Αριθμός 1660/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αποστολίδη, περί αναιρέσεως της 890/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιά. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Οκτωβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1667/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Κατά τις διατάξεις δε του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως επιτρέπεται αναίρεση, ο έλεγχος, όμως, του Αρείου Πάγου στην περίπτωση αυτή περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 156 ΚΠοινΔ, αν το πρόσωπο στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, η επίδοση του εγγράφου γίνεται στο σύζυγό του ή, αν δεν υπάρχει σύζυγος, σε έναν από τους γονείς ή τους αδελφούς ή σε άλλους συγγενείς του εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό. Αν δεν βρεθεί κανείς από τους παραπάνω συγγενείς στον τόπο της κατοικίας του αποδέκτη της επιδόσεως, αυτή γίνεται προς το δήμαρχο ή το δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος γι' αυτό το σκοπό, ή προς τον πρόεδρο ή το γραμματέα της κοινότητας ή προς τον ιερέα της ενορίας της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του αποδέκτη της επιδόσεως, οι οποίοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση να φροντίσουν για την τοιχοκόλληση του εγγράφου, που τους επιδόθηκε, σε ένα από τα δημοσιότερα σημεία και να στείλουν βεβαίωση για την τοιχοκόλληση στην αρχή που παράγγειλε την επίδοση. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών γνωστή, στο πλαίσιο του δικαιϊκού συστήματος των επιδόσεων, είναι η κατοικία ή η διαμονή, η οποία είναι γνωστή στην αρχή που παράγγειλε την επίδοση του εγγράφου. Έτσι η τελευταία γνωστή στην Εισαγγελία, που παραγγέλλει την επίδοση της καταδικαστικής αποφάσεως κατοικία ή διαμονή του αποδέκτη της επιδόσεως είναι εκείνη, η οποία έχει γνωστοποιηθεί με οποιοδήποτε τρόπο στην Εισαγγελία. Εάν ο αποδέκτης της επιδόσεως απουσιάζει από την τελευταία αυτή γνωστή κατοικία του, χωρίς να προκύπτει άλλη διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του νεότερη, αλλά είναι άγνωστης διαμονής στην αρχή η οποία παραγγέλλει την επίδοση, αυτή γίνεται προς τα αναφερόμενα πρόσωπα και εάν δεν βρεθεί κανένα από αυτά στο δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας ή τον ιερέα της ενορίας της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του. Ειδικότερα, εάν πρόκειται για επίδοση ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως προς κατηγορούμενο, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 273 παρ. 1 εδ. α' ΚΠοινΔ, δήλωσε ενώπιον του ανακριτή ή του Εισαγγελέα, ή του πταισματοδίκη ή του ειρηνοδίκη κατά την προανάκριση, τη διεύθυνση της κατοικίας ή της διαμονής του, η επίδοση, ωσότου η απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεσθεί, γίνεται, σύμφωνα με το εδάφιο γ' της ίδιας παραγράφου, στη δηλωθείσα αυτή διεύθυνση, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν δήλωσε εγγράφως στον Εισαγγελέα, που άσκησε την ποινική δίωξη, μεταβολή της κατοικίας ή διαμονής του. Στην περίπτωση αυτή, εάν ο κατηγορούμενος απουσιάζει από τη δηλωθείσα με τον τρόπο αυτό κατοικία και είναι πλέον άγνωστη η διαμονή του, διότι μετέβαλε κατοικία ή διαμονή χωρίς να δηλώσει αρμοδίως τη μεταβολή αυτή, η επίδοση αποφάσεως γίνεται προς αυτόν ως γνωστής διαμονής στην αρχικώς δηλωθείσα διεύθυνση της κατοικίας του, όπου κατά νόμο θεωρείται ότι διαμένει ακόμη και αν έχει αλλάξει τόπο κατοικίας ή διαμονής, κατά το άρθρο 155 παρ. 2 ΚΠοινΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για τον αναιρετικό έλεγχο, ο αναιρεσείων, ως κατηγορούμενος, υπέβαλε προς το διενεργούντα προανάκριση Πταισματοδίκη Πειραιώς εγγράφως την απολογία του με το από 18-4-2001 απολογητικό υπόμνημά του, που υπογράφει ο ίδιος και με το οποίο δήλωσε ως διεύθυνση κατοικίας του την οδό......., στον Πειραιά. Επομένως, ενόψει τούτων, και σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, υπήρχε, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 εδ. γ΄ ΚΠοινΔ, υποχρέωση επιδόσεως της πιο κάνω καταδικαστικής αποφάσεως μέχρι να γίνει αμετάκλητη στον αναιρεσείοντα στη διεύθυνση ...... του Πειραιώς. Από το από 29 Σεπτεμβρίου 2005 αποδεικτικό επιδόσεως αποφάσεως σε κατηγορούμενο με άγνωστη διαμονή προκύπτει ότι ο αστυφύλακας του Γ΄ Αστυνομικού Τμήματος Πειραιώς ..... μετέβη στην τελευταία γνωστή κατοικία του αναιρεσείοντος στην ......, στον Πειραιά, για να επιδώσει την υπ' αριθ. ΑΤ 6744/2004 ερήμην απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για πλαστογραφία μετά χρήσεως σε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών, και ότι, αφού δεν βρήκε εκεί τον αναιρεσείοντα, ο οποίος απουσίαζε από την κατοικία του και ήταν άγνωστης διαμονής, και αφού διαπίστωσε, ύστερα από έρευνα, ότι δεν υπάρχει στην κατοικία αυτή ή αλλού πρόσωπο από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 156 παρ. 1 ΚΠοινΔ, παρέδωσε την πιο πάνω απόφαση στο Δήμαρχο Πειραιώς, ο οποίος στη συνέχεια τοιχοκόλλησε την απόφαση αυτή στο πιο δημόσιο μέρος της έδρας του Δήμου. Περαιτέρω, η έφεση από τον αναιρεσείοντα κατά της άνω καταδικαστικής αποφάσεως ασκήθηκε στις 24-3-2006, με την αιτιολογία, σε σχέση με το εκπρόθεσμό της, ότι "ουδέποτε έλαβε γνώση της εκκαλούμενης απόφασης, έλαβε δε γνώση στις 21-3-2006, κατόπιν έρευνας της δικηγόρου του, καθόσον του επεδόθη ως αγνώστου διαμονής στην οδό ....., ενώ ήταν γνωστής και διέμενε στην ......., στον Πειραιά, από το έτος 2003". Η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 890/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση αυτή, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, ήτοι μετά την πάροδο της τριακονθήμερης προθεσμίας από την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως στον αναιρεσείοντα (άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ), δέχθηκε ότι νόμιμα έγινε η άνω επίδοση της αποφάσεως αυτής στον τελευταίο ως αγνώστου διαμονής "από τη διεύθυνση ......, που ο ίδιος είχε προανακριτικώς δηλώσει (βλ. απολογητικό του υπόμνημα), χωρίς στη συνέχεια να δηλώσει αλλαγή διευθύνσεως, κατ' άρθρο 273 ΚΠοινΔ". Όμως, ενόψει των προεκτεθέντων, η επίδοση στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο της ειρημένης εις βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως έπρεπε να γίνει στη δηλωθείσα πιο πάνω διεύθυνση κατοικίας του (ήτοι στην ......., στον Πειραιά), όπως ορίζει το άρθρο 155 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και να μη θεωρηθεί ότι ήταν αυτός άγνωστης διαμονής, εντεύθεν δε η επίδοση της άνω αποφάσεως που έγινε κατά τον τρόπο αυτό ήταν άκυρη (άρθρο 154 παρ. 2 ΚΠοινΔ), με αποτέλεσμα να μην αρχίσει η προθεσμία ασκήσεως του ένδικου μέσου της εφέσεως, η οποία ασκήθηκε παραδεκτώς από τον αναιρεσείοντα. Επομένως, το Τριμελές Εφετείο, με το να αποφανθεί αντίθετα με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπερέβη την εξουσία του. Κατ' ακολουθίαν τούτων, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ του ΚΠοινΔ σχετικός, κατ' εκτίμηση, λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως - που ερευνάται, άλλωστε, και αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 511 του ίδιου Κώδικα) - και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 890/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουλίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Αυγούστου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ