Αριθμός 1602/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Αθανάσιο Κουτρομάνο - Εισηγητή και Βασίλειο Λυκούδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2007, με τη παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπδημητρίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 750/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μεσολογγίου, με πολιτικώς ενάγουσα την "ΑΘΛΗΤΙΚΗ Α.Ε." που εδρεύει στην Ν. Ιωνία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Μεσολογγίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουλίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1262/2006. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 περί επιταγής, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/72, μετά και την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. α' του Ν. 2408/1996, εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από πληρωτή γιατί δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η ποινική δίωξη ασκείται κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή που δεν πληρώθηκε. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι για την πραγμάτωση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, απαιτείται 1) έκδοση ακάλυπτης επιταγής, η οποία δεν πληρώθηκε από την πληρώτρια τράπεζα κατά την εμπρόθεσμη, δηλαδή, κατά το άρθρο 29 παρ. 1 και 4 του ίδιου νόμου, εντός οκτώ ημερών από την ημερομηνία έκδοσής της, εμφάνιση αυτής προς πληρωμή, 2) έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων κατά το χρόνο έκδοσης ή της πληρωμής της επιταγής, και 3) δόλος, η ύπαρξη του οποίου δεν απαιτείται να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, για δε την ύπαρξή του αρκεί η γνώση του εκδότη (έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου) για την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων. Εξάλλου, έλλειψη, της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του συντάγματος παρ. 3 και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ΄ ΚΠΔ, υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, πρέπει και αρκεί να υπάρχει τουλάχιστον γενική κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά, και αντιστρόφως, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα αποδεικτικά μέσα των οποίων δεν έγινε χρήση κατά την διαδικασία στο ακροατήριο. Η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος πρέπει είτε να μνημονεύεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, είτε να προκύπτει από αυτή (αιτιολογία) με βεβαιότητα, ότι λήφθηκε υπόψη. Διαφορετικά ιδρύεται ο αναφερόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 750/2006, απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μεσολογγίου, που δίκασε ως εφετείο και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών (μετατραπείσα σε χρηματική) για έκδοση ακαλύπτων επιταγών, το Δικαστήριο έκρινε αποδεδειγμένη την ενοχή του αναιρεσείοντος -όπως αναφέρεται- "από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την εξέταση του μάρτυρα, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και από όλη την συζήτηση της υποθέσεως". Στα ενσωματωμένα, όμως, στην απόφαση πρακτικά της επ' ακροατηρίου δίκης αναφέρεται ότι κατ' αυτήν εξετάσθηκαν, αφενός μεν, ο πολιτικώς ενάγων ... (χωρίς όρκο), αφετέρου δε, ο ..., ως μάρτυρας υπερασπίσεως (ενόρκως). Από το ίδιο πρακτικό προκύπτει επίσης ότι μόνον τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης αναγνώσθηκαν κατά την διάρκεια της διαδικασίας και όχι οποιοδήποτε έγγραφο. Έτσι, είναι εντελώς ασαφές τόσον εάν λήφθηκε ή όχι υπόψη από το Δικαστήριο η ανώμοτη εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος ή η κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος, όσον και ποιά "έγγραφα" συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Ενόψει αυτών, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ (μοναδικός) λόγος αναιρέσεως σχετικά με την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, να αναιρεθεί δε η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Αναιρεί την 750/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μεσολογγίου. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 31 Ιουλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ