας επιταγής 15.000 ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή του ζημία. Ότι η εξαπάτησή του δεν θα είχε λάβει χώρα χωρίς την ενεργό συμμετοχή της 1ης εναγομένης, που εκμεταλλεύθηκε τη σχέση εμπιστοσύνης προς αυτήν και κατ' εντολή της οποίας ενεργούσε ο 2ος εναγόμενος. Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, εξαιτίας της από κοινού υπαίτιας και παράνομης (απατηλής) συμπεριφοράς τους, να του καταβάλουν το ποσό των 65.000 ευρώ, ως αποζημίωσή του, σε αποκατάσταση της επελθούσας περιουσιακής του ζημίας, και το ποσό των 15.000 ευρώ, ως χρηματική του ικανοποίηση σε αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης. Η αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημά της περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για τη στοιχειοθέτηση της ιστορικής της βάσης και τη θεμελίωσή της στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 914, 926, 932 και 246 ΑΚ, 386, 27 και 45 ΠΚ. Τα στοιχεία αυτά με βάση τα προεκτεθέντα, ήσαν επαρκή για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, ως προς την βάση αυτής από αδικοπραξία, δεν αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα από τα κατά νόμον αναγκαία, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ούτε απέφυγε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου αυτής λόγω αοριστίας. Συνακόλουθα, όλοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας που διαλαμβάνονται στους 1ο αρ. 1.Α.Ι, 3ο αρ. 3.Α και 4ο λόγους της αναιρέσεως με τους οποίους, αναφορικά με το ορισμένο της αγωγής, αποδίδεται η αντίστοιχη πλημμέλεια από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. 2.- Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006). Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε (ανελέγκτως) ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη ή μη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, που ανάγεται στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας (ΑΠ 81/13). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και η εναγομένη.... διατηρούν φιλικές σχέσεις από την παιδική τους ηλικία που ήσαν συμμαθητές. Η εναγομένη....πλησίασε στις αρχές του μηνός Απριλίου 2006 τον ενάγοντα στο νυχτερινό κέντρο διασκεδάσεως που αυτός διατηρεί στο …, του ανέφερε την ιδιότητα της ως ανώτερης υπαλλήλου στο Ταμείο Νομικών στην Αθήνα και ζήτησε την συνδρομή του στη προσπάθειά της να εκλεγεί βουλευτής στις επόμενες εκλογές. Ο ενάγων την διαβεβαίωσε ότι θα είχε την αμέριστη συμπαράσταση του, οπότε λίγες ημέρες μετά, δέχθηκε τηλεφώνημα από τον εναγόμενο, σύζυγο της εναγομένης, τον οποίο είχε γνωρίσει τον προηγούμενο χρόνο (2005), ο οποίος αφού του δήλωσε ότι εργάζεται ως .....υπάλληλος...της Εμπορικής Τράπεζας, τον ευχαρίστησε για την καλή του πρόθεση να συνδράμει τη σύζυγό του στον προεκλογικό της αγώνα, και σε ένδειξη δήθεν ευγνωμοσύνης, του παρέστησε ψευδώς και εν γνώσει του ψεύδους... ότι από πληροφορίες... ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι η Εμπορική Τράπεζα προέβαινε σε εκποιήσεις, ακινήτων ιδιοκτησίας της σε πολύ συμφέρουσες τιμές, ότι σε περίπτωση που αγόραζε και εν συνεχεία μεταπωλούσε κάποιο από αυτά τα ακίνητα στην πραγματική εμπορική τους αξία, θα είχε μεγάλο κέρδος, και ότι αν ενδιαφερόταν να συμμετάσχει στη διαδικασία αγοράς, θα έπρεπε αφού επέλεγε κάποιο από τα ακίνητα από τον κατάλογο των προς πώληση ακινήτων που ανακοίνωνε κάθε φορά η τράπεζα, να κατέθετε σε λογαριασμό του ιδίου (εναγομένου) ως "προκαταβολή" συγκεκριμένο χρηματικό ποσό. Ειδικότερα, του παρέστησε ψευδώς και εν γνώσει του ψεύδους, ότι ήταν μοναδική ευκαιρία να αγόραζε σε πολύ χαμηλή τιμή, ένα διαμέρισμα ιδιοκτησίας της Εμπορικής Τράπεζας, επιφανείας 78,07 τετ. μέτρων, στο …, αντί "προκαταβολής" 15.000 ευρώ, που θα έπρεπε να του εμβάσει σε τραπεζικό του λογαριασμό. Ο ενάγων πεισθείς στις παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις του εναγομένου, κατέθεσε στις 10.4.2006, στον...λογαριασμό της Εμπορικής Τράπεζας με δικαιούχο τον εναγόμενο, το παραπάνω ποσό. Λίγες ημέρες μετά, και συγκεκριμένα στις 13.4.2006 ο εναγόμενος προκειμένου να γίνει απολύτως πειστικός, απέστειλε στον ενάγοντα με τηλεομοιοτυπία (φαξ) ένα έγγραφο, στο οποίο απεικονιζόταν σε μία στήλη, κατάλογος ακινήτων σε διάφορες περιοχές της χώρας και σε δεύτερη στήλη το χρηματικό ποσό που αντιστοιχούσε σε έκαστο αυτών, χρησιμοποιώντας μάλιστα τον μηχανολογικό εξοπλισμό του τραπεζικού υποκαταστήματος στο οποίο εργαζόταν, προκειμένου να καταπείσει τον ενάγοντα σχετικά με την δήθεν κυριότητα της τράπεζας επί των ακινήτων της πρώτης στήλης και την αξία αυτών από την παράθεση χρηματικών ποσών στη δεύτερη στήλη, προκειμένου δε να του αποδείξει ότι και ο ίδιος ενδιαφερόταν προσωπικά για την αγορά του διαμερίσματος του …, του απέστειλε με τον ίδιο ως άνω τρόπο, αίτηση επ' ονόματι του (εναγομένου) απευθυνόμενη προς την Δ/νση Περιουσίας της Τράπεζας - Επιτροπή εκποίησης ακινήτων, στην οποία εξεδήλωνε το ενδιαφέρον του για αγορά διαφόρων ακινήτων, μεταξύ των οποίων και το παραπάνω ένδικο διαμέρισμα. Ακολούθως, ο εναγόμενος, ακολουθώντας το προδιαγεγραμμένο σχέδιο εξαπατήσεως του ενάγοντος, του τηλεφώνησε και αφού τον διαβεβαίωσε ότι η αγορά του διαμερίσματος ήταν σίγουρη, τον παρότρυνε να συμμετάσχει και σε άλλη αγορά ακινήτου και συγκεκριμένα, στην αγορά οικοπέδου στη θέση "..." στη …, αντί "προκαταβολής" 50.000 ευρώ, που θα έπρεπε επίσης να του εμβάσει σε τραπεζικό του λογαριασμό. Ο ενάγων, θέλοντας να σιγουρευτεί ότι επενδύει σωστά το παραπάνω αξιόλογο χρηματικό ποσό, απευθύνθηκε στην εναγομένη, την οποία εμπιστευόταν λόγω της πολυετούς γνωριμίας τους και ζήτησε να πληροφορηθεί και από την ίδια ο,τιδήποτε σχετικό με τα παραπάνω. Η τελευταία, σε τηλεφωνική επικοινωνία τους, δολίως φερόμενη και επιδιώκοντας να αποκομίσει μετά του συζύγου της περιουσιακό όφελος εις βάρος του ενάγοντος, διαβεβαίωσε τον τελευταίο, εσκεμμένως ψευδώς και εν γνώσει του ψεύδους, ότι πράγματι τα ακίνητα αυτά ήταν "ευκαιρίες", ότι ουδεμία περίπτωση υπήρχε να χάσει τα χρήματα του και ότι έπρεπε να δείξει εμπιστοσύνη στον σύζυγο της, αφού κι' αν ακόμα μετάνιωνε, ο σύζυγος της θα του επέστρεφε ό,τι χρηματικό ποσό είχε καταβάλει. Πεισθείς τότε ο ενάγων από την ρητή διαβεβαίωση και της εναγομένης ότι πρόκειται περί νομίμου και ασφαλούς διαδικασίας που θα του απέφερε νόμιμο κέρδος, κατέθεσε στις 14.4.2006, στον αυτό ως άνω τραπεζικό λογαριασμό του εναγομένου, το ποσό των 50.000 ευρώ, του απέστειλε δε και μία επιταγή ποσού 15.000 ευρώ εκδόσεως του, από λογαριασμό του τηρούμενο στην τράπεζα Eurobank, πληρωτέα εις διαταγήν του εναγομένου, για να πληρωθούν τα έξοδα υπογραφής των συμβολαίων, που θα καταρτίζονταν, όπως οι εναγόμενοι ψευδώς τον διαβεβαίωσαν, μετά πάροδο 40 ημερών. Εν συνεχεία και αφού πέρασε η ημερομηνία κατά την οποία, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις των εναγομένων, θα υπογράφονταν τα συμβόλαια αγοράς των υπόψη ακινήτων, και παρόλο που οι εναγόμενοι καθόλη τη διάρκεια του καλοκαιριού του έτους 2006, προφασιζόμενοι διάφορες δικαιολογίες διαβεβαίωναν συνεχώς τον ενάγοντα ψευδώς, ότι επίκειται έστω και πολύ καθυστερημένα η υπογραφή τους, η εναγομένη μάλιστα, για να τον καθησυχάσει του τηλεφώνησε στο κινητό του και του είπε "Σ. μου, το διαμέρισμα του …ήταν να το αγοράσει ο Διευθυντής του υποκαταστήματος …της Εμπορικής Τράπεζας, αλλά χάρη στις ενέργειες του Γ. (εναγομένου) θα το πάρεις εσύ", ο ενάγων διαπίστωσε ότι είχε πέσει θύμα εξαπατήσεως από αμφότερους τους εναγομένους και ζήτησε να του επιστραφούν τα χρήματα του και η επιταγή του. Οι εναγόμενοι υποσχέθηκαν να του επιστρέψουν αυτά στις 5.10.2006, πλην όμως δεν το έκαναν, ούτε εξ άλλου ο εναγόμενος κατέβαλε την ονομαστική αξία των τριών συναλλαγματικών ποσού 15.000 ευρώ η μία και 25.000 ευρώ κάθε μία από τις άλλες δύο, που εξέδωσε ο ενάγων και αποδέχθηκε ο εναγόμενος για την παραπάνω αιτία. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι τα σχετικά δικαιολογητικά ουδέποτε κατέθεσε ο εναγόμενος στην Διεύθυνση Περιουσίας της Εμπορικής Τράπεζας, Ας σημειωθεί, ότι ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι εισέπραξε μεν τα παραπάνω χρηματικά ποσά και την επιταγή από τον ενάγοντα, πλην όμως δεν είχε πρόθεση παρανόμου ιδιοποιήσεώς τους, καθόσον παρέδωσε αυτά στον γνωστό του από ένα πλειστηριασμό ακινήτων, Μ. Μ., στέλεχος, όπως ισχυρίζεται, της Εθνικής Τράπεζας, ο οποίος τον καθοδηγούσε σχετικά με συμφέρουσες αγορές ακινήτων της Εθνικής και τελικώς τον εξαπάτησε, ουδόλως αποδείχθηκε από το προσαχθέν και προσκομισθέν αποδεικτικό υλικό, παρεκτός του ότι, αν έτσι είχαν τα πράγματα, κανένας λόγος δεν υπήρχε να αποκρύψει ο εναγόμενος από τον ενάγοντα ότι την εκποίηση ακινήτων σε συμφέρουσες τιμές έκανε όχι η Εμπορική, αλλά η Εθνική Τράπεζα, μέσω του άνω στελέχους της, προς τον οποίο ο ενάγων θα μπορούσε να απευθυνθεί αρμοδίως, χωρίς τη μεσολάβηση του εναγομένου...Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι στην παραπάνω υπαίτια και παράνομη πράξη, προέβησαν με άμεση επιδίωξη να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος εις βάρος του ενάγοντος, ο εναγόμενος από κοινού με την εναγομένη σύζυγο του, οι οποίοι είχαν συναποφασίσει την τέλεση της παράνομης και υπαίτιας πράξης της απάτης και ενήργησαν ταυτόχρονα, αλλά και διαδοχικά, ο μεν εναγόμενος, δολίως προκαλώντας με τις ψευδείς διαβεβαιώσει; του, την σφαλερή αντίληψη στον ενάγοντα ότι επίκειται συμφέρουσα πώληση ακινήτων της Εμπορικής Τράπεζας, στην αγορά των οποίων ο τελευταίος θα μπορούσε να συμμετάσχει καταβάλλοντας χρήματα στον ίδιο (εναγόμενο), η δε εναγομένη, ενισχύοντας και διατηρώντας με τις αυτού περιεχομένου ψευδείς διαβεβαιώσεις, την αντίληψη αυτή, ένεκα των οποίων ο ενάγων προέβη στην καταβολή των υπόψη χρηματικών ποσών και την έκδοση επιταγής εις διαταγήν του εναγομένου, πράξεις στις οποίες ο ενάγων δεν θα προέβαινε αν γνώριζε την αληθινή κατάσταση. Εξ άλλου, η συμμετοχική συμπεριφορά των εναγομένων στην ένδικη αδικοπραξία δεν αναιρείται από το γεγονός, ότι αυτοί υπέβαλαν αίτηση συναινετικού διαζυγίου στις 10.11.2006, δηλαδή ένα μήνα περίπου αφ' ότου ο ενάγων, αντιληφθείς την εις βάρος του απάτη, αναζήτησε τα χρήματα του ούτε από το γεγονός ότι η δικαστική απόφαση συναινετικής διαζεύξεώς τους εκδόθηκε τον μήνα Ιούνιο 2007, ούτε από το ότι ο ενάγων αναγνώρισε 03ς δικό του, το γεννηθέν στις 14.12.2006 θήλυ τέκνο της Μολδαβής υπηκόου Ι. Σ., καθόσον το γεγονός της επικαλούμενης διάζευξής τους και της συνάψεως εξωσυζυγικής σχέσεως του εναγομένου με άλλη γυναίκα, δεν σημαίνει αναγκαίων ότι αυτοί δεν θα μπορούσαν να συναποφασίσουν και να συνεκτελέσουν τις άδικες πράξεις που προπεριγράφηκαν, ούτε προδήλως η έγγαμη σχέση τους αυτή καθεαυτή σχετίζεται με την αποδειχθείσα συναυτουργία τους...Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι από την προπεριγραφείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων που συγκροτεί την έννοια της απάτης και η οποία, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ήταν επαρκής και πρόσφορη να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο ενάγων, πεισθείς από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις των εναγομένων που έδρασαν από κοινού με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος εις βάρος του, ζημιώθηκε κατά το ποσό των 65.000 ευρώ που κατέβαλε στον τραπεζικό λογαριασμό του εναγομένου, με αντίστοιχη ωφέλεια των εναγομένων, ενώ υπέστη και ηθική βλάβη εξ αιτίας της ψυχικής του ταλαιπωρίας από τη στενοχώρια που δοκίμασε. Δικαιούται συνεπώς αυτός, χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών της αδικοπραξίας, της ελλείψεως συνυπαιτιότητος του ενάγοντος, της φύσεως και εκτάσεως της οικονομικής βλάβης και της κοινωνικοοικονομικής καταστάσεως των διαδίκων μερών πρέπει να καθορισθεί στο εύλογο ποσό των 8.000 ευρώ. Η εκκαλουμένη απόφαση που έκρινε ομοίως, έστω και με πιο συνεπτυγμένη αιτιολογία που συμπληρώνεται με αυτή της παρούσας, δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Τούτο, διότι σύμφωνα με τις ουσιαστικές και αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της αιρεσιβαλλομένης, με σαφείς, επαρκείς χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, δέχτηκε ότι υπήρξε υπαίτια, κατά συναυτουργία, παράνομη (απατηλή) συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, κατόπιν συναπόφασης και σε εκτέλεση προδιαγεγραμμένου σχεδίου εξαπατήσεως του αναιρεσιβλήτου από τους εναγομένους, προκειμένου να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος του, οι οποίοι (εναγόμενοι) ενήργησαν ταυτόχρονα, αλλά και διαδοχικά, ο μεν εναγόμενος (Γ. Γ.) δολίως προκαλώντας με τις ψευδείς διαβεβαιώσεις του τη σφαλερή αντίληψη στον αναιρεσίβλητο ότι επίκειται συμφέρουσα πώληση ακινήτων της Εμπορικής Τράπεζας, στην αγορά των οποίων ο τελευταίος θα μπορούσε να συμμετάσχει καταβάλλοντας χρήματα στον ίδιο εναγόμενο, η δε εναγομένη-αναιρεσείουσα ενισχύοντας και διατηρώντας με τις αυτού περιεχομένου ψευδείς διαβεβαιώσεις την αντίληψη αυτή, ένεκα των οποίων ο αναιρεσίβλητος προέβη στην καταβολή του συνολικού ποσού των 65.000 ευρώ, καθώς και ότι η παράνομη αυτή συμπεριφορά των εναγομένων ήταν επαρκής και πρόσφορη να επιφέρει το παραπάνω επιζήμιο αποτέλεσμα το οποίο και πράγματι επέφερε και η οποία εν τέλει είναι δημιουργική αξιώσεως του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας (στο μέτρο της εις ολόκληρο ευθύνης της με το 2ο εναγόμενο) για αποζημίωση και χρηματική του ικανοποίηση. Επισημαίνεται, ότι η εκ της συναυτουργίας αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσείουσας στην πρόκληση της όλης περιουσιακής ζημίας του αναιρεσιβλήτου δεν αναιρείται από το ότι οι παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις της έλαβαν χώρα, ενώ είχε προηγηθεί η καταβολή εκ μέρους του ποσού 15.000 ευρώ στον 1ο εναγόμενο, εφόσον κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης ο τελευταίος ενήργησε κατόπιν συναπόφασης με την αναιρεσείουσα, ακολουθώντας προδιαγεγραμμένο σχέδιο εξαπατήσεώς του αναιρεσιβλήτου, στα πλαίσια του οποίου οι εναγόμενοι ενήργησαν ταυτόχρονα, αλλά και διαδοχικά. Ωσαύτως, τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το Εφετείο, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι η περιγραφόμενη στην αναιρεσιβαλλομένη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας αποτέλεσε πρόσφορη αιτία για την κατ' αιτιώδη συνάφεια πρόκληση της επίδικης ζημίας του αναιρεσίβλητου. Συνεπώς, όλοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας που διαλαμβάνονται στον 1ο αρ. 1.Α.VI και μερικώς στον αρ. 1.Α.V λόγο αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως και οι ισχυρισμοί που διαλαμβάνονται στο 2ο λόγο της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά η αναιρεσείουσα με τον 1ο λόγο της αναιρέσεώς της (αρ. 1.Α ΙΙ, 1.Α. ΙΙΙ, 1.Α.IV, 1.Α.V), αναφερόμενη στα κατ' αυτήν αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αρνείται ότι είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στην επίδικη αδικοπραξία σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, ισχυριζόμενη ότι βρισκόταν σε διάσταση και πλήρη αποξένωση από τον τέως σύζυγό της -2ο εναγόμενο, για τη δραστηριότητα του οποίου δεν είχε οποιαδήποτε πληροφόρηση, ότι ουδέποτε παρέστησε οτιδήποτε ψευδές ή αναληθές στον αναιρεσίβλητο, ούτε υπήρξε σχετική συναπόφασή της με το 2ο εναγόμενο (κάτι που αποδεικνύεται κατά τους ισχυρισμούς της από τα επικαλούμενα από την ίδια αποδεικτικά στοιχεία) και ως εκ τούτου ελλείπουν στο πρόσωπό της οι προϋποθέσεις της υποχρεώσεώς της προς αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου. Όμως, οι εν λόγω αιτιάσεις είναι απορριπτέες, ως απαράδεκτες, διότι με τον τρόπο αυτό πλήττεται η εκτίμηση του Εφετείου για την ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). 3.- Οι λόγοι αναιρέσεως που προβλέπονται από τις διατάξεις των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναφέρονται στην παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί δεν στοιχειοθετούνται, αναφορικά με παραβιάσεις δικονομικών διατάξεων ή ελλείψεις σχετιζόμενες με την εφαρμογή τέτοιων διατάξεων (ΑΠ 652/88). Ενόψει τούτων, ο με στοιχεία 1.ΒΙ, ΙΙ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, κατά το μέρος που προβάλλεται μ' αυτόν η από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια λόγω ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των δικονομικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 269 παρ.2 εδ. β' και 527 παρ. 3 του ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο απέρριψε την προταθείσα για πρώτη φορά με λόγο εφέσεως ένσταση της αναιρεσείουσας από το άρθρο 281 ΑΚ, ως απαράδεκτη (με την παραδοχή ότι αυτή δεν επικαλέστηκε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί, πρωταρχικά, ως απαράδεκτος. Στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται και η επικουρική αιτιολογία, ότι ο σχετικός ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης, όπως διατυπώθηκε, δεν συγκροτεί την έννοια της ενστάσεως του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον τα επικαλούμενα περιστατικά δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την αξίωση του αναιρεσιβλήτου για επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα με το 2ο λόγο της εφέσεώς της είχε ισχυριστεί ότι ο αναιρεσίβλητος έστρεψε την αγωγή του εναντίον της, χωρίς να έχει καμία αξίωση σε βάρος της, εφόσον καμία ευθύνη εκ μέρους της δεν υφίστατο ένεκα αδικοπραξίας ή άλλου λόγου, αλλά αποκλειστικά και μόνο επειδή ο συνεναγόμενος σύζυγός της δεν διέθετε κανένα περιουσιακό στοιχείο, που να εξασφαλίζει την σε βάρος του αξίωση του αναιρεσιβλήτου. Το Εφετείο με αυτά που δέχτηκε απορρίπτοντας, με επικουρική αιτιολογία, ως μη νόμιμη, την επίμαχη ένσταση, δεν παραβίασε τον από το άρθρο 281 ΑΚ κανόνα δικαίου. Τούτο, διότι τα επικληθέντα προς στοιχειοθέτηση του αντίστοιχου ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, δεν στοιχειοθετούν την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση, αλλά αποτελούν αρνήσεις της ιστορικής βάσης της αγωγής, εφόσον με αυτά η αναιρεσείουσα αρνείται την οποιαδήποτε συμμετοχή της στην αδικοπρακτική συμπεριφορά του συνεναγομένου της και εντεύθεν την εξ αυτής ευθύνη της. Επομένως, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγω παραβάσεως του από το άρθρο 281 ΑΚ ουσιαστικού κανόνα δικαίου, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. 4.- Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι νομικώς αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/12). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996). Στην ένδικη περίπτωση με τον 3ο στοιχ. 3.Β και 3.Γ λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, που προβλήθηκαν με λόγο έφεσης και ειδικότερα ότι 1) ο συνεναγόμενός της αποχώρησε από τη συζυγική οικία από το Δεκέμβριο του 2004, έκτοτε δε από την τυπική διάζευξή τους το 2007 είναι σε διάσταση και οριστική ρήξη, πλήρη αποξένωση και οξεία αντιδικία, 2) κατά τη διάρκεια της ανωτέρω διαστάσεώς τους ο πρώην σύζυγός της διέμενε αρχικά στο …και ακολούθως από το Φεβρουάριο του 2005 στη …και 3) ο αντίδικός της άσκησε την αγωγή του και εναντίον της, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι αξιώσεις του από τα περιουσιακά της στοιχεία, δεδομένου ότι ο πρώην σύζυγός της δεν διέθετε περιουσία ικανή να ικανοποιήσει τις αξιώσεις του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας στους οποίους επιχειρείται η θεμελίωσή του, συνάπτονται με την άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής και συνιστούν επιχειρήματα υπέρ των αρνητικών της ισχυρισμών. Ανεξαρτήτως τούτου πρέπει να σημειωθεί ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, έλαβε υπόψη τους εν λόγω ισχυρισμούς και τους αξιολόγησε αρνητικά με την παραδοχή, μεταξύ άλλων, ότι η συμμετοχική συμπεριφορά των εναγομένων στην ένδικη αδικοπραξία δεν αναιρείται από το γεγονός ότι αυτοί υπέβαλαν αίτηση συναινετικού διαζυγίου, στις 10/11/06, ούτε η έγγαμη σχέση αυτή καθεαυτή σχετίζεται με την αποδειχθείσα συναυτουργία τους. 5.- Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην ένδικη περίπτωση, με τον 5ο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα που αυτή, μεταξύ άλλων, νόμιμα επικαλέστηκε με τις προτάσεις της και προσκόμισε στη συζήτηση της υποθέσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς ανταπόδειξη του αβάσιμου αγωγικού ισχυρισμού περί δήθεν συμμετοχής της στην αδικοπραξία του 2ου εναγομένου σε βάρος του αναιρεσίβλητου και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη: 1) τις από 19/4/07 έγγραφες εξηγήσεις του πρώην συζύγου της ενώπιον του Πταισματοδίκη Αμαρουσίου, 2) την από 24/3/10 απολογία του ίδιου ενώπιον της Ανακρίτριας του 27ου Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, 3) την από 21/5/07 ένορκη εξέταση μάρτυρα της Σ. Μ. ενώπιον του Πταισματοδίκη Αμαρουσίου, 4) την από 8/4/09 ένορκη εξέταση της Α. Κ. ενώπιον της Ανακρίτριας του 27ου Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, 5) τις από 6/3/12 και με αρ. 1222, 1223, 1224 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών των μαρτύρων Γ. Λ., Ι. Μ., Β. Ρ., αντίστοιχα, 6) την 29.717/12.5.10 βεβαίωση της ΕΤΑΑ-ΤΑΝ, 7) το .../31.10.2000 συμβόλαιο, 8) την 16229/09 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 9) το από 21/11/05 δελτίο κατάθεσης χρημάτων, 10) την .../23.9.11 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών .., 11) τη 9031/9.12.12 βεβαίωση ΕΤΑΑ-ΤΑΝ και 12) τις 45145 και 45139 από 12/3/12 βεβαιώσεις του ΤΠΔ. Όμως, όπως προκύπτει από τη την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τις 1222, 1223, 1224/6.3.10 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών των Γ. Λ., Ι. Μ. και Β. Ρ., αντίστοιχα και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν με επίκληση, ουδενός των οποίων παραλείφθηκε η συνεκτίμηση, δεδομένου ότι η ειδική μνεία κάποιων από αυτά είναι ενδεικτική, προκειμένου να χρησιμεύσουν ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα ή για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και αυτών της ποινικής δικογραφίας που έχει σχηματιστεί εις βάρος των τότε εκκαλούντων. Από τη γενική αυτή βεβαίωση σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο, ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία. Συνεπώς, ο 5ος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση κατά της αναιρεσιβαλλομένης για παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 6.- Ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 46/12, ΑΠ 104/12). Στην ένδικη περίπτωση, όπως ήδη αναφέρθηκε, η αναιρεσιβαλλομένη διαθέτει επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και στηρίζουν το τελικό αποδεικτικό της πόρισμα. Δεν συνιστούν δε ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες οι ειδικότερες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης που επικαλείται η αναιρεσείουσα, με τον 6ο λόγο της αναιρέσεως και συγκεκριμένα: 1) η παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον αναιρεσίβλητο, δεν έρχεται σε αντίφαση με την παραδοχή ότι κατά τη συνάντησή τους, τον Απρίλιο του 2006, του ανέφερε την ιδιότητά της ως ανώτερης υπαλλήλου του Ταμείου Νομικών (διότι η ύπαρξη γενικά φιλικών σχέσεων δεν προϋποθέτει αυτονοήτως και ειδική γνώση της συγκεκριμένης επαγγελματικής απασχόλησης των προσώπων, ούτε αφορά ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στη δίκη), ούτε χρειαζόταν για την επάρκεια της αιτιολογίας η διευκρίνιση του λόγου για τον οποίο η αναιρεσείουσα ζήτησε τη βοήθεια του αναιρεσίβλητου για τις επόμενες βουλευτικές εκλογές, 2) η παραδοχή ότι ο σύζυγος της αναιρεσείουσας ακολούθησε προδιαγεγραμμένου σχέδιο εξαπάτησης του αναιρεσιβλήτου, δεν είναι ανεπαρκής, ούτε ενδοιαστική, αναφορικά με το περιεχόμενο του σχεδίου, διότι στην απόφαση διεξοδικά περιγράφεται η μεθόδευση εξαπάτησης του αναιρεσιβλήτου, ούτε αναφορικά με τα αν το εν λόγω σχέδιο είχε οποιαδήποτε σχέση με την αναιρεσείουσα, διότι στην αναιρεσιβαλλομένη διαλαμβάνεται η αναιρετικά ανέλεγκτη παραδοχή ότι οι εναγόμενοι έδρασαν μετά από συναπόφασή τους να τελέσουν την παράνομη και υπαίτια πράξη της απάτης (σε βάρος του αναιρεσίβλητου) και ενήργησαν ταυτόχρονα, αλλά και διαδοχικά κατά τα πιο πάνω αναφερθέντα, 3) η παραδοχή ότι ο αναιρεσίβλητος απευθύνθηκε στην αναιρεσείουσα την οποία εμπιστευόταν λόγω της πολυετούς γνωριμίας τους, δεν είναι ανεπαρκής, ούτε αντιφατική, ως μη διευκρινίζουσα τη φράση "πολυετής γνωριμία", καθόσον ήδη στις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης διαλαμβανόταν ότι γνωριζόντουσαν από τα παιδικά τους χρόνια, ούτε χρειαζόταν περαιτέρω διευκρίνιση η φράση "ότι πράγματι τα ακίνητα αυτά ήταν ευκαιρίες", όπως διαβεβαίωσε η αναιρεσείουσα τον αναιρεσίβλητο, εφόσον στο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης έχει προηγηθεί η παραδοχή περί των ψευδών παραστάσεων του 2ου εναγομένου αναφορικά με τις εκποιήσεις ακινήτων από την Εμπορική Τράπεζα σε "συμφέρουσες τιμές", η δε αναιρεσείουσα, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, προέβαινε σε όμοιου περιεχομένου διαβεβαιώσεις, 4) η παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι οι εναγόμενοι διαβεβαίωσαν ψευδώς τον αναιρεσίβλητο ότι η κατάρτιση των συμβολαίων θα γινόταν μετά από 40 ημέρες, δεν είναι ανεπαρκής, ως προς τον προσδιορισμό του χρόνου, εφόσον από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης ευθέως προκύπτει ότι το περιστατικό αυτό έλαβε χώραν αμέσως μετά τις 14/4/06, ούτε αναφορικά με το πώς η αναιρεσείουσα προέβη στη σχετική διαβεβαίωση, εφόσον από το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης ευθέως προκύπτει ότι εκτός από την αρχική συνάντηση της αναιρεσείουσας με τον αναιρεσίβλητο στο κατάστημα του τελευταίου, στις αρχές Απριλίου 2006, οι λοιπές μεταξύ τους επικοινωνίες ήσαν τηλεφωνικές, 5) για την επάρκεια της παραδοχής ότι ο αναιρεσίβλητος διαπίστωσε ότι είχε πέσει θύμα απάτης από αμφότερους τους εναγομένους δεν χρειαζόταν να εξειδικευθεί ο τρόπος που αυτός το διαπίστωσε και ως προς την αναιρεσείουσα, εφόσον στην αναιρεσιβαλλομένη διαλαμβάνονται τα περιστατικά των ψευδών διαβεβαιώσεων της αναιρεσείουσας και η μη πραγματοποίηση οποιασδήποτε μεταβίβασης ακινήτου σ' αυτόν από τα υποσχεθέντα, παρά την καταβολή εκ μέρους του συνολικού ποσού 65.000 ευρώ, γεγονός που καταδεικνύει ευθέως ότι είχε πέσει θύμα απάτης, ενώ περαιτέρω στην απόφαση διαλαμβάνεται τόσο το περιεχόμενο της συναπόφασης των εναγομένων να τελέσουν την παράνομη και υπαίτια πράξη της απάτης, όσο και τρόπος που αυτοί ενήργησαν ταυτόχρονα, αλλά και διαδοχικά, κατά τα πιο πάνω αναφερθέντα, χωρίς οι εν λόγω παραδοχές να αντιφάσκουν με το λοιπό περιεχόμενο των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, 6) οι αναφορές στην αναιρεσιβαλλομένη ότι σε κάθε περίπτωση αποδείχτηκε από δημόσια έγγραφα ότι η συζυγική σχέση των εναγομένων δεν είχε διασπαστεί κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα και ότι αυτοί εμφανίζονται ως σύζυγοι προς τρίτους μέχρι τουλάχιστον το μήνα Μάρτιο του 2010, όπως αυτό αποδεικνύεται από δημόσια έγγραφα και δη το με αριθμό πρωτοκόλλου …/28.3.10 πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως του Δήμου Αγίου Γεωγίου Τυμφρηστού, στο οποίο δεν βεβαιώνεται η λύση του γάμου των εναγομένων παρά μόνο η αναγνώριση του θήλεος τέκνου της Ι. Σ., Α., ως τέκνου του εναγομένου, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, ώστε οι οποιεσδήποτε τυχόν ελλείψεις δεν δημιουργούν έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασής του και 7) η παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι ο αναιρεσίβλητος ζημιώθηκε κατά το ποσό των 65.000 ευρώ που κατέβαλε στον τραπεζικό λογαριασμό του εναγομένου, με αντίστοιχη ωφέλεια των εναγομένων, δεν είναι ανεπαρκής ως προς την προσπορισθείσα στην αναιρεσείουσα ωφέλεια, εφόσον προηγείται η παραδοχή ότι οι εναγόμενοι έδρασαν από κοινού (όπως πιο άνω έχει περιγραφεί) με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος του. Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο 6ος και τελευταίος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6/9/12 αίτηση για αναίρεση της 3546/12 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ