Αριθμός 1182/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Ο. του Χ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γεωργουλόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κασιούμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-1-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκε με την από 27-10-2017 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και με την από 24-11-2017 αγωγή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΕΣ ΠΡΩΤΕΪΝΕΣ ΑΕ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Επί των ως άνω δικογράφων εκδόθηκε η 472/2018 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Ακολούθως, ο ήδη αναιρεσίβλητος και η ανώνυμη εταιρία "ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΕΣ ΠΡΩΤΕΪΝΕΣ ΑΕ" με τις από 17-7-2018 και 18-7-2018, αντίστοιχα, κλήσεις τους, επανέφεραν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων τις ως άνω από 25-1-2017 και 24-11-2017 αγωγές τους, οι οποίες συνεκδικάστηκαν με την από 18-7-2018 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 41/2021 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-4-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 27-04-2021 (αριθμ. κατάθ. 16/2021) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 41/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 ΚΠολΔ. όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν 4335/2015) έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των παρακάτω αναφερομένων διαδικαστικών εγγράφων, η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων ασκήθηκαν: α) η από 25-01-2017 κύρια αγωγή του Χ. Γ., ήδη αναιρεσίβλητου, κατά των 1) Θ. Ο.. ήδη πρώτου αναιρεσείοντος και 2) της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας με την οποία ισχυρίστηκε κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ότι από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, οδηγού του αναφερομένου αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της εταιρείας "ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΕΣ ΠΡΩΤΕΪΝΕΣ ΑΕ", το οποίο ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγομένη, προκλήθηκαν ζημιές στο δικό του προπορευόμενο όχημα, κατά το αυτοκινητικό ατύχημα που συνέβη στις 18.07.2016, στο 20ό χλμ της Ε.Ο. Ιωαννίνων - Άρτας, με κατεύθυνση προς Άρτα, και ζήτησε την επιδίκαση σε βάρος των εναγομένων, ενεχομένων εις ολόκληρον, των αναφερόμενων χρηματικών ποσών, νομιμοτόκως, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίησή του, λόγω ηθικής βλάβης, β) η από 27-10-2017 προσεπίκληση με παρεμπίπτουσα αγωγή των Θ. Ο. και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" κατά των 1) Μ. Β. και 2) της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS ΑΑΕ", με την οποία ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, όποιο ποσό υποχρεωθούν να καταβάλουν στον ενάγοντα της α' αγωγής, και γ) η από 24-11-2017 κύρια αγωγή της εταιρείας "ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΕΣ ΠΡΩΤΕΪΝΕΣ ΑΕ" κατά των 1) Μ. Β. και 2) της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS ΑΑΕ". Επί των ανωτέρω αγωγών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 472/2018 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η παρεμπίπτουσα αγωγή, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπό στοιχ. α' κύριας αγωγής και αναβλήθηκε η συζήτηση επί της από στοιχ. γ' κύριας αγωγής. Στη συνέχεια, επαναλήφθηκε η συζήτηση των δύο κύριων αγωγών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν με τη, μετά την απόρριψη της ανωτέρω υπό στοιχ. β' παρεμπίπτουσας αγωγής, ασκηθείσα από 18-07-2018 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση με παρεμπίπτουσα αγωγή των Θ. Ο. και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" κατά των 1) Μ. Β. και 2) της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS ΑΑΕ" και επ' αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 7/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η προσεπίκληση με παρεμπίπτουσα αγωγή, απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η κύρια αγωγή του αναιρεσίβλητου και έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν η κύρια αγωγή της εταιρείας "ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΕΣ ΠΡΩΤΕΪΝΕΣ ΑΕ". Κατόπιν άσκησης έφεσης από τον ήδη αναιρεσίβλητο κατά των ήδη αναιρεσειόντων ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη ως προς την κύρια αγωγή του αναιρεσίβλητου, διακρατήθηκε κατά τούτο η υπόθεση και έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή αυτή. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 944/2017, ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/2013). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 1225/2017). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/2017). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 947/2020, ΑΠ 1544/2017, ΑΠ 845/2012). Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα εξής περιστατικά: "Στις 18-7- 2016 και ώρα 12:45 μμ o εκκαλών ήδη αναιρεσίβλητος οδηγούσε το ... Δ.Χ.Φ. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, στο 20ό χλμ. της Ε.Ο. Ιωαννίνων - Άρτας, με κατεύθυνση προς Άρτα. Την ίδια χρονική στιγμή ο εναγόμενος (1ος εφεσίβλητος) ήδη πρώτος αναιρεσείων οδηγώντας το ... Ι.Χ.Φ. ιδιοκτησίας της εταιρείας "Ηπειρωτικές Πρωτεΐνες Α.Ε." μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη κινούνταν ομόρροπα, όπισθεν του εκκαλούντος. Ταυτόχρονα, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας η οδηγός αυτοκινήτου, Μ. Β., μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη διενήργησε προσπέραση σε άλλο όχημα και κατευθύνθηκε μετωπικώς προς τον εκκαλούντα, έχοντας παραβιάσει διπλή διαχωριστική γραμμή. Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) ανέκοψε ταχύτητα και έστριψε ελαφρώς δεξιά. Ο εναγόμενος ήδη πρώτος αναιρεσείων, που κινούνταν με αδιευκρίνιστη ταχύτητα, ήλθε και επέπεσε στον ενάγοντα, στο οπίσθιο τμήμα του φορτηγού του με το εμπρόσθιο τοιούτο. Για τη σύγκρουση αυτή, αποκλειστικά υπαίτιος τυγχάνει ο εναγόμενος που δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν ασκούσε πλήρη έλεγχο και εποπτεία του οχήματός του, κατά τρόπο που να δύναται να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, δεν τηρούσε την απαιτούμενη απόσταση ασφαλείας από τον έμπροσθεν κινούμενο ενάγοντα και δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την επικινδυνότητα του διεξαγομένου, ενώπιόν του, περιστατικού της προσπέρασης και της κατάστασης κινδύνου στην οποία ανυπαιτίως εισήλθε ο ενάγων από τη συμπεριφορά του απέναντι ρεύματος (ενν. παραβάσεις της Μ. Β.). Έτσι να αποφύγει δεν μπόρεσε τη σύγκρουση, εν ανάγκη, και με πλήρη ακινητοποίηση του οχήματός του...". Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ, οι οποίες αν και δεν αναφέρονται αριθμητικά, το πραγματικό τους προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του μοναδικού λόγου αναίρεσης χωρίς αμφιβολία (ΑΠ 898/2020, ΑΠ 322/2020, 146/2018), αλλά, με το σύνολο των παραδοχών του, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, ευσύνοπτες και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες. Ειδικότερα, έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη, ότι ο πρώτος αναιρεσείων, ο οποίος εκινείτο με το ΙΧΦ αυτοκίνητό του πίσω από το ΔΧΦ αυτοκίνητο του αναιρεσίβλητου, α) δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, έτσι ώστε δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως την προεκτεθείσα κατάσταση κινδύνου, που αντιμετώπιζε ανυπαιτίως ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος μείωσε την ταχύτητά του και ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, προκειμένου να αποφύγει την οδηγό, που παραβίασε τη διπλή διαχωριστική γραμμή και εισήλθε στο ρεύμα πορείας των δύο φορτηγών, και β) δεν τηρούσε αρκετή απόσταση από το προπορευόμενο όχημα, προκειμένου να μπορέσει να αποφύγει τη σύγκρουση, αν το τελευταίο μείωνε ξαφνικά την ταχύτητά του, όπως συνέβη στην ένδικη περίπτωση (άρθρα 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 και 2 του Ν 2696/1999). Δεν συντρέχουν, επομένως, οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες πλημμέλειες της παράθεσης ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, σε σχέση με την υπαιτιότητα και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ αυτής και της επέλευσης του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, επειδή, όπως οι αναιρεσείοντες διατείνονται, στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) δεν προσδιορίζεται από πού προκύπτει και πώς μπορεί να θεμελιωθεί η αντικειμενική δυνατότητα του πρώτου αναιρεσείοντος να αντιληφθεί την ύπαρξη, εξέλιξη και επικινδυνότητα του περιστατικού της προσπέρασης (εν. της τρίτης οδηγού Μ. Β.) και την εξ αιτίας αυτού δημιουργία κατάστασης κινδύνου, ώστε να αντιδράσει κατάλληλα, καθόσον το προπορευόμενο ΔΧΦ ήταν μεγάλο και ογκώδες και αυτονόητα αφαιρούσε από τον 1ο αναιρεσείοντα τη δυνατότητα να βλέπει, τι συμβαίνει μπροστά από αυτό, β) παρέλειψε να αναφερθεί στην προηγούμενη σύγκρουση του ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε η Μ. Β., με το προπορευόμενο όχημα, που είχε ως συνέπεια την εκτροπή του οχήματος αυτού στο αντίθετο ρεύμα πορείας και υποχρέωσε τον αναιρεσίβλητο σε απότομο φρενάρισμα, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση και να επιτρέψει, τελικά, στο όχημα αυτό να επανέλθει, γ) παρότι εκθέτει, ότι η οδηγική συμπεριφορά της Β. ήταν επικίνδυνη, εντούτοις παραβλέπει στη συνέχεια την επικινδυνότητα αυτή στη θεμελίωση υπαιτιότητας της συγκεκριμένης οδηγού, χωρίς την οποία δεν θα υπήρχε ατύχημα, δ) δέχθηκε, ότι ο 1ος αναιρεσείων εκινείτο με αδιευκρίνιστη ταχύτητα, παρακάμπτοντας τα αντικειμενικά δεδομένα, με βάση τα οποία το φορτηγό του πρώτου αναιρεσείοντος ήταν μεγάλο και εκινείτο σε κατηφορικό δρόμο, επέβαλαν μικρή μόνο ταχύτητα του οχήματος, που δεν μπορούσε να αξιολογηθεί ως αιτία της σύγκρουσης, ε) δεν εκτίθεται, αν ο πρώτος αναιρεσείων, πέραν της άμεσης τροχοπέδησης είχε τη δυνατότητα οποιουδήποτε άλλου χειρισμού για την αποφυγή της σύγκρουσης, ποια ήταν η απόσταση από το προπορευόμενο όχημα και γιατί αυτή η απόσταση ήταν μη ασφαλής, από πού προέκυπτε το πώς ο 1ος αναιρεσείων δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ενώ κανένα αντικειμενικό ή αποδεικτικό στοιχείο δεν στοιχειοθετούσε την υπαιτιότητά του. Οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως ελλείψεις και αντιφάσεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο (πόρισμα) είναι διαφορετικό από εκείνο, που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παράβασης εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται. Επιπλέον αιτιολογίες δεν ήταν κατά το νόμο αναγκαίες για τη στοιχειοθέτηση των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκαν στην ένδικη περίπτωση, και οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Σε κάθε περίπτωση, oι υπό στοιχ. α και γ αιτιάσεις είναι και αβάσιμες, διότι ανεξάρτητα από την αιτία πέδησης και μείωσης της ταχύτητας του οχήματος του προπορευόμενου οδηγού και του περιγραφόμενου ελιγμού του, η ένδικη σύγκρουση των δύο φορτηγών δεν θα είχε συμβεί, αν ο πρώτος αναιρεσίβλητος είχε τηρήσει την αναγκαία απόσταση από αυτό και οδηγούσε προσεκτικά, έτσι ώστε να αντιληφθεί εγκαίρως τη μείωση της ταχύτητάς του (του προπορευόμενου οχήματος) και να τροχοπεδήσει άμεσα, ακόμη και να ακινητοποιήσει πλήρως το δικό του φορτηγό. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφασή του με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, εν μέρει ως αβάσιμος και εν μέρει ως απαράδεκτος, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27-04-2021 αίτηση (αριθμ. κατάθ. 16/27-04-2021) για αναίρεση της 41/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ