Αριθμός 190/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη - Εισηγητή, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ..... και ήδη κρατουμένου στη Κλειστή Φυλακή ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαιωάννου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 223, 224 και 225/2006 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουλίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1485/2006, ως και στους από 28 Νοεμβρίου 2006 πρόσθετους λόγους. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, άλλως, εάν κριθεί παραδεκτή, να απορριφθεί ως αβάσιμη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, δεν συνιστά άνευ ετέρου η αντιγραφή στο σκεπτικό του περιεχομένου του διατακτικού της αποφάσεως, εκτός εάν στο τελευταίο δεν εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, πράγμα το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται με το σχετικό λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση "στερείται της δεούσης αιτιολογίας, διαφορετικά αντιφάσκει και δεν ερείδεται επί του αποδεικτικού υλικού, δεδομένου ότι το αιτιολογικό αυτής αποτελεί επανάληψη του διατακτικού". Ο λόγος αυτός τυγχάνει αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί δεν αναφέρεται ποία περιστατικά εκτίθενται στο σκεπτικό της αποφάσεως, έστω και κατ' αντιγραφή του διατακτικού της και σε τι συνίσταται η έλλειψη αιτιολογίας. Επειδή κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος οι συνεδριάσεις κάθε δικαστηρίου είναι δημόσιες, κατά δε το άρθρο 329 παρ. 1 εδ. α' του Κ.Π.Δ. η συζήτηση στο ακροατήριο, καθώς και η απαγγελία της αποφάσεως γίνεται δημόσια σε όλα τα ποινικά δικαστήρια και επιτρέπεται στον καθένα να παρακολουθεί ανεμπόδιστα τις συνεδριάσεις. Η παράβαση των παραπάνω διατάξεων ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν απαγγέλθηκε δημόσια αλλά κεκλεισμένων των θυρών. Όμως όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απ0όφαση, η τελευταία έχει απαγγελθεί σε δημόσια συνεδρίαση και επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή κατά το άρθρο 5 παρ. 1 στοιχ. ζ' του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 2161/1993, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές, όποιος κατέχει ναρκωτικά. Η κατοχή ναρκωτικών πραγματώνεται, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, με τη φυσική εξουσίασή τους από το δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Εξάλλου η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες τα αποδειχθέντα περιστατικά έχουν υπαχθεί στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόσθηκε. Περαιτέρω εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά στη διάταξη αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, που την εξέδωσε, διέλαβε στο αιτιολογικό τη, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος μνημονεύει "αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος χωρίς να είναι τοξικομανής, δηλαδή να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσεως των ναρκωτικών ουσιών, με πρόθεση στην Ιταλία και σε μη εξακριβωθείσα ημερομηνία, πάντως κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2001 έως 15-7-2002 κατείχε εντός ταξιδιωτικού σάκου, ποσότητα 158.000 δισκίων "ΕΚΣΤΑΣΗ", καθόσον αυτά περιείχαν τη ναρκωτική ουσία του ναρκωτικού "ΕΚΣΤΑΣΗ" "μεθυλενοδιοξειμιθαμφεταμίνη", την οποία είχε επιμελώς τοποθετήσει σε εκατόν τριάντα πέντε (135) σακκούλες, με σκοπό την εμπορία. Και ναι μεν κατά το χρονικό αυτό διάστημα ο κατηγορούμενος δεν ευρίσκετο στην Ιταλία, όμως η ποσότητα αυτή ανήκε σ' αυτόν και είχε εισαχθεί στην Ιταλία με δική του επιμέλεια. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος εισήγαγε από το ΄Αμστερνταμ της Ολλανδίας μέσω Παρισιού στο έδαφος της ιταλικής επικράτειας, την ως άνω ποσότητα την οποία είχε μεταφέρει από άγνωστη χώρα (πιθανότατα από τις ΗΠΑ). Την ποσότητα αυτή μπορούσε και εξ αποστάσεως να την διαθέσει κατά βούληση, έχοντας έστω και μέσω παρένθετων προσώπων τη φυσική της εξουσίαση". Ακολούθως στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενος για το ότι "Στην Ιταλία και σε μη εξακριβωθείσα ημερομηνία, πάντως κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2001 έως 15-7-2002 κατείχε ναρκωτικές ουσίες απ' αυτές που δρούν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές και ειδικότερα κατείχε εντός ταξιδιωτικού σάκου, που έφερε μαζί του, ποσότητα 158.000 δισκίων "ΕΚΣΤΑΣΗ", καθόσον αυτά περιείχαν τη ναρκωτική ουσία του ναρκωτικού ΕΚΣΤΑΣΗ "μεθυλενοδιοξειμιθαμφεταμίνη", την οποία είχε επιμελώς τοποθετήσει σε εκατόν τριάντα πέντε (135) σακκούλες, με σκοπό την εμπορία". Με αυτά όμως που δέχθηκε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και νόμιμη βάση, αφενός μεν συνεπεία αντιφάσεως μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της, αφετέρου δε λόγω υπάρξεως στις παραδοχές της ασάφειας, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 1 στοιχ. α' του ν./ 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993. Ειδικότερα ενώ στο σκεπτικό δέχεται ότι ο αναιρεσείων κατείχε μέσω παρενθέτων προσώπων στην Ιταλία, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2000 έως 15-7-2002, που αυτός δεν βρισκόταν εκεί, ποσότητα 158.000 δισκίων ΕΚΣΤΑΣΗΣ, στο διατακτικό γίνεται λόγος ότι κατά το αυτό χρονικό διάστημα ο αναιρεσείων κατείχε ο ίδιος στην Ιταλία, εντός ταξιδιωτικού σάκκου, που έφερε μαζί του, την προαναφερόμενη ποσότητα δισκίων "ΕΚΣΤΑΣΗΣ". Περαιτέρω στο σκεπτικό της αποφάσεως δεν προσδιορίζεται με πληρότητα και σαφήνεια, κατά ποίο τρόπο ο αναιρεσείων είχε στην κατοχή του την ανωτέρω ποσότητα των 158.000 δισκίων "ΕΚΣΤΑΣΗΣ", ώστε να μπορεί, από τόπο εκτός της Ιταλίας και για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα (από το έτος 2000 έως 15-7-2002), σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και να τη διαθέτει με τη βούλησή του πραγματικά. Επομένως είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. δεύτερος και τρίτος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων και πρέπει κατά παραδοχή αυτών να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, περιττής μετά ταύτα καθισταμένης της έρευνας του πρώτου λόγου του δικογράφου των προσθέτων λόγων. Ακολούθως να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 223,224 και 225/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και, Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 30Ιανουαρίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 2 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ