Αριθμός 1860/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσειουσών: 1.Δ. Τ. του Δ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Θ. Σ.- Π. και 2.Θ. Σ.- Π., δικηγόρου, κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως. Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (Ι.Κ.Α.) - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΕΤΑΜ)", το οποίο με έδρα στην Αθήνα και νόμιμο εκπρόσωπο το Διοικητή του, εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Καραλή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Μαρτίου 2006 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Εδέσσης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 350/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 52/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 12 Νοεμβρίου 2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 8 Απριλίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Η δεύτερη των αναιρεσειόντων και πληρεξουσία της πρώτης αυτών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 52/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε τόσο την από 25.2.2008 έφεση του αναιρεσιβλήτου όσο και την από 28.11.2008 αντίθετη έφεση των αναιρεσειουσών κατά της υπ' αριθ. 350/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας. Με την απόφαση αυτή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την από 21.3.2006 ανακοπή του αναιρεσιβλήτου και μεταρρυθμίζοντας τον υπ' αριθ. .../2006 πίνακα διανομής πλειστηριάσματος της συμβολαιογράφου Σκύδρας Μαρίας Ιωσηφίδου περιόρισε σε 3.000 ευρώ το ποσό των 30.000 ευρώ, που είχε με τον πίνακα προαφαιρεθεί από το διανεμητέο πλειστηρίασμα για έξοδα εκτέλεσης αποδοτέα στη δεύτερη των αναιρεσειουσών, ενώ στο αποδεσμευόμενο πλέον ποσό των 27.000 ευρώ κατέταξε προνομιακά αντίστοιχο μέρος της απαίτησης του αναιρεσιβλήτου, για την οποία έγινε από τον Διευθυντή του Υποκαταστήματός του στην Έδεσσα η υπ' αριθ. .../26.10.2005 αναγγελία. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ). 2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 216§1, 585, 933 και 979§2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης δανειστών στην αναγκαστική εκτέλεση πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία κάθε δικογράφου, που αναφέρονται στα άρθρ. 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, και τους λόγους της ανακοπής που αποτελούν την ιστορική της βάση (ΑΠ 1491/2003). Οι λόγοι αυτοί μπορεί να αφορούν είτε (α) την ύπαρξη της ίδιας της απαίτησης του ανακόπτοντος δανειστή ή του προνομίου της, στην περίπτωση που αυτή δεν κατατάχθηκε καθόλου ή ως προνομιακή στον προσβαλλόμενο πίνακα, οπότε ο ανακόπτων υποχρεούται να εκθέσει στην ανακοπή του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απαίτησή του ή το προνόμιό της, ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση από το δικαστήριο της νομιμότητας του λόγου της ανακοπής του και η άμυνα του καθ' ου, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση των απαιτούμενων για τη θεμελίωση της απαίτησής του περιστατικών με τις προτάσεις του ή με άλλα έγγραφα και μάλιστα με το περιεχόμενο της αναγγελίας και των εγγράφων που κατατίθενται μέσα στην ίδια με την επίδοση αυτής προθεσμία και αποδεικνύουν την απαίτηση, (β) είτε σε προβολή ενστάσεων του ανακόπτοντος κατά της απαίτησης του καθ' ου, που κατατάχθηκε στον προσβαλλόμενο πίνακα, (γ) είτε σε απλή αμφισβήτηση ή άρνηση από τον ανακόπτοντα της καταταχθείσας απαίτησης του καθ' ου ή του προνομίου της, οπότε ο τελευταίος υποχρεούται να επικαλεσθεί με τις προτάσεις του και να αποδείξει τα παραγωγικά της απαίτησής του ή του προνομίου της πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 1783/2001), αρκεί δε στην περίπτωση αυτή μόνη η άρνηση της απαίτησης του καθ' ου από τον ανακόπτοντα για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος της ανακοπής του, αφού ο καθ' ου βαρύνεται πλέον αυτός να αποδείξει την ύπαρξη, το μέγεθος και τον τυχόν προνομιακό χαρακτήρα της απαίτησής του (ΑΠ 404/2003? 1666/2003? 1340/2004? 1501/2006). Όμως ακόμη και όταν ο λόγος της ανακοπής δεν αφορά την απαίτηση του ανακόπτοντος ή του προνομίου της υποχρεούται αυτός να προσδιορίσει με την ανακοπή του την απαίτησή του κατά το είδος, το ποσό και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά, αφού η ύπαρξη απαίτησής του είναι σε κάθε περίπτωση αναγκαία για να δικαιολογείται το έννομο συμφέρον του και κατ' επέκταση η ενεργητική νομιμοποίησή του για την άσκηση της ανακοπής (ΑΠ 440/2004? 849/2009? 1949/2009? 1281/2011). Κατά την έννοια αυτή αρκεί προκειμένου για απαιτήσεις του ανακόπτοντος ΙΚΑ να προσδιορίζονται αυτές με βάση τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την αναγγελία των ίδιων απαιτήσεων κατά το άρθρ. 55§1 του ΚΕΔΕ (ν.δ/γμα 356/1974), σύμφωνα με το οποίο, που εφαρμόζεται και για το ΙΚΑ κατά το άρθρ. 27§3 του ν. 1846/1951, ο πίνακας χρεών, που συνοδεύει την αναγγελία, πρέπει να περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμο του οφειλέτη, το είδος και το ποσό των χρεών, το οικονομικό έτος στο οποίο ανήκουν, τη χρονολογία της βεβαίωσής τους, καθώς και μνεία της τυχόν υπάρχουσας για κάθε χρέος ασφάλειας (ΑΠ 1195/2004). Περαιτέρω η εξειδίκευση της απαίτησης του ανακόπτοντος ήδη με το δικόγραφο της ανακοπής του είναι αναγκαία και όταν στηρίζει την απαίτησή του σε έγγραφα με αποδεικτική δύναμη έναντι του καθ' ου η εκτέλεση ή στο δεδικασμένο απόφασης, αφού η αποδεικτική δύναμη των εγγράφων αυτών, καθώς και το δεδικασμένο απόφασης που εκδόθηκε μεταξύ του ανακόπτοντος και του καθ' ου η εκτέλεση, δεν δεσμεύουν τρίτους, όπως είναι οι λοιποί δανειστές που αναγγέλθηκαν (ΑΠ 387/2001? 1501/2006? 270/2012). Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης ανακοπής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι μ' αυτή το αναιρεσίβλητο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ισχυριζόμενο ότι έχει κατά του Χ. Κ. βεβαιωμένες ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις συνολικού ποσού 653.370,81 ευρώ, τις οποίες ανήγγειλε εμπρόθεσμα στη διαδικασία του πλειστηριασμού, που επέσπευσε η πρώτη από τις αναιρεσείουσες στην κατασχεμένη με την υπ' αριθ. .../22.7.2005 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Έδεσσας …ακίνητη περιουσία του οφειλέτη, ζήτησε τη μεταρρύθμιση του υπ' αριθ. .../28.2.2006 πίνακα, που συνέταξε για τη διανομή του επιτευχθέντος πλειστηριάσματος η συμβολαιογράφος Σκύδρας Μαρία Ιωσηφίδου, έτσι ώστε, μεταξύ άλλων, το ποσό των 30.000 ευρώ, που προαφαιρέθηκε με τον πίνακα από το διανεμητέο πλειστηρίασμα για έξοδα εκτέλεσης αποδοτέα στη δεύτερη αναιρεσείουσα, να περιορισθεί σε 16,43 ευρώ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρ. 127§1 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ/γμα 3026/1954), σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 12398/9.2.1989 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 131/ 21.2.1989) και στο αποδεσμευόμενο πλέον ποσό των 29.983,57 ευρώ να καταταγεί προνομιακά αντίστοιχο μέρος της απαίτησης του αναιρεσιβλήτου, που αφορά ειδικότερα η υπ' αριθ. .../26.10.2005 αναγγελία του Διευθυντή του Υποκαταστήματός του στην Έδεσσα. Η αναγγελία αυτή, καθώς και ο πίνακας χρεών που τη συνοδεύει, έχουν ενσωματωθεί στην ένδικη ανακοπή και περιέχουν όλα τα στοιχεία με τα οποία εξειδικεύεται επαρκώς η ως άνω απαίτηση του αναιρεσιβλήτου, δηλαδή πρόκειται για ληξιπρόθεσμη απαίτηση κατά του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη Χ. Κ., ως προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας "ΣΑΛΙΓΚΑΡ Α.Ε.", σχετικά με ασφαλιστικές εισφορές των χρονικών περιόδων Μα?ου - Ιούλιου 2004 και Αυγούστου 2004 - Ιουνίου 2005, ποσών αντίστοιχα 3.812,88 και 648.219,26 ευρώ, που βεβαιώθηκαν προς είσπραξη με τα υπ' αριθ. 3207/26.10.2005 και 3208/2005 τριπλότυπα ύστερα από την έκδοση των υπ' αριθ. 626 ΠΕΕ και 1866 ΠΕΠΤ. Συνεπώς, αμφισβητώντας με την ένδικη ανακοπή το αναιρεσίβλητο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ το ποσό ειδικότερα των 30.000 ευρώ, που προαφαιρέθηκε με τον προσβαλλόμενο πίνακα από το διανεμητέο πλειστηρίασμα προκειμένου να αποδοθεί στη δεύτερη από τις αναιρεσείουσες και πληρεξούσια δικηγόρο της πρώτης αυτών ως αμοιβή για τη σύνταξη απ' αυτή της επιταγής προς εκτέλεση, με βάση την οποία επισπεύσθηκε η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του ως άνω οφειλέτη, όφειλε μεν (το αναιρεσίβλητο), κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, να προσδιορίσει την κρίσιμη απαίτησή του, όχι όμως με περισσότερα σε κάθε περίπτωση στοιχεία από αυτά που περιέχονται στην αναγγελία της απαίτησής του και στον συνοδεύοντα αυτή πίνακα χρεών, όταν μάλιστα δεν αμφισβητήθηκε με τον προσβαλλόμενο πίνακα η ύπαρξη και το προνόμιο της απαίτησής του και αντίθετα αυτή κατατάχθηκε κατά ένα μέρος στο διανεμητέο πλειστηρίασμα. Συνακόλουθα, κρίνοντας με τον ίδιο τρόπο το Εφετείο, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένδικη ανακοπή κατά το αντίστοιχο σκέλος της, κατά το οποίο αυτή έγινε εν μέρει δεκτή με την πρωτόδικη απόφαση και μεταρρυθμίστηκε ο προσβαλλόμενος πίνακας ως προς το κονδύλιο των 30.000 ευρώ, το οποίο περιορίστηκε σε 3.000 ευρώ και στη διαφορά των 27.000 ευρώ κατατάχθηκε το αναιρεσίβλητο, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. 3. Κατά το άρθρ. 932 του ΚΠολΔ, τα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης βαρύνουν εκείνον κατά του οποίου αυτή στρέφεται και προκαταβάλλονται από εκείνον που την επισπεύδει, ενώ κατά το άρθρ. 975 του ίδιου κώδικα η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτέλεσης που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις αυτές, στη δεύτερη των οποίων γίνεται διάκριση μεταξύ αφαίρεσης των εξόδων και κατάταξης των προνομιακών απαιτήσεων, υπέγγυο στους δανειστές είναι το ποσό του πλειστηριάσματος που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, τα οποία δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των προνομίων ούτε κατατάσσονται στον πίνακα, αλλά προαφαιρούνται προκειμένου να γίνει η κατάταξη των δανειστών, ορίζονται δε με τον πίνακα κατάταξης ή με ιδιαίτερη πράξη, με την οποία ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δικαιολογεί τα σχετικά κονδύλια προκειμένου να τα προαφαιρέσει από το πλειστηρίασμα. Δικαιούχος των εξόδων εκτέλεσης είναι κατ' αρχήν ο δανειστής που επέσπευσε την εκτέλεση, όμως ως δικαιούχοι νοούνται και τα όργανα της εκτέλεσης και ειδικότερα ο δικαστικός επιμελητής και ο υπάλληλος του πλειστηριασμού (συμβολαιογράφος), αλλά και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του επισπεύδοντος δανειστή, καίτοι τα πρόσωπα αυτά δεν νομιμοποιούνται να αναζητήσουν τα σχετικά έξοδα από τον καθ' ου η εκτέλεση, αφού μ' αυτόν δεν συνδέονται με κατάλληλη έννομη σχέση. Έτσι τα πρόσωπα αυτά, με βάση τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό και με αυτές των άρθρ. 971 και 1007 του ΚΠολΔ, λαμβάνουν τα έξοδα της εκτέλεσης από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, ο οποίος, αφού τα αφαιρέσει από το πλειστηρίασμα, ακολούθως διανέμει το υπόλοιπο του πλειστηριάσματος μεταξύ των δανειστών του καθ' ου η εκτέλεση ή προβαίνει με σχετικό πίνακα στην κατάταξη των δανειστών σε περίπτωση ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος. Δηλαδή τα έξοδα της εκτέλεσης δεν κατατάσσονται στο συντασσόμενο από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού πίνακα, ωστόσο η σχετική εκκαθαριστική πράξη του αποτελεί διανομή του πλειστηριάσματος και προσβάλλεται συνεπώς με την ανακοπή του άρθρ. 979 του ΚΠολΔ. Ανακόπτων μπορεί να είναι οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, όπως είναι οι δανειστές που αναγγέλθηκαν ή ο καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτης, οπότε αν αυτοί αμφισβητούν τη νομιμότητα της σχετικής εκκαθαριστικής πράξης των εξόδων εκτέλεσης και ειδικότερα αν προσβάλουν αυτή ως αόριστη ή αναιτιολόγητη ή αμφισβητούν ότι τα έξοδα έγιναν προς το συμφέρον όλων των δανειστών, ανακύπτει ιδιωτική διαφορά μεταξύ αυτών και του επισπεύδοντος δανειστή, που είναι ο μόνος νομιμοποιούμενος παθητικά στη σχετική δίκη, αφού αυτός είναι που χορήγησε στα παραπάνω πρόσωπα την εντολή για τη διενέργεια των απαιτούμενων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης και θα ζημιωθεί αν ανατραπεί η εκκαθάριση των εξόδων, αφού τότε θα υποχρεωθεί να καταβάλει ο ίδιος τη διαφορά στα πρόσωπα αυτά με βάση τη μεταξύ τους σχέση εντολής (ΑΠ 1783/1998? 142/2004? 280/2004). Αντίθετα όταν η αμφισβήτηση αφορά μόνο τη διενέργεια των πράξεων εκτέλεσης που φέρονται ότι έγιναν από τα ίδια πρόσωπα ή το ύψος της σχετικής δαπάνης, δηλαδή όταν προβάλλεται ότι τα αντίστοιχα έξοδα εκτέλεσης δεν είναι νόμιμα ή υπαρκτά ή υπερβαίνουν τα καθοριζόμενα από το νόμο ή τις οικείες υπουργικές αποφάσεις όρια της αμοιβής τους, η ανακοπή κατά της πράξης εκκαθάρισης των εξόδων οφείλει να στραφεί όχι μόνον κατ' αυτού που επέσπευσε την εκτέλεση, αλλά και κατά των προσώπων υπέρ των οποίων έγινε η προαφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης (ΑΠ 300/2013). Εξ άλλου ως έξοδα εκτέλεσης κατά τις παραπάνω διατάξεις νοούνται όλες οι δαπάνες που γίνονται από τον επισπεύδοντα την εκτέλεση δανειστή και αποβλέπουν στο γενικό συμφέρον όλων των δανειστών, εφόσον είναι αναγκαίες για τη διαδικασία της εκτέλεσης από την έναρξή της μέχρι και την περάτωσή της (ΑΠ 419/1998), δηλαδή ανάγονται στην προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, στην κατάσχεση, στη συντήρηση του κατασχεθέντος πράγματος, στον πλειστηριασμό και στην κατάταξη των δανειστών. Αντίθετα δεν περιλαμβάνονται τα έξοδα που έγιναν προς το αποκλειστικό συμφέρον είτε του επισπεύδοντος είτε των αναγγελθέντων δανειστών ούτε επίσης όσα έγιναν από υπαιτιότητα του επισπεύδοντος, όπως είναι τα έξοδα πλειστηριασμού που ματαιώθηκε λόγω παρόδου προθεσμίας ή λόγω ακυρότητας των πράξεων (ΑΠ 1359/1998? 60/2001). Στη συγκεκριμένη περίπτωση αποδίδεται με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρά το νόμο, τον οποίο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεν απέρριψε ως παθητικά ανομιμοποίητη ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα και συνεπώς ως απαράδεκτη ως προς αυτή την ένδικη ανακοπή, μολονότι πρωτόδικα προβλήθηκε από την πλευρά της σχετική ένσταση. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η ως άνω αιτίαση είναι αβάσιμη και παραδεκτά η ένδικη ανακοπή, όπως ορθώς έκρινε και η πρωτόδικη απόφαση, απευθύνθηκε και κατά των δύο αναιρεσειουσών, αφού με την ένδικη ανακοπή δεν αμφισβητείται η νομιμότητα γενικώς της εκκαθάρισης των εξόδων εκτέλεσης, αλλά μόνον το ύψος τους. Πρέπει έτσι κατά την αιτίαση αυτή να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το ως άνω μέρος του, με το οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. 4. Κατά το άρθρ. 76§1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, που συντρέχει και όταν εξ αιτίας των περιστάσεων, που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι ομόδικοι που μετέχουν στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται, κατά δε την § 4 του ίδιου άρθρου, η άσκηση ένδικου μέσου από αναγκαίο ομόδικο έχει αποτελέσματα και για τους άλλους, που σημαίνει ότι το ένδικο μέσο θεωρείται ότι ασκήθηκε και από τους λοιπούς ομοδίκους, μολονότι αυτοί αδράνησαν. Επομένως, η άσκηση στη συνέχεια του αυτού ένδικου μέσου από άλλον αναγκαίο ομόδικο προσκρούει στην απαγόρευση άσκησης για δεύτερη φορά του ίδιου ένδικου μέσου, η οποία ως γενική αρχή (ne bis in idem) αποτυπώνεται στις διατάξεις των άρθρ. 514, 541 και 555 ΚΠολΔ, καθιστώντας απαράδεκτο το δεύτερο ένδικο μέσο. Η αρχή όμως αυτή κάμπτεται, όταν δικαιολογείται έννομο συμφέρον για την άσκηση αυτοτελώς ενδίκου μέσου από αναγκαίο ομόδικο, όπως συμβαίνει όταν προβάλλονται μ' αυτό λόγοι διαφορετικοί από τους περιεχόμενους στο ένδικο μέσο που άσκησε προηγουμένως άλλος ομόδικος, εφόσον με τους λόγους αυτούς επιδιώκεται η παροχή δραστικότερης δικαστικής προστασίας, δηλαδή πέραν εκείνης που επιδιώκεται και είναι δυνατόν να παρασχεθεί με βάση το πρώτο ένδικο μέσο, αφού τότε η αντίθετη εκδοχή οδηγεί σε στέρηση παροχής αποτελεσματικής έννομης προστασίας, την οποία εγγυάται το άρθρο 20§1 του Συντάγματος (ΑΠ 1107/2003? 1001/2007? 1876/2009). Σε κάθε περίπτωση δεν εμποδίζεται η άσκηση από τους αναγκαίους ομοδίκους ένδικου μέσου με κοινό δικόγραφο, ενώ ως κοινό ένδικο μέσο μπορούν τελικά να θεωρηθούν και τα περισσότερα αυτοτελή ένδικα μέσα που άσκησαν αυτοτελώς οι αναγκαίοι ομόδικοι και έτσι να μην απορριφθούν ως απαράδεκτα τα χρονικώς επόμενα, εφόσον υπάρχει η δυνατότητα συνεκδίκασής τους. Μάλιστα κατά την έννοια αυτή οι διαφορετικοί λόγοι των επόμενων ένδικων μέσων ισοδυναμούν λειτουργικά με πρόσθετους λόγους στο αρχικό ένδικο μέσο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, κρίνοντας αντίθετα με την πρωτόδικη απόφαση ότι ως προς την εκκαθάριση των αποδοτέων στη δεύτερη αναιρεσείουσα εξόδων εκτέλεσης νομιμοποιείται παθητικά μόνον αυτή στο πλαίσιο της ένδικης ανακοπής, ενώ, κατά τα προεκτεθέντα, νομιμοποιούνται παθητικά και οι δυο αναιρεσείουσες, εσφαλμένα ακολούθως έκρινε ότι η πρώτη αναιρεσείουσα δεν είχε έννομο συμφέρον να εφεσιβάλει την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε έτσι ως απαράδεκτη την έφεσή της. Όμως το σφάλμα αυτό της προσβαλλόμενης απόφασης αλυσιτελώς επισημαίνεται με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης ως πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και πρέπει συνεπώς και κατά το μέρος αυτό να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, αφού με δεδομένη την ύπαρξη μεταξύ των αναιρεσειουσών αναγκαστικής ομοδικίας, με την έννοια ειδικότερα ότι δεν μπορεί να υπάρξει ως προς αυτές διαφορετική απόφαση, η επανεκδίκαση της έφεσής τους αυτοτελώς ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα θα μετέβαλε την έφεση ως προς αυτή σε δεύτερη αυτοτελή έφεση, που είναι όμως ανεπίτρεπτη κατά τα προεκτεθέντα και επομένως απορριπτέα ως απαράδεκτη. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ενώ η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας ως προς την ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθρ. 179, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12.11.2010 αίτηση των Δ. Τ. και Θ. Σ. - Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 52/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Οκτωβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ