Αριθμός 364/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Α. Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Δ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Μ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 3) Σ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., 4) Ζ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 5) Α. Τ. του Κ., κατοίκου ... και 6) Ά. Π. του Α., κατοίκου .... Οι 1η, 3ος, 4ος, 5ος και 6η των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Σαρρή και η 2η παραστάθηκε με τον ίδιο δικηγόρο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Π. ΑΒΕΣ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Παπασταύρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-3-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετη υπέρ αυτών παρέμβαση του πρωτοβάθμιου συνδικαλιστικού σωματείου με την επωνυμία "Σωματείο Εργατοϋπαλλήλων Καπνοβιομηχανίας Π. ΑΒΕΣ". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 286/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 82/2011 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-7-2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 16-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του Ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Επομένως, δεν έχουν τον χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές, που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία και ως εκ τούτου δεν ιδρύονται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα αναφορικά με τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγησή τους. Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρόνιου, του αδιάλειπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, ιδίως αν αυτός (εργοδότης), κατά την έναρξη της χορήγησής τους, ή έστω, πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε. Έτσι‚ στην περίπτωση ομαδικής ασφαλίσεως του προσωπικού μιας επιχειρήσεως από τον εργοδότη, ο οποίος, συνάπτοντας γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, αναλαμβάνει να καλύπτει αυτός, ολικά ή μερικά, το ασφάλιστρο, η ασφάλιση αυτή, αν αποτελέσει όρο της μεταξύ αυτού και των μισθωτών του εργασιακής συμβάσεως, έχει χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που αποκτά ο εργαζόμενος εωσότου πληρωθούν οι προϋποθέσεις της σύμβασης ασφαλίσεως για την είσπραξη ενός εφάπαξ χρηματικού ποσού. Στην περίπτωση δε ανώμαλης εξελίξεως της ενοχής στη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, μπορεί ο τρίτος, κατά τους όρους της συμβάσεως εργασίας, να στραφεί κατά του δέκτη της υποσχέσεως (εργοδότη), όταν με συμπεριφορά του ο τελευταίος ματαιώνει την καταβολή της παροχής από τον υποσχεθέντα, δηλαδή τον ασφαλιστή‚ και να αξιώσει αποζημίωση Τέτοια περίπτωση είναι και αυτή της μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας και λήξεως εντεύθεν της ασφαλιστικής συμβάσεως, ή εκείνη κατά την οποία το εφάπαξ χρηματικό ποσό, που θα εισέπραττε ο τρίτος (εργαζόμενος) από τον ασφαλιστή, περιορίζεται εξαιτίας συμπεριφοράς του εργοδότη, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η καταβολή της πρόσθετης αυτής παροχής προς τον μισθωτό από υπαιτιότητα του οφειλέτη - εργοδότη, οπότε ο τρίτος (μισθωτός) δικαιούται να αξιώσει την καταβολή αντίστοιχης αποζημιώσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 382, 335, 336 και 338 ΑΚ (ΑΠ 1681/2010, ΑΠ 1934/2008). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Κατά την έννοια δε του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον τούτο διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα περιστατικά: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες υπήρξαν εργαζόμενοι στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία καπνοβιομηχανίας, με την επωνυμία "Π. ΑΒΕΣ", από την οποία έχουν ήδη αποχωρήσει, αφού συμπλήρωσαν από 29 έως 34 χρόνια εργασίας σ' αυτήν. Συγκεκριμένα, η πρώτη ενάγουσα προσλήφθηκε την 1-4-1968 και εργάστηκε στην εναγομένη έως τις 30-6-1973. Στη συνέχεια προσλήφθηκε και πάλι στις 6-10-1977 και εργάστηκε έως τις 31-12-2005, οπότε και αποχώρησε, έχοντας συμπληρώσει 34 χρόνια υπηρεσίας στην εναγομένη. Η δεύτερη ενάγουσα προσλήφθηκε στις 5-8-1976 και εργάσθηκε συνεχώς και αδιαλείπτως έως τις 31-12-2007, οπότε και αποχώρησε, έχοντας συμπληρώσει 31 χρόνια υπηρεσίας στην εναγομένη. Ο τρίτος ενάγων προσλήφθηκε στις 6-1-1977 και εργάστηκε συνεχώς και αδιαλείπτως στην εναγομένη έως τις 13-3-2007, οπότε και αποχώρησε, έχοντας συμπληρώσει 30 και πλέον χρόνια υπηρεσίας σ' αυτήν. Ο τέταρτος ενάγων προσλήφθηκε στις 17-5-1977 και εργάσθηκε συνεχώς και αδιαλείπτως έως τις 31-12-2007, οπότε και αποχώρησε, έχοντας συμπληρώσει 30 και πλέον χρόνια υπηρεσίας στην εναγομένη. Ο πέμπτος ενάγων προσλήφθηκε την 1-11-1972 και εργάσθηκε συνεχώς και αδιαλείπτως έως τις 20-2-2007, οπότε και αποχώρησε, έχοντας συμπληρώσει 34 χρόνια υπηρεσίας στην εναγομένη και η έκτη ενάγουσα προσλήφθηκε στις 25-7-1978 και εργάσθηκε συνεχώς και αδιαλείπτως έως τις 31-12-2007, οπότε και αποχώρησε έχοντας συμπληρώσει 29 χρόνια υπηρεσίας στην εναγομένη. Στις 26-4-1990 και ενώ οι ενάγοντες συμπεριελαμβάνοντο στο απασχολούμενο με μισθό προσωπικό της εναγομένης, η τελευταία αποφάσισε την σύναψη συμβάσεως ομαδικής ασφαλίσεως υπέρ του προσωπικού της. Προς τον σκοπό αυτό κατήρτισε με την ασφαλιστική εταιρεία "GΕΝΕRΑLI LIFΕ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΩΗΣ" το με αριθμό D.Α. 511.120/26-4-1990 συμβόλαιο διαχείρισης κεφαλαίου - συνταξιοδοτικού προγράμματος, σύμφωνα με το οποίο παρεχόταν στους μόνιμους εργαζόμενους στην εναγομένη, κατά την λύση της συμβάσεως εργασίας τους, και υπό τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις, που λεπτομερώς προβλέπονταν στο συμβόλαιο αυτό, χρηματική παροχή, συνισταμένη σε ισόβια μηνιαία σύνταξη ή εφάπαξ παροχή, κατ' επιλογή των δικαιουμένων την παροχή αυτή, έναντι ασφαλίστρων, τα οποία θα κατέβαλλε αποκλειστικά η εναγομένη εργοδότρια εταιρεία. Οι απασχολούμενοι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην εναγομένη εταιρεία, τους οποίους αφορούσε το παραπάνω πρόγραμμα, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, συνήνεσαν στην υπέρ αυτών ως άνω συναφθείσα σύμβαση ασφαλίσεως και έλαβαν γνώση του περιεχομένου της. Με την σύμβαση αυτή καθορίζονταν οι συντελεστές των προσωπικών και χρονικών προϋποθέσεων, η συνδρομή των οποίων ήταν αναγκαία, αφενός για την από μέρους των εργαζομένων κτήση του δικαιώματος απολαβής της ασφαλιστικής παροχής και αφετέρου για τον προσδιορισμό του ύψους αυτής. Προβλεπόταν επίσης ότι η εναγομένη εταιρεία είχε την δυνατότητα, έναντι της αντισυμβαλλόμενης της ασφαλιστικής εταιρείας, να καταγγείλει ή να τροποποιήσει την ασφαλιστική σύμβαση, καθώς και ότι είχε αυτή (εναγομένη) δικαίωμα να πραγματοποιήσει ολική εξαγορά του λογαριασμού. Ωστόσο όμως - όπως δέχεται το Εφετείο - στην εν λόγω σύμβαση, που έφερε το νομικό χαρακτήρα της γνήσιας υπέρ τρίτου σύμβασης, οι εργαζόμενοι, ως τρίτοι, δεν είχαν από το νόμο δυνατότητα επεμβάσεως στη διαμόρφωση του περιεχομένου της, το οποίο κατά το νόμο αποτελεί αποκλειστικά προϊόν της μεταξύ της εναγομένης και της ασφαλιστικής εταιρείας υφισταμένης συμβάσεως ασφαλίσεως. Έτσι, εκτός από την συναίνεση στην σύναψη της συμβάσεως αυτής, οι ασφαλισμένοι εργαζόμενοι δεν είχαν από το νόμο τη δυνατότητα να συμφωνήσουν ή να παρέμβουν στη τροποποίηση, την διατήρηση ή την κατάργησή της, αφού δεν ήταν οι ίδιοι συμβαλλόμενοι. Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο, ότι η μεταξύ της εναγομένης και της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας "GENERALI LIFE ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΩΗΣ" σύμβαση ομαδικής ασφαλίσεως, όπως τροποποιήθηκε με τις πρόσθετες πράξεις που ακολούθησαν, διήρκεσε έως την 1-1-2002, που η εναγομένη έπαυσε την καταβολή των εισφορών, καταγγέλλοντας έτσι μονομερώς την σύμβαση, η οποία λύθηκε με τον τρόπο αυτό. Στη συνέχεια η εναγομένη υπέγραψε συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού της με την ασφαλιστική εταιρεία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", αναλαμβάνοντας και πάλι η ίδια την καταβολή του ασφαλίστρου. Με την ασφαλιστική αυτή σύμβαση, όμως, διαφοροποιήθηκαν οι σχετικοί με τον καθορισμό του δικαιώματος των εργαζομένων συντελεστές, καθόσον η εναγομένη προέβη στην σύναψη της εν λόγω συμβάσεως αποβλέποντας στον ποσοτικό περιορισμό της ασφαλιστικής (χρηματικής) παροχής, σε σχέση με εκείνη που θα ελάμβαναν οι εργαζόμενοι στην επιχείρησή της από την παραπάνω ασφαλιστική εταιρεία "GENERALI LIFE ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΩΗΣ". Στις 31-8-2005 η εναγομένη κατήγγειλε μονομερώς την μεταξύ αυτής και της εταιρείας "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" σύμβαση ομαδικής ασφαλίσεως, της οποίας από τότε έπαυσε η ισχύς. Ακολούθως η εναγομένη συνήψε σύμβαση ομαδικής ασφαλίσεως του προσωπικού της με την ασφαλιστική εταιρεία "SOCIETE GENERALE", ισχύουσα από 12-9-2005, σύμφωνα δε με την σύμβαση αυτή την καταβολή του ασφαλίστρου ανέλαβαν πλέον οι ίδιοι οι εργαζόμενοι. Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο, ότι τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και οι ειδικότεροι όροι των ασφαλιστικών συμβάσεων που συνήψε η εναγομένη με τις ασφαλιστικές εταιρείες "GENERALI LIFE ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΩΗΣ" και "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", καθώς και το γεγονός ότι η εναγομένη επί δεκαπέντε και πλέον συναπτά έτη είχε αναλάβει αποκλειστικά η ίδια την καταβολή των ασφαλίστρων, χωρίς καμία επιβάρυνση των εργαζομένων, δεν αμφισβητούνται από κανένα διάδικο μέρος. Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε - συνεχίζει περαιτέρω το Εφετείο - η εκ μέρους της εναγομένης οικειοθελής, ως μη επιβαλλόμενη από το νόμο, παροχή του προγράμματος συνταξιοδότησης με δική της επιβάρυνση, όσον αφορά την καταβολή των ασφαλίστρων, ουδέποτε αποτέλεσε όρο της συμβάσεως εργασίας των εναγόντων, ούτε υπήρξε αντάλλαγμα της παρεχόμενης από αυτούς εργασίας και ουδέποτε έλαβε μισθολογικό χαρακτήρα. Τούτο προκύπτει - είπε το Εφετείο - από την μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας, οι όροι της οποίας αποτυπώνονται στις με ημερομηνία 5-4-2005, ομοίου περιεχομένου, έγγραφες συμβάσεις, οι οποίες, με τον τίτλο "σύμβαση εργασίας", υπεγράφησαν από τους διαδίκους και αποσκοπούσαν στο να διασαφηνισθούν οι θέσεις των συμβαλλομένων σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας και της αμοιβής του προσωπικού της εναγομένης. Με τις εν λόγω συμβάσεις επιβεβαιώνεται, ότι οι περιεχόμενοι σ' αυτές όροι και ειδικές συμφωνίες διέπουν, από την έναρξη της απασχόλησης των εναγόντων στην εναγομένη και θα εξακολουθήσουν να διέπουν μέχρι την λήξη της, την μεταξύ τους υφιστάμενη τότε εργασιακή σχέση. Έτσι, στον πέμπτο όρο της παραπάνω από 5-4-2005 συμβάσεως, μεταξύ ενός εκάστου των εναγόντων και της εναγομένης, αναφέρονται, επί λέξει, τα εξής: "Εκτός από την αμοιβή του όρου 3, κάθε άλλη παροχή σε είδος ή σε χρήμα, ακόμη και αν αυτή επαναλαμβάνεται τακτικά και μακροχρόνια, είναι οικειοθελής και η εταιρεία μπορεί οποτεδήποτε να την τροποποιεί, να την μεταβάλλει ή και να την ανακαλεί μονομερώς. Ένταξη ή και παραμονή του μισθωτού σε ασφαλιστικό πρόγραμμα υγείας, ή και ζωής, ή και ατυχημάτων, ή και σε ασφαλιστικό πρόγραμμα που καλύπτει σύνταξη, αδιάφορα αν ο μισθωτός συμμετέχει ή όχι στην πληρωμή του ασφαλίστρου, συνιστά παροχή της εταιρείας από ελευθεριότητα, για την οποία διατηρεί από τώρα την επιφύλαξη και το δικαίωμα οποτεδήποτε να την ανακαλεί, καταργεί, τροποποιεί ή μεταβάλλει με προηγούμενη ενημέρωση του μισθωτού. Στην περίπτωση συμμετοχής του μισθωτού στο ασφάλιστρο συνταξιοδοτικού ασφαλιστικού προγράμματος, η εταιρεία δεσμεύεται να επιστρέψει ολόκληρο το ποσό με το οποίο συμμετείχε ο μισθωτός σε περίπτωση ακύρωσης του προγράμματος ή λύσης καθ' οιονδήποτε τρόπο της σύμβασης του μισθωτού προ της θεμελίωσης δικαιώματος". Ο όρος αυτός - καταλήγει το Εφετείο - δεν αφήνει ουδεμία αμφιβολία για το ότι η εναγομένη επιφύλαξε ρητά για τον εαυτό της το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησης, κατάργησης, μεταβολής και τροποποίησης της οικειοθελούς παροχής ασφαλιστικού προγράμματος που καλύπτει σύνταξη, όπως είναι τα επικαλούμενα με την ένδικη αγωγή προγράμματα ομαδικής ασφάλισης που συνήψε (η εναγομένη) διαδοχικά με τις ασφαλιστικές εταιρείες "GENERALI LIFE ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΩΗΣ" και "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ". Στον ίδιο όρο όμως - γίνεται ακόμη δεκτό από το Εφετείο - αναφέρεται και ότι η εναγομένη, πριν προχωρήσει στην ανάκληση, κατάργηση, τροποποίηση ή μεταβολή, μεταξύ άλλων και του ασφαλιστικού προγράμματος που καλύπτει σύνταξη, έχει υποχρέωση να ενημερώσει τον μισθωτό. Στην προκείμενη περίπτωση ανακύπτει, κατά την κρίση του Εφετείου, αμφισβήτηση, αν και σε ποίο βαθμό η ως άνω επιβεβλημένη από την σύμβαση υποχρέωση της εναγομένης να ενημερώσει τον μισθωτό πριν προβεί σε ανάκληση, κατάργηση ή και σε οποιαδήποτε μεταβολή της επίδικης οικειοθελούς παροχής, επηρεάζει την εκ μέρους της άσκηση των δικαιωμάτων αυτών. Έτσι, το συγκεκριμένο σημείο του παραπάνω πέμπτου όρου της μεταξύ των διαδίκων εργασιακής συμβάσεως χρήζει, όπως δέχεται το Εφετείο, ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, στις οποίες πρέπει να προσφύγει το Δικαστήριο (Εφετείο) για να αναζητήσει την, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, αληθινή βούληση των συμβαλλόμενων διαδίκων και ακολούθως να ερμηνεύσει την σύμβαση ως προς το σημείο αυτό, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών. Με βάση τα πλαίσια αυτά - είπε το Εφετείο - η υποχρέωση της εναγομένης να ενημερώσει προηγουμένως τον μισθωτό πριν προβεί σε ανάκληση, κατάργηση, τροποποίηση ή μεταβολή ασφαλιστικού συνταξιοδοτικού προγράμματος, έχει την έννοια της γνώσης του μισθωτού οποιασδήποτε ενέργειας μπορεί να επηρεάσει μελλοντικά το εισόδημά του, έτσι ώστε να του δοθεί ευκαιρία, είτε να συνεχίσει ο ίδιος την ασφάλιση με δική του επιβάρυνση, είτε να συνάψει εγκαίρως άλλη ασφαλιστική σύμβαση, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του ή και να λύσει την σύμβαση εργασίας του με την εναγομένη αν πρόκειται να πετύχει εργασιακή σύμβαση με καλύτερη συνταξιοδοτική κάλυψη. Ο όρος "ενημέρωση" στην προκείμενη περίπτωση - συνεχίζει το Εφετείο - δεν έχει την έννοια της συναίνεσης και η φράση "προηγούμενη ενημέρωση" , σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, δεν λειτουργεί δεσμευτικά ως προς το δικαίωμα της εργοδότριας εταιρείας να ασκήσει μονομερώς τα συμβατικά της δικαιώματα προς την κατεύθυνση της κατάργησης της ασφάλισης. Ο όρος "προηγούμενη ενημέρωση" αποτελεί στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά την κρίση του Εφετείου, μια συμβατική υποχρέωση της εναγομένης, που δεν έχει σχέση με τις συνέπειες, οι οποίες θα επέλθουν στο μισθωτό από την εκ μέρους της μονομερή κατάργηση ασφάλισης που παρέχει κάλυψη σύνταξης, αφού οι συνέπειες αυτές, όπως προβλέπεται στη σύμβαση, θα επέλθουν ανεξάρτητα από την "προηγούμενη ενημέρωση" ή μη του μισθωτού. Η παραβίαση της υποχρεώσεως της εναγομένης για προηγούμενη ενημέρωση του μισθωτού παρέχει σ' αυτόν δικαίωμα αποζημιώσεως, εφόσον επικαλεσθεί ζημία που συνέχεται αιτιωδώς με την συγκεκριμένη παράλειψη. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η παράλειψη της εναγομένης να ενημερώσει προηγουμένως τους ενάγοντες για την κατάργηση των ένδικων ασφαλιστικών συμβάσεων δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημιώσεως των εναγόντων, συνισταμένη στο ποσό που θα εισέπρατταν αν δεν είχε καταγγελθεί η ασφαλιστική σύμβαση, καθόσον τούτο συνέχεται με το αν η εναγομένη εργοδότρια επιφύλαξε για τον εαυτό της, με την εργασιακή σύμβαση, το δικαίωμα μονομερούς κατάργησης των οικειοθελών παροχών προς τους εργαζόμενους στην επιχείρησή της. Γίνεται επίσης δεκτό από το Εφετείο, ότι ούτε η επί δεκατρία συνολικά έτη συνεχής και αδιάλειπτη καταβολή του ασφαλίστρου από την εναγόμενη εργοδότρια εταιρεία μετέβαλε την επίδικη ασφαλιστική παροχή της προς το προσωπικό της σε συμβατική υποχρέωση αυτής, αφού η εναγομένη με τον παραπάνω όρο της εργασιακής συμβάσεως είχε ρητά επιφυλάξει για τον εαυτό της το δικαίωμα της μονομερούς ανακλήσεως ακόμη και των επαναλαμβανόμενων τακτικά και μακροχρόνια παροχών και επομένως ακόμη και στην περίπτωση αυτή η επίδικη παροχή διατήρησε τον χαρακτήρα της οικειοθελούς παροχής. Με βάση αυτές τις παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι οι ενάγοντες δεν έχουν έναντι της εναγομένης αξίωση αποζημίωσης και ως εκ τούτου η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του Ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου". Διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, σχετικά με το πλέον κρίσιμο και ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, αν δηλαδή η επίδικη ασφαλιστική παροχή προς τους αναιρεσείοντες είχε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής. Και τούτο διότι, οι παραδοχές του Εφετείου, ότι η καταβολή της επίδικης ασφαλιστικής παροχής προς τους αναιρεσείοντες ουδέποτε αποτέλεσε όρο των συμβάσεων εργασίας τους, ούτε δόθηκε ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης από αυτούς εργασίας και ως εκ τούτου είχε ανέκαθεν τον χαρακτήρα οικειοθελούς παροχής, η δε μακροχρόνια και αδιάλειπτη καταβολή του ασφαλίστρου από την αναιρεσίβλητη δεν μετέτρεψε την επίδικη παροχή σε συμβατική υποχρέωση της, καθόσον αυτή (αναιρεσίβλητη) επιφύλαξε για τον εαυτό της το δικαίωμα ανάκλησης της παροχής, αρκούν για την πληρότητα της αιτιολογίας αναφορικά με τον χαρακτήρα της επίδικης ασφαλιστικής παροχής. Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθμ. 19 και 1 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος (τελευταίος) λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως (από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ) κατά τα λοιπά είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί, όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, τα επικαλούμενα σφάλματα της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρονται στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο όμως, κατά τα προεκτεθέντα, είναι σαφώς διατυπωμένο. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12-7-2011 αίτηση των 1) Χ. Δ., 2) Μ. Κ., 3) Σ. Τ., 4) Ζ. Σ., 5) Α. Τ. και 6) Ά. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 82/2011 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ