Αριθμός 268/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Βασίλειο Λυκούδη και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης ...., το γένος ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Γεωργουλόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 71207/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, ζητεί τώρα την αναίρεση της αποφάσεως αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιανουαρίου 2006 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 251/2006. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη αιτιολογίας, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του Κ.Π.Δ., πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο της επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, εκ της οποίας απολέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 5/1995). ΙΙ.- Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 71207/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, της αναιρεσείουσας και εκκαλούσας - κατηγορουμένης εκπροσωπηθείσας στη δίκη εκείνη από συνήγορο, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της υπ' αριθμό 96974/1997 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία αυτή είχε καταδικασθεί, για παράβαση του άρθρου 79 του Νόμου 5960/1933 (έκδοση ακάλυπτης επιταγής), σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή είκοσι χιλιάδων (20.000) δραχμών. Από τη σχετική, υπ' αριθμό 6841/25-5-2005, έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων της αναίρεσης, προκύπτει ότι η εκκαλούσα, δεν αναφέρει κάποιο ορισμένο λόγο στην έφεσή της για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της, αφού επί λέξει αναφέρει ότι "ασκεί εκπροθέσμως την έφεση όχι από δική της υπαιτιότητα, γνώση της εκκαλουμένης απόφασης έλαβε μόλις εχθές από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα". Δεν επικαλείται δηλαδή, ούτε ακυρότητα της επίδοσης προς αυτήν της εκκαλούμενης απόφασης, ούτε λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς της. Εξάλλου, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφέρονται τα εξής: "Η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε στις 25-5-2005, μετά δηλαδή την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση της απόφασης, που έλαβε χώρα στις 23-2-1998 (βλ. από 23-2-1998 αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα ...). Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί ως απαράδεκτη". Με το παραπάνω περιεχόμενο, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή όλα τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, ήτοι τον χρόνο και το αποδεικτικό επίδοσης της πρωτόδικης απόφασης, και τον χρόνο άσκησης της έφεσης, κατ' αυτής. Δεν ήταν δε υπόχρεο το Δικαστήριο να διαλάβει αιτιολογία και για την εγκυρότητα της επίδοσης προς την εκκαλούσα, ως αγνώστου διαμονής, αφού δεν υπήρχε στην έφεση σχετικός ισχυρισμός, ενώ ως εκ περισσού εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου μάρτυρας περί του ότι η αναιρεσείουσα δεν έλαβε γνώση της εκκαλούμενης απόφασης, καταθέτοντας ότι ο πατέρας του, που ήταν σε διάσταση με την μητέρα του-αναιρεσείουσα, κατά τον χρόνο που έγινε η επίδοσή της στην οδό ...., όπου η έδρα της επιχείρησής του, δεν την ειδοποίησε σχετικά. Συνακόλουθα, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τις ειδικότερες αιτιάσεις, α) ότι δεν αναφέρεται σ' αυτή το περιεχόμενο του αποδεικτικού επίδοσης και β) και ότι δεν λήφθηκε υπόψη, για την απόρριψη της έφεσης ως εκπρόθεσμης, η κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της αίτησης, η αιτίαση ότι υπερέβη (αρνητικά) την εξουσία του, απορρίπτοντας την έφεσή της ως εκπρόθεσμη, κρίνοντας νομότυπο το από 23-2-1998 αποδεικτικό επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης (από προφανή παραδρομή αναγράφεται "αναιρεσιβαλλόμενης"), παρόλον που σ' αυτό δεν αναγράφεται η τελευταία γνωστή διαμονή της, στην οποία φέρεται ότι αναζητήθηκε από τον διενεργήσαντα την επίδοση αστυφύλακα, αλλ' ότι αναζητήθηκε σε "άγνωστη διεύθυνση", αφού δεν διαλαμβάνεται στην έκθεση έφεσης ως τέτοιος λόγος δικαιολογήσεως του εκπροθέσμου της άσκησής της η μη αναζήτηση της αναιρεσείουσας στην τελευταία γνωστή κατοικία της, η οποία ούτε κάν αναφέρει ποια ήταν, ούτε, σε κάθε περίπτωση, προέβαλε αυτή στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τέτοιο ισχυρισμό. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19 Ιανουαρίου 2006 αίτηση της ....., για αναίρεση της 71207/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και, Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 8 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ