Αριθμός 100/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη και Ηρακλή Κωνσταντινίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 93/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 29 Ιουλίου 2005 αντίστοιχα, αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1695/2005. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τις προτάσεις του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμούς: α) 223/17.05.2006 και β) 527/24.11.2006, στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα: α) "Εισάγω στο Συμβούλιό σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κορίνθου με το 57/2005 βούλευμα παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου του κατηγορουμένους Χ2 και Χ1, για να δικαστούν ως υπαίτιοι κακουργηματικής τοκογλυφίας κατά συναυτουργία (βλ. βούλευμα). ΙΙ. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν οι κατηγορούμενοι εφέσεις, πλην όμως το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου με το 93/2005 βούλευμα, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις και επικύρωσε το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. ΙΙΙ. Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2, άσκησαν τις 7/29-7-2005 και 8/29-7-2005 αντίστοιχες αιτήσεις αναιρέσεως, με δήλωσή τους προς τον αρμόδιο γραμματέα του Εφετείου Ναυπλίου και επικαλούνται έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξεταστούν ουσιαστικά, γιατί πρόκειται για ένδικα μέσα που ασκήθηκαν εμπροθέσμως και νομοτύπως από διαδίκους που είχαν το σχετικό δικαίωμα, αφού με το προσβαλλόμενο βούλευμα οι αναιρεσείοντες παραπέμπονται για κακουργηματικού χαρακτήρα πράξη (άρθρα 473, 474 παρ. 1, 482 παρ. 1α΄, 484 παρ. 1α΄, β΄, δ΄ ΚΠΔ). IV. Προκειμένου το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου να καταλήξει στην παραπεμπτική του κρίση, δέχθηκε, με καθολοκληρίαν παραδεκτή αναφορά, στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του αρμόδιου Εισαγγελέα Εφετών, ότι από την μελέτη των στοιχείων της ανακριτικής δικογραφίας και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων Ψ1, Ψ2, Ψ3, Ψ4 και Ψ5, τα επισυναπτόμενα στη δικογραφία έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων, προκύπτουν τα εξής: Στο Τμήμα Ασφαλείας Κορίνθου περιήλθαν πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες απέναντι από το ...., στον χώρο που στεγαζόταν νόμιμη επιχείρηση χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων, λειτουργούσε παράλληλα και επιχείρηση ενεχυροδανειστηρίου, οι υπεύθυνοι της οποίας χορηγούσαν δάνεια με τοκογλυφικά ανταλλάγματα, σε ...... Επειδή οι πληροφορίες αξιολογήθηκαν ως αξιόπιστες, οι αστυνομικοί οργάνωσαν επιχείρηση προκειμένου να διαπιστώσουν και την ουσιαστική ή μη βασιμότητά τους. ΄Ετσι την 20.30 ώρα της 25ης Ιανουαρίου 2004, ομάδα αστυνομικών της Ασφάλειας Κορίνθου με επικεφαλής τον Υπαστυνόμο Β Ψ1, μετέβησαν στην επιχείρηση. Ακολούθως οι αστυφύλακες κατέλαβαν επίκαιρες θέσεις έξω από αυτήν και αθέατοι κατόπτευαν τον χώρο, ο δε Υπαστυνόμος κατευθύνθηκε προς τον χώρο του πάρκινγκ. Αφού μπήκε στον χώρο αυτό, συνάντησε τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης Πάρκινγκ Χ2, δεύτερο των εκκαλούντων, και προσποιούμενος τον παίκτη του καζίνο, του είπε ότι ζητούσε ένα ενεχυροδανειστήριο για να δανεισθεί κάποιο ποσό με ενέχυρο. Ο Χ2 τον ρώτησε τι προτίθετο να αφήσει ως ενέχυρο, και ο τελευταίος του έδειξε το ρολόι που φορούσε, μάρκας ROLEX. Βλέποντας την κίνηση αυτή ο Χ2 προθυμοποιήθηκε να τον εξυπηρετήσει ο ίδιος και του ζήτησε να τον ακολουθήσει στο γραφείο. Πράγματι αφού μπήκαν στο γραφείο, ο Χ2 επικοινώνησε τηλεφωνικά με μία άγνωστη γυναίκα, η οποία, όπως διαπιστώθηκε αργότερα, ήταν η μνηστή του και πρώτη εκκαλούσα Χ1, την οποία και ενημέρωσε για την πρόθεση του άγνωστου άνδρα να δανεισθεί ένα ποσό, αφήνοντας ως ενέχυρο το ρολόι του μάρκας ROLEX, στη συνέχεια δε της έδωσε στο τηλέφωνο τον άγνωστο για να συνεννοηθούν απευθείας. Πράγματι αυτή συνομίλησε με τον Υπαστυνόμο, ο οποίος την διαβεβαίωσε ότι ήθελε να δανεισθεί κάποιο ποσό, αφήνοντας ως ενέχυρο το ρολόι του μάρκας ROLEX. Η συνομιλήτριά του του είπε "περίμενε, σε δύο λεπτά είμαι εκεί". Πράγματι λίγα λεπτά μετά την λήξη της τηλεφωνικής επικοινωνίας, κατέφθασε στον χώρο του πάρκινγκ η Χ1 οδηγώντας το υπ΄αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο. Όταν συναντήθηκε με τον υπαστυνόμο του ζήτησε να της δώσει το ρολόι και παίρνοντάς το στα χέρια της, του αφαίρεσε την περόνη ασφαλείας και άρχισε να το περιεργάζεται, για να διαπιστώσει την αυθεντικότητά του. Στη συνέχεια τηλεφώνησε σε κάποιο άτομο στο οποίο διάβασε τον αριθμό που ήταν χαραγμένος στον κορμό του ρολογιού, πιθανότητα για να της επιβεβαιώσει από τον αριθμό αυτό εάν το συγκεκριμένο ρολόι ήταν αυθεντικό. Όταν ολοκλήρωσε τον έλεγχό της, απευθύνθηκε στον αστυνομικό και τον ρώτησε ποιο ποσό ζητούσε να δανεισθεί. Στην απάντησή του τελευταίου ότι ζητούσε το ποσό των 1000 ευρώ, του ανταπάντησε ότι μπορούσε να του δανείσει το ποσό των 1200 ευρώ. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι καθ΄όλη τη διάρκεια του ελέγχου και των διαπραγματεύσεων, η Χ1 είχε στα χέρια ένα μικρό βιβλίο στο οποίο απεικονίζονταν όλοι οι τύποι ρολογιών της εταιρείας ROLEX, δίπλα δε από κάθε τύπο σημειωνόταν χειρογράφως η τιμή ενός εκάστου. Ο Υπαστυνόμος συμφώνησε να δανεισθεί το ποσό των 1200 ευρώ. Στη συνέχεια, ύστερα από πρόταση της Χ1, συμφώνησε ότι σε περίπτωση επιστροφής του δανεισθέντος ποσού εντός δέκα ημερών, θα της απέδιδε ως τόκο, το ποσό των 120 ευρώ, σε περίπτωση δε επιστροφής του δανείου μετά παρέλευση μηνός, θα της απέδιδε ως τόκο 360 ευρώ ή 30% του κεφαλαίου. Με άλλα δηλαδή λόγια, συμφωνήθηκε μεταξύ των ανωτέρω ημερήσιο ποσοστό τόκου 1% επί του ποσού του δανείου. Μετά την συνομολόγηση του δανείου με τους προαναφερθέντες όρους, η Χ1 πήρα από τα χέρια του Υπαστυνόμου το ρολόι και το τοποθέτησε μέσα σε μια πλαστική σακούλα, στο εξωτερικό της οποίας επικόλλησε αυτοκόλλητη ετικέτα στην οποία ανέγραψε τα στοιχεία του εμφανιζόμενου ως πελάτη. Αμέσως μετά έδωσε στον αστυνομικό το ποσό των 1200 ευρώ σε δέκα χαρτονομίσματα των εκατό (100) ευρώ. Όταν ο υπαστυνόμος έλαβε στα χέρια του τα χαρτονομίσματα, γνωστοποίησε στους εκκαλούντες κατηγορούμενους την ιδιότητά του, ενώ την ίδια στιγμή ειδοποίησε τους ενεδρεύοντες συναδέλφους του, οι τελευταίοι δε έσπευσαν στον χώρο του γραφείου. Όταν η Χ1 συνειδητοποίησε τι συνέβαινε, πριν προλάβουν οι εισελθόντες αστυνομικοί να παρέμβουν, αφαίρεσε την ετικέτα που είχε επικολλήσει στην πλαστική σακούλα που είχε τοποθετήσει το ρολόι, και με μια αστραπιαία κίνηση την έβαλε στο στόμα της και την κατάπιε, ενώ με μια δεύτερη κίνηση, πήρε την πλαστική σακούλα και την τοποθέτησε μέσα στην τσάντα της, σε μια προφανή προσπάθεια να εξαφανίσει τα αποδεικτικά στοιχεία της επιλήψιμης συναλλαγής που είχε προηγηθεί. Ακολούθως ο Υπαστυνόμος παρέδωσε στους συναδέλφους του το ποσό των 1200 ευρώ το οποίο και κατασχέθηκε (βλ. την από 25-1-2004 έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης). Στη συνέχεια διενεργήθηκαν νομότυπες έρευνες στον χώρο του γραφείου, καθώς και στα προσωπικά αντικείμενα των δύο κατηγορουμένων, βρέθηκαν δε κατ΄αυτές και κατασχέθηκαν: α) εντός της τσάντας της Χ1 το ποσό των 5.595 ευρώ, εκ των οποίων 5000 ευρώ βρέθηκαν σε ειδική κρύπτη, 550 ευρώ μέσα στην τσάντα και 45 ευρώ μέσα σε πορτοφόλι, β) το ποσό των 211 δολλαρίων Η.Π.Α., γ) ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ, μοντέλο 8850. Μέσα στο πορτοφόλι της Χ1, βρέθηκαν δύο κάρτες, στην πρώτη των οποίων αναγράφονταν οι ενδείξεις "Χ1...........ΑΓΟΡΑ-ΠΩΛΗΣΗ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ - PARKING ΤΟ ΕΝΕΧΥΡΟ...... τηλ. ......", στην δεύτερη δε οι ενδείξεις "....κ. Χ1 αγορά-πώληση αυτοκινήτων PARKING Χ2", και μια σακούλα που περιείχε το ρολόι που της είχε δώσει ως ενέχυρο ο αστυνομικός. Εξάλλου, κατά την έρευνα που διενεργήθηκε στο γραφείο του Χ2, μεταξύ των άλλων αντικειμένων βρέθηκαν και τα εξής: 1) δύο βιβλία της εταιρείας ROLEX που απεικόνιζαν διάφορους τύπους ρολογιών της συγκεκριμένης εταιρείας, με την παραπλεύρως ενός εκάστου τύπου χειρόγραφη ένδειξη της τιμής του, 2) τρεις χειρόγραφες καταστάσεις με μοντέλα κινητών τηλεφώνων και δίπλα από κάθε μοντέλο την τιμή του, 3) μια ζυγαριά ακριβείας "ΤΑΝΙΤΑ", 4) ένας ηλεκτρονικός μετρητής της γνησιότητας χαρτονομισμάτων, 5) μια πλάκα ελέγχου της γνησιότητας χρυσών αντικειμένων, 6) ένας μεγεθυντικός φακός και μία ειδική κασετίνα με εργαλεία χρυσοχοΐας, 7) μικρά μπουκάλια που περιείχαν χημικά διαλύματα αναγνώρισης καρατιών, 8) 550 κάρτες στις οποίες αναγραφόταν η διεύθυνση του καταστήματος, με την ένδειξη "το ενέχυρο" και τα στοιχεία της Χ1, 9) 27 μικρά σακουλάκια τα οποία ήταν κατάλληλα για την τοποθέτηση τιμαλφών αντικειμένων που δίδονταν ως ενέχυρο 10) αριθμός αυτοκόλλητων ετικετών, παρόμοιων με αυτή που χρησιμοποιήθηκε στην περίπτωση περί της οποίας γίνεται λόγος, 11) ατζέντες με σημειώσεις τηλεφώνων και τιμαλφών αντικειμένων. Τα ανωτέρω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά από τα οποία αποχρώντως συνάγεται η από τους εκκαλούντες τέλεση της πράξεως που τους αποδίδεται, προκύπτουν από την μελέτη όλων των στοιχείων της δικογραφίας και ιδία από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των αστυνομικών Ψ1 και Ψ2, καθώς επίσης και από τις συνημμένες στη δικογραφία από 25-1-2004 τρεις εκθέσεις κατασχέσεως του Υπαστυνόμου Α ..... και τις υπό την αυτή ημερομηνία εκθέσεις παράδοσης και απόδοσης κατασχεθέντων. Εξάλλου τα περιστατικά αυτά ορθώς εκτιμώμενα και αξιολογούμενα, θεμελιώνουν κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία την σε βαθμό κακουργήματος προβλεπόμενη και τιμωρούμενη πράξη της τοκογλυφίας κατ΄επάγγελμα, κατά την έννοια και την πρόβλεψη της παρ. 2α του άρθρου 404, ενόψει του ότι οι εκκαλούντες, ενεργούντες από κοινού, κατελήφθησαν επ΄αυτοφώρω έχοντες συνομολογήσει για δάνειο 1200 ευρώ, τόκους 1% ημερησίως επί του κεφαλαίου, ενώ ο νόμιμος τόκος κατά την ημέρα σύναψης του δανείου αυτού ανερχόταν σε ποσοστό 8% ετησίως επί του κεφαλαίου ή σε ποσοστό 0,66% μηνιαίως (απόφαση της 5-6-2003 του Δ.Σ. της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας), από τα κατασχεθέντα δε στα χέρια τους αντικείμενα, καθίσταται πρόδηλο ότι είχαν διαμορφώσει υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης τοκογλυφικών πράξεων, για να πορίζονται εισόδημα από αυτές. Η από μέρους των εκκαλούντων άρνηση της κατηγορίας, προβάλλεται κυρίως με το επιχείρημα ότι παρανόμως αξιοποιήθηκαν και εκτιμήθηκαν από το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο οι καταθέσεις των αστυνομικών, καθόσον αυτοί έδρασαν ως προάγοντες ηθικοί αυτουργοί (agents provocateurs) και συνεπώς υπέχουν ποινική ευθύνη κατά το άρθρο 46 παρ. 2 του Π.Κ., με αποτέλεσμα οι καταθέσεις τους να αποτελούν παράνομα αποδεικτικά μέσα, τα οποία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη κατά το άρθρο 177 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. Το επιχείρημα αυτό δεν ευσταθεί. Διότι ορίζεται πράγματι με την διάταξη της παραγ. 2 του άρθρου 177 Κ.Π.Δ. ότι "αποδεικτικά μέσα, που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη για την κήρυξη της ενοχής, την επιβολή ποινής ή την λήψη μέτρων καταναγκασμού, εκτός αν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης και εκδοθεί για το ζήτημα αυτό ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου". Με την ως άνω διάταξη, κατ΄εξαίρεση της αρχής της ηθικής απόδειξης, που καθιερώνει η διάταξη της παραγ. 1 του αυτού ως άνω άρθρου, θεσπίζεται η απαγόρευση της αξιοποίησης αποδεικτικού μέσου, που έχει αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών. Αποσκοπείται δε με αυτήν η προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων και εννόμων αγαθών του ατόμου, που προστατεύονται από συνταγματικές διατάξεις, με την υποχώρηση της ανάγκης δικαστικής διερεύνησης της αλήθειας και της αξίας της αποτελεσματικής λειτουργίας της ποινικής διαδικασίας. Από την γραμματική όμως διατύπωση της διάταξης αυτής, συνάγεται ότι η απαγόρευση αξιοποίησης του αποδεικτικού μέσου που έχει αποκτηθεί με παράνομη πράξη ή μέσω αυτής, δεν αφορά το δικαστικό συμβούλιο αφού αυτό δεν αποφαίνεται περί της ενοχής ούτε επιβάλλει ποινές, αλλά το δικαστήριο. Υπέρ της αποδοχής της άποψης αυτής συντείνει και η διατύπωση της διάταξης του δευτέρου εδαφίου της παραγ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου, με την οποία ορίζεται ότι το δικαστήριο με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του μπορεί να επιτρέψει την αποδεικτική αξιοποίηση του παράνομου αποδεικτικού μέσου, εφόσον η δικαζόμενη πράξη είναι κακούργημα το οποίο τιμωρείται με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Ανεξάρτητα όμως από τις επισημάνσεις αυτές, εν προκειμένω δεν τίθεται καν ζήτημα αθέμιτης πρόκλησης στους εκκαλούντες της απόφασης να τελέσουν την άδικη πράξη που τους αποδίδεται, αφού τα αντικείμενα που βρέθηκαν στην κατοχή τους αποδεικνύουν κατά τον πλέον αδιάψευστο τρόπο ότι είχαν διαμορφώσει υποδομή για την τέλεση παρόμοιων πράξεων, και ότι συνεπώς είχαν ήδη ειλημμένη την απόφαση να τελέσουν την πράξη αυτή, οι ενέργειες δε των αστυνομικών απλά και μόνο βοήθησαν στο να λάβει εξωτερική υπόσταση η κατά τα ανωτέρω ήδη ειλημμένη απόφασή τους (βλ. σχετ. Α.Π. 1028/1999 Ποιν Χρον. ΝΑ 514). V. Οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ως πρώτο λόγο αναίρεσης για την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη το Συμβούλιο Εφετών, αφού κατά τους αναιρεσείοντες δεν λήφθηκαν υπόψη τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα, που είχαν εισαχθεί στην δικογραφία, ως συνημμένα στην από 13-5-2005 έφεση του αναιρεσείοντος Χ2 και συγκεκριμένα, το μεν ένορκες καταθέσεις μαρτύρων: (α) την από 8-4-2003 ένορκη κατάθεση του αναιρεσείοντος Χ2, β) την από 14-4-2003 ένορκη κατάθεση του Ζ, γ) την από 27-8-2003 ένορκη κατάθεση του Φ, δ) την από 2-9-2003 κατάθεση του Ζ, ε) την από 16-4-2003 ένορκη κατάθεση του Φ και στ) την από 8-9-2003 ένορκη κατάθεση του αναιρεσείοντος Χ2), το δε τα παρακάτω έγγραφα: α) Το από 22-4-2003 πληροφοριακό σημείωμα της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων, β) Η από 26-4-2004 αναφορά του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κορίνθου και γ) Το 6004/15/1212Σ/29-4-2003 έγγραφο της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων (βλ. αναιρέσεις). Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Γιατί μπορεί να γίνεται δεκτό ότι προκειμένου το βούλευμα να έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 2 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, πρέπει από το περιεχόμενό του να συνάγεται σαφώς ότι το Συμβούλιο, προκειμένου να καταλήξει στην παραπεμπτική του κρίση, εκτίμησε και αξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά (βλ. Ολ. ΑΠ 9/2001, ΑΠ 1285/2001), όμως στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει τέτοια ασάφεια. Στο βούλευμα σαφώς αναφέρεται ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων και ".....τα επισυναπτόμενα στη δικογραφία έγγραφα....", αναφορά από την οποία προκύπτει ότι "όλα τα έγγραφα", άρα και τα αναφερόμενα από τους αναιρεσείοντες λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο. Πρέπει να παρατηρηθεί ότι το αντίθετο δεν προκύπτει εκ του ότι στο βούλευμα αναφέρονται ρητώς οι καταθέσεις των μαρτύρων Ψ1, Ψ2, Ψ3, Ψ4 και Ψ5 και όχι και οι καταθέσεις των αναφερόμενων από τους αναιρεσείοντες, αφού οι τελευταίοι δεν ήταν μάρτυρες που εξετάσθηκαν στην κρινομένη υπόθεση, αλλά σε άλλη υπόθεση και ως εκ τούτου η μαρτυρία τους θεωρείται "έγγραφο" και όχι "ένορκη κατάθεση μάρτυρος στην προδικασία" (βλ. ΑΠ 320/2005). VI. Αβάσιμος επίσης είναι ο περί απολύτου ακυρότητα λόγος αναίρεσης, επειδή το Συμβούλιο έλαβε υπόψη παράνομα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τις καταθέσεις των αστυνομικών που είχαν δράσει ως agents provocateurs κατά παράβαση του άρθρου 46 παρ. 2 ΠΚ. Ο αναιρετικός αυτός λόγος, είχε προβληθεί ως ειδικός λόγος έφεσης, που απορρίφθηκε, με τις παραπάνω επάλληλες αιτιολογίες και συγκεκριμένα, ότι και αν έτσι είχαν τα πράγματα, η απαγόρευση της χρήσης του αποδεικτικού αυτού μέσου, υπάρχει μόνον, στο ακροατήριο, αλλά σε κάθε περίπτωση στην κρινομένη περίπτωση δεν υφίσταται ζήτημα αθέμιτης πρόκλησης στους κατηγορουμένους της απόφασης να τελέσουν την άδικη πράξη που τους αποδίδεται, αφού από τα όσα βρέθηκαν στην κατοχή τους αποδεικνύεται ότι αυτοί είχαν διαμορφώσει υποδομή για την τέλεση παρόμοιων πράξεων και ότι συνεπώς είχαν ήδη ειλημμένη την απόφαση να τελέσουν την πράξη αυτή, οι ενέργειες δε των αστυνομικών απλά και μόνο βοήθησαν στο να λάβει εξωτερική υπόσταση η κατά τα ανωτέρω ήδη ειλημμένη απόφασή τους (βλ. σχετικές αναφορές στο σκεπτικό του βουλεύματος). Η κύρια σκέψη του Συμβουλίου Εφετών δεν είναι ορθή. Γιατί αν όντως οι καταθέσεις ήταν "απαγορευμένα αποδεικτικά μέσα", η χρήση τους από το Συμβούλιο, προκειμένου να στηριχθεί η παραπεμπτική κρίση του, θα δημιουργούσε απόλυτη ακυρότητα (βλ. ΑΠ 2035/2005 Πράξη και Λόγος 2005, σελ. 561 επ.), ενώ θα ήταν αντιφατικό από τη μια πλευρά να τιμωρείται ως αξιόποινη μια συμπεριφορά και από την άλλη να γίνεται αποδεκτό το προϊόν αυτής της αξιόποινης συμπεριφοράς (βλ. Αργ. Καρρά - Ποιν. Δικον. Δίκαιο, σελ. 441, παραγ. 478). Όμως παρ΄όλα αυτά, δεν ανακύπτει θέμα αναίρεσης του βουλεύματος, αφού η επάλληλη σκέψη, ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρξε ζήτημα παράνομης δράσης των αστυνομικών οργάνων, που εξετάσθηκαν ως μάρτυρες, είναι ορθή και βρίσκει έρεισμα στα πραγματικά περιστατικά που γίνονται δεκτά και στα νομολογιακά δεδομένα (βλ. ΑΠ 1028/1999 Ποιν. Χρον. ΝΑ σελ. 514). VII. Επειδή, κατά το άρθρο 404 παρ. 2 εδ. α΄ του ΠΚ, τοκογλυφία διαπράττει και όποιος κατά την παροχή δανείου ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής του, κατά την ανανέωση ή προεξόφληση αυτού συνομολογεί ή λαμβάνει για τον εαυτό του ή για τρίτο περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου και τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και χρηματική ποινή. Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, αν ο υπαίτιος επιχειρεί τοκογλυφικές πράξεις κατ΄επάγγελμα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι η συνομολόγηση ή η λήψη των δυσανάλογων προς την παροχή του δράστη περιουσιακών ωφελημάτων είναι οι δύο τρόποι τέλεσης του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της παρ. 1 και ότι αν συντρέξουν και οι δύο αυτοί τρόποι τέλεσης του εγκλήματος (ο δράστης συνομολογήσει και κατόπιν λάβει τα περιουσιακά ωφελήματα) ένα έγκλημα πραγματώνεται. Ως κατ΄επάγγελμα θεωρείται ότι διαπράττεται η τοκογλυφία, σύμφωνα με το άρθρο 13 περ. στ΄ του ΠΚ, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Ειδικά για τη θεμελίωση της κατ΄επάγγελμα τέλεσης του εγκλήματος της τοκογλυφίας, πρέπει να αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση ή το βούλευμα τα παραπάνω περιστατικά, τόσο για την βαρύτερη μεταχείριση του δράστη, όσο και για την έρευνα του ζητήματος ύπαρξης ή μη έγκλησης του παθόντος. Όταν η κατ΄επάγγελμα τέλεση ενός αδικήματος δεν θεμελιώνει, αλλά επαυξάνει το αξιόποινο, που ήδη και με την τέλεση μιας μόνο πράξης θεμελιώνεται, πρόκειται για διακεκριμένη μορφή εγκλήματος (παραλλαγής), που βασίζεται στην επανειλημμένη τέλεση (από συνήθεια ή κατ΄επάγγελμα) της πράξης. Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει ξεχωριστό αθροιστικό έγκλημα, αλλά μια διακεκριμένη παραλλαγή ενός μη αθροιστικού εγκλήματος. Μια τέτοια διακεκριμένη παραλλαγή είναι και η κατ΄επάγγελμα τέλεση τοκογλυφικών πράξεων που προβλέπει το άρθρο 404 παρ. 3 του ΠΚ. Οι επιβαρυντικές περιστάσεις του βασικού εγκλήματος της τοκογλυφίας δεν έχουν αυτοτελή νομική υπόσταση, αλλά αποτελούν απλώς επιβαρυντικές περιστάσεις του αυτού βασικού εγκλήματος της τοκογλυφίας προς το οποίο αποτελούν σε σχέση ειδικότητας και υπερισχύουν τούτου. Για την επιβαρυντική περίπτωση της κατ΄επάγγελμα τέλεσης του εγκλήματος της τοκογλυφίας δεν προσαπαιτείται να έχει ο δράστης και προηγουμένως καταδικαστεί για όμοια πράξη, ούτε να παραπέμπεται για περισσότερες τέτοιες πράξεις, δεδομένου ότι κριτήριο συνδρομής του επιβαρυντικού στοιχείου (της κατ΄επάγγελμα επιχείρησης) είναι η διαπίστωση είτε ύπαρξης πρόθεσης βιοπορισμού από αυτή, είτε ροπή προς τέλεση αυτής της τέτοιας διαπίστωσης μη αποκλειόμενης από τον κατά τα άλλα έντιμο ατομικό οικογενειακό, επαγγελματικό ή έστω και κοινωνικό γενικά βίο του κατηγορουμένου, εφόσον δεν συμπίπτει αυτή χρονικά με τις τοκογλυφικές ενέργειες, αλλά ανάγεται σε προγενέστερο χρόνο. VIII Με αυτά που δέχθηκε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε για τους αναιρεσείοντες την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση (κύρια και προανάκριση) και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος της από κοινού τοκογλυφίας κατ΄επάγγελμα, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13στ εδ. α΄, 26 παρ. 1, 45, 404 παρ. 2 εδ. α΄ και 3 ΠΚ, όπως η παρ. 3 τροπ. με το άρθρο 14 παρ. 8β΄του Ν. 2721/1999 και έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν την κατηγορία εναντίον των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων για τη πράξη αυτή, χωρίς να παραβιάσει τις διατάξεις αυτές εκ πλαγίου, με αντιφατικές ή ασαφείς παραδοχές ή παραδοχές που αφήνουν λογικά κενά. Επομένως, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και ε΄ του ΚΠΔ αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως των κρινόμενων αιτήσεων με τους οποίους προσάπτονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, ειδικά δε ως προς τις αιτιάσεις τους με τις οποίες αμφισβητείται η εκτίμηση των αποδείξεων και γενικότερα η επί της ουσίας κρίση του Συμβουλίου ως απαράδεκτοι. Μετά απ΄όλα αυτά πρέπει οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο καθένας από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.- Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Ι. Να απορριφθούν οι με αριθμ. 7/29-7-2005 και 8/29-7-2005 αιτήσεις αναιρέσεως, που ασκήθηκαν αντιστοίχως από τους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2, κατά του 93/2005 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου και ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες. Αθήνα 11-5-2006 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής" β) "Εισάγω στο Δικαστήριό σας την συνημμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Ι. Οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2, άσκησαν αντιστοίχως τις με αριθμό 7/29-7-2005 και 8/29-7-2005 νομότυπες και εμπρόθεσμες αιτήσεις αναιρέσεως κατά του 93/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, με το οποίο απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες εφέσεις των ίδιων κατηγορουμένων, κατά του 57/2005 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου, με το οποίο είχαν παραπεμφθεί στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου για κακουργηματική τοκογλυφία από κοινού. ΙΙ. Με την 223/17-5-2006 πρότασή μου προς το Δικαστήριό σας, ζήτησα να γίνουν τυπικά δεκτές οι αναιρέσεις, αλλά να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως που περιλαμβάνονται σ΄αυτές, για τους λόγους που εκτίθενται στην πρότασή μου αυτή, στην οποία και αναφέρομαι. Το Δικαστήριό σας με την 1834/2006 απόφαση αποφάνθηκε να απέχει επί των αναιρέσεων αυτού, μέχρι την υποβολή προτάσεως και επί του κοινού λόγου αναιρέσεως από τα άρθρα 484 παρ. 1 στοιχ. α΄ και 171 παρ. 1 στοιχ. δ΄ και 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄, για στέρηση των αναιρεσειόντων ουσιώδους δικαιώματος υπερασπίσεως, απορρέοντος και από το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. γ΄ της Σύμβασης της Ρώμης κυρωθείσης με το ν.δ. 53/1974 και εχούσης υπερνομοθετική ισχύ κατ΄άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, λόγω του ότι το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε άνευ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας το αίτημά τους να εμφανισθούν ενώπιόν του για να δώσουν κάθε διευκρίνιση επί της υποθέσεως κατ΄άρθρο 309 παρ. 2 του ΚΠΔ (βλ. 1834/2006 απόφασή σας). ΙΙΙ. Ο κοινός αυτός λόγος αναίρεσης είναι ουσιαστικά αβάσιμος, αφού από το σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος προκύπτει ότι το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση απορρίφθηκε γιατί το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι "..... κατά την κρίση του Συμβουλίου δεν κρίνεται αναγκαία η εμφάνιση των εκκαλούντων ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου προς παροχή διευκρινίσεων επί της ουσίας της κατηγορίας, αφού εκτενώς και με πληρότητα, ανέπτυξαν τους υπερασπιστικούς τους ισχυρισμούς και εξέθεσαν τις απόψεις τους, για τα κρίσιμα και ενδιαφέροντα στην υπόθεση στοιχεία με τις πολυσέλιδες εφέσεις τους....." (βλ. 93/2005 βούλευμα). Η παραδοχή αυτή του Συμβουλίου αποτελεί την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και συνεπώς οι αναιρέσεις των κατηγορουμένων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες και ως προς τον λόγο αυτόν. Για τους λόγους αυτούς και για όσους αναφέρονται στην με αριθμό 223/17-5-2006 πρότασή μου Προτείνω: Ι. Να απορριφθούν οι με αριθμό 7/29-7-2005 και 8/29-7-2005 αιτήσεις αναιρέσεως, που ασκήθηκαν αντιστοίχως από τους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2, κατά του 93/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου και, ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες. Αθήνα 17-11-2006 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι από 29 Ιουλίου 2005 αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ1 και 2) Χ2 στρεφόμενες κατά του 93/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου και πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς. Κατά τις διατάξεις της παραγράφου 2 εδ. Α΄ σε συνδυασμό με τις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 404 του Π.Κ., τοκογλυφία διαπράττει όποιος κατά την παροχή δανείου ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής του ή την ανανέωση ή προεξόφληση αυτού συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτο περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, τιμωρούμενος, αν επιχειρεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, πριν μεν από την τροποποίησή τους με το άρθρο 14 παρ. 8 εδ. α΄ και β΄ του Ν. 2721/1999 με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή, μετά δε την τροποποίησή τους με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ΄ του ΠΚ, κατ' επάγγελμα διαπράττεται η τοκογλυφία όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, κατά συνήθεια δε όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Το έγκλημα της τοκογλυφίας είναι υπαλλακτικώς μικτό και ως τέτοιο, μπορεί να τελείται με τη συνομολόγηση ή με τη λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, στα οποία περιλαμβάνεται και η παραλαβή αξιογράφων, που ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους, χωρίς να προσαπαιτείται και η είσπραξη του αναφερόμενου σ'αυτά ποσού. Τελείται δε το έγκλημα κατά συναυτουργίαν, όταν ο καθένας από τους συναυτουργούς με την πράξη του, είτε πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, είτε η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συναυτουργών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, οι επί μέρους πράξεις των συναυτουργών να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου ή στο βούλευμα και επομένως, το έγκλημα της τοκογλυφίας τελείται κατά συναυτουργίαν και όταν, κατόπιν συναποφάσεως, δηλαδή με κοινό δόλο, ο ένας από τους συναυτουργούς συνομολογεί τη λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, ο δε άλλος προβαίνει στη λήψη αυτών, ενόψει της φύσεως του εν λόγω εγκλήματος, ως υπαλλακτικώς μικτού. Ακόμη, κατά την έννοια της προδιαληφθείσας διατάξεως του άρθρου 404 παρ. 3 του ΠΚ, κατ' επάγγελμα θεωρείται ότι πράττει ο υπαίτιος της τοκογλυφίας, όταν ενεργεί τοκογλυφικές πράξεις κατ' επανάληψη με σκοπό να ποριστεί από αυτές εισόδημα. Προς τούτο αρκεί και η τέλεση μιας μόνον πράξεως, όταν από αυτήν, ενόψει και της διάρκειας των λοιπών περιστάσεων, που τη συνοδεύουν, προκύπτει η επιδίωξη πορισμού εισοδήματος βάσει σχεδίου. Κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως κατά συνήθειαν τελείται η τοκογλυφία, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής συνάγεται ότι ο δράστης έχει αποκτήσει σταθερή ροπή προς διάπραξη αυτής, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Εξάλλου εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, όπως αυτό προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 178 του ΚΠΔ, κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία είναι α) οι ενδείξεις, β) η αυτοψία, γ) η πραγματογνωμοσύνη, δ) η ομολογία του κατηγορουμένου, ε) οι μάρτυρες και στ) τα έγγραφα. Ως έγγραφο που περιέχει την εκτός της ποινικής δίκης μαρτυρία τρίτου θεωρείται και η ένορκη κατάθεση ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, ή κατά την προδικασία, ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή κατά την διενέργεια διοικητικής εξετάσεως σύμφωνα με τις προβλέπουσες αυτή κατά περίπτωση διατάξεις. Γι' αυτό άλλωστε αναγιγνώσκονται στο ακροατήριο ως λοιπά έγγραφα και όχι ως ένορκες καταθέσεις μαρτύρων στην προδικασία, κατ' άρθρο 365 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση, που έχει ενσωματωθεί στο βούλευμα και στην οποία αναφέρονται και όλα τα αποδεικτικά μέσα δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Στο τμήμα Ασφαλείας Κορίνθου περιήλθαν πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες απέναντι από το ...., στον χώρο που στεγαζόταν νόμιμη επιχείρηση χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων, λειτουργούσε παράλληλα και επιχείρηση ενεχυροδανειστηρίου, οι υπεύθυνοι της οποίας χορηγούσαν δάνεια με τοκογλυφικά ανταλλάγματα, σε ...... Επειδή οι πληροφορίες αξιολογήθηκαν ως αξιόπιστες, οι αστυνομικοί οργάνωσαν επιχείρηση προκειμένου να διαπιστώσουν και την ουσιαστική ή μη βασιμότητά τους. Έτσι την 20.30 ώρα της 25ης Ιανουαρίου 2004 ομάδα αστυνομικών της Ασφάλειας Κορίνθου με επικεφαλής τον Υπαστυνόμο Β Ψ1, μετέβησαν στην επιχείρηση. Ακολούθως οι αστυφύλακες κατέλαβαν επίκαιρες θέσεις έξω από αυτήν και αθέατοι κατόπτευαν τον χώρο, ο δε Υπαστυνόμος κατευθύνθηκε προς τον χώρο του πάρκινγκ. Αφού μπήκε στον χώρο αυτό, συνάντησε τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης Πάρκινγκ Χ2, δεύτερο των εκκαλούντων, και προσποιούμενος τον παίκτη του καζίνο, του είπε ότι ζητούσε ένα ενεχυροδανειστήριο για να δανεισθεί κάποιο ποσό με ενέχυρο. Ο Χ2 τον ρώτησε τι προτίθετο να αφήσει ως ενέχυρο, και ο τελευταίος του έδειξε το ρολόι που φορούσε, μάρκας ROLEX. Βλέποντας την κίνηση αυτή ο Χ2 προθυμοποιήθηκε να τον εξυπηρετήσει ο ίδιος και του ζήτησε να τον ακολουθήσει στο γραφείο. Πράγματι αφού μπήκαν στο γραφείο, ο Χ2 επικοινώνησε τηλεφωνικά με μία άγνωστη γυναίκα, η οποία, όπως διαπιστώθηκε αργότερα, ήταν η μνηστή του και πρώτη εκκαλούσα Χ1, την οποία και ενημέρωσε για την πρόθεση του άγνωστου άνδρα να δανεισθεί ένα ποσό, αφήνοντας ως ενέχυρο το ρολόι του μάρκας ROLEX, στη συνέχεια δε της έδωσε στο τηλέφωνο τον άγνωστο για να συνεννοηθούν απευθείας. Πράγματι αυτή συνομίλησε με τον Υπαστυνόμο, ο οποίος την διαβεβαίωσε ότι ήθελε να δανεισθεί κάποιο ποσό, αφήνοντας ως ενέχυρο το ρολόι του μάρκας ROLEX. H συνομιλήτριά του του είπε "περίμενε, σε δύο λεπτά είμαι εκεί". Πράγματι λίγα λεπτά μετά την λήξη της τηλεφωνικής επικοινωνίας, κατέφθασε στον χώρο του πάρκινγκ η Χ1 οδηγώντας το υπ' αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο. Όταν συναντήθηκε με τον υπαστυνόμο του ζήτησε να της δώσει το ρολόι και παίρνοντάς το στα χέρια της, του αφαίρεσε την περόνη ασφαλείας και άρχισε να το περιεργάζεται, για να διαπιστώσει την αυθεντικότητά του. Στη συνέχεια τηλεφώνησε σε κάποιο άτομο στο οποίο διάβασε τον αριθμό που ήταν χαραγμένος στον κορμό του ρολογιού, πιθανότατα για να της επιβεβαιώσει από τον αριθμό αυτό εάν το συγκεκριμένο ρολόι ήταν αυθεντικό. Όταν ολοκλήρωσε τον έλεγχό της, απευθύνθηκε στον αστυνομικό και τον ρώτησε ποιο ποσό ζητούσε να δανεισθεί. Στην απάντησή του τελευταίου ότι ζητούσε το ποσό των 1000 ευρώ, του ανταπάντησε ότι μπορούσε να του δανείσει το ποσό των 1.200 ευρώ. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι καθ' όλη τη διάρκεια του ελέγχου και των διαπραγματεύσεων, η Χ1 είχε στα χέρια ένα μικρό βιβλίο στο οποίο απεικονίζονταν όλοι οι τύποι ρολογιών της εταιρείας ROLEX, δίπλα δε από κάθε τύπο σημειωνόταν χειρογράφως η τιμή ενός εκάστου. Ο Υπαστυνόμος συμφώνησε να δανεισθεί το ποσό των 1.200 ευρώ. Στη συνέχεια, ύστερα από πρόταση της Χ1, συμφώνησε ότι σε περίπτωση επιστροφής του δανεισθέντος ποσού εντός δέκα ημερών, θα της απέδιδε ως τόκο το ποσό των 120 ευρώ, σε περίπτωση δε επιστροφής του δανείου μετά παρέλευση μηνός, θα της απέδιδε ως τόκο 360 ευρώ ή 30% του κεφαλαίου. Με άλλα δηλαδή λόγια, συμφωνήθηκε μεταξύ των ανωτέρω ημερήσιο ποσοστό τόκου 1% επί του ποσού του δανείου. Μετά την συνομολόγηση του δανείου με τους προαναφερθέντες όρους, η Χ1 πήρε από τα χέρια του Υπαστυνόμου το ρολόι και το τοποθέτησε μέσα σε μια πλαστική σακούλα, στο εξωτερικό της οποίας επικόλλησε αυτοκόλλητη ετικέτα στην οποία ανέγραψε τα στοιχεία του εμφανιζόμενου ως πελάτη. Αμέσως μετά έδωσε στον αστυνομικό το ποσό των 1.200 ευρώ σε δέκα χαρτονομίσματα των εκατό (100) ευρώ. Όταν ο υπαστυνόμος έλαβε στα χέρια του τα χαρτονομίσματα, γνωστοποίησε στους εκκαλούντες κατηγορουμένους την ιδιότητά του, ενώ την ίδια στιγμή ειδοποίησε τους ενεδρεύοντες συναδέλφους του, οι τελευταίοι δε έσπευσαν στον χώρο του γραφείου. Όταν η Χ1 συνειδητοποίησε τι συνέβαινε πριν προλάβουν οι εισελθόντες αστυνομικοί να παρέμβουν, αφαίρεσε την ετικέτα που είχε επικολλήσει στην πλαστική σακούλα που είχε τοποθετήσει το ρολόι, και με μια αστραπιαία κίνηση την έβαλε στο στόμα της και την κατάπιε, ενώ με μια δεύτερη κίνηση, πήρε την πλαστική σακούλα και την τοποθέτησε μέσα στην τσάντα της, σε μια προφανή προσπάθεια να εξαφανίσει τα αποδεικτικά στοιχεία της επιλήψιμης συναλλαγής που είχε προηγηθεί. Ακολούθως ο Υπαστυνόμος παρέδωσε στους συναδέλφους του το ποσό των 1.200 ευρώ το οποίο και κατασχέθηκε (βλ. την από 25-1-2004 έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης). Στη συνέχεια διενεργήθηκαν νομότυπες έρευνες στον χώρο του γραφείου, καθώς και στα προσωπικά αντικείμενα των δύο κατηγορουμένων, βρέθηκαν δε κατ' αυτές και κατασχέθηκαν: α) εντός της τσάντας της Χ1 το ποσό των 5.595 ευρώ, εκ των οποίων 5.000 ευρώ βρέθηκαν σε ειδική κρύπτη, 550 ευρώ μέσα στην τσάντα και 45 ευρώ μέσα σε πορτοφόλι, β) το ποσό των 211 δολαρίων Η.Π.Α., γ) ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ, μοντέλο 8850. Μέσα στο πορτοφόλι της Χ1, βρέθηκαν δύο κάρτες, στην πρώτη των οποίων αναγράφονταν οι ενδείξεις "Χ1... ΑΓΟΡΑ - ΠΩΛΗΣΗ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ - PARKING ΤΟ ΕΝΕΧΥΡΟ... τηλ. ......", στη δεύτερη δε οι ενδείξεις "... κ. Χ1 αγορά - πώληση αυτοκινήτων PARKING Χ2", και μια σακούλα που περιείχε το ρολόι που της είχε δώσει ως ενέχυρο ο αστυνομικός. Εξάλλου, κατά την έρευνα που διενεργήθηκε στο γραφείο του Χ2, μεταξύ των άλλων αντικειμένων βρέθηκαν και τα εξής: 1) δύο βιβλία της εταιρείας ROLEX που απεικόνιζαν διάφορους τύπους ρολογιών της συγκεκριμένης εταιρείας, με την παραπλεύρως ενός εκάστου τύπου χειρόγραφη ένδειξη της τιμής του, 2) τρεις χειρόγραφες καταστάσεις με μοντέλα κινητών τηλεφώνων και δίπλα από κάθε μοντέλο την τιμή του, 3) μια ζυγαριά ακριβείας μάρκας "ΤΑΝΙΤΑ", 4) ένας ηλεκτρονικός μετρητής της γνησιότητας χαρτονομισμάτων, 5) μια πλάκα ελέγχου της γνησιότητας χρυσών αντικειμένων, 6) ένας μεγεθυντικός φακός και μία ειδική κασετίνα με εργαλεία χρυσοχοΐας, 7) μικρά μπουκάλια που περιείχαν χημικά διαλύματα αναγνώρισης καρατίων, 8) 550 κάρτες στις οποίες αναγραφόταν η διεύθυνση του καταστήματος, με την ένδειξη "το ενέχυρο" και τα στοιχεία της Χ1, 9) 27 μικρά σακουλάκια τα οποία ήταν κατάλληλα για την τοποθέτηση τιμαλφών αντικειμένων που δίδονταν ως ενέχυρο, 10) αριθμός αυτοκόλλητων ετικετών, παρόμοιων με αυτή που χρησιμοποιήθηκε στην περίπτωση περί της οποίας γίνεται λόγος, 11) ατζέντες με σημειώσεις τηλεφώνων και τιμαλφών αντικειμένων. Τα ανωτέρω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά από τα οποία αποχρώντως συνάγεται η από τους εκκαλούντες τέλεση της πράξεως που τους αποδίδεται, προκύπτουν από την μελέτη όλων των στοιχείων της δικογραφίας και ιδία από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των αστυνομικών Ψ1 και Ψ2, καθώς επίσης και από τις συνημμένες στη δικογραφία από 25-1-2004 τρεις εκθέσεις κατασχέσεως του Υπαστυνόμου Α ..... και τις υπό την αυτή ημερομηνία εκθέσεις παράδοσης και απόδοσης κατασχεθέντων. Εξάλλου τα περιστατικά αυτά ορθώς εκτιμώμενα και αξιολογούμενα, θεμελιώνουν κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία την σε βαθμό κακουργήματος προβλεπόμενη και τιμωρούμενη πράξη της τοκογλυφίας κατ' επάγγελμα, κατά την έννοια και την πρόβλεψη της παρ. 2α του άρθρου 404, ενόψει του ότι οι εκκαλούντες, ενεργούντες από κοινού, κατελήφθησαν επ' αυτοφώρω έχοντες συνομολογήσει για δάνειο 1.200 ευρώ, τόκους 1% ημερησίως επί του κεφαλαίου, ενώ ο νόμιμος τόκος κατά την ημέρα σύναψης του δανείου αυτού ανερχόταν σε ποσοστό 8% ετησίως επί του κεφαλαίου ή σε ποσοστό 0,66% μηνιαίως (απόφαση της 5-6-2003 του Δ.Σ. της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας), από τα κατασχεθέντα δε στα χέρια τους αντικείμενα, καθίσταται πρόδηλο ότι είχαν διαμορφώσει υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης τοκογλυφικών πράξεων, για να πορίζονται εισόδημα από αυτές. Η από μέρους των εκκαλούντων άρνηση της κατηγορίας, προβάλλεται κυρίως με δύο επιχειρήματα: α) το πρώτο ότι παρανόμως αξιοποιήθηκαν και εκτιμήθηκαν από το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο οι καταθέσεις των αστυνομικών, καθόσον αυτοί έδρασαν ως προάγοντες ηθικοί αυτουργοί (agents provocateurs) και συνεπώς υπέχουν ποινική ευθύνη κατά το άρθρο 46 § 2 του Π.Κ., με αποτέλεσμα οι καταθέσεις τους να αποτελούν παράνομα αποδεικτικά μέσα, τα οποία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη κατά το άρθρο 177 § 2 του Κ.Π.Δ., και β) το δεύτερο ότι παρανόμως απορρίφθηκε η αίτησή τους για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου για παροχή διευκρινήσεων. Και τα δύο αυτά επιχειρήματα δεν ευσταθούν. Το πρώτο διότι ορίζεται πράγματι με την διάταξη της παραγ. 2 του 177 Κ.Π.Δ. ότι "αποδεικτικά μέσα, που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη για την κήρυξη της ενοχής, την επιβολή ποινής ή την λήψη μέτρων καταναγκασμού, εκτός αν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης και εκδοθεί για το ζήτημα αυτό ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου". Με την ως άνω διάταξη, κατ' εξαίρεση της αρχής της ηθικής απόδειξης, που καθιερώνει τη διάταξη της παραγ. 1 του αυτού ως άνω άρθρου, θεσπίζεται η απαγόρευση της αξιοποίησης αποδεικτικού μέσου, που έχει αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών. Αποσκοπείται δε με αυτήν η προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων και εννόμων αγαθών του ατόμου, που προστατεύονται από συνταγματικές διατάξεις, με την υποχώρηση της ανάγκης δικαστικής διερεύνησης της αλήθειας και της αξίας της αποτελεσματικής λειτουργίας της ποινικής διαδικασίας. Από την γραμματική όμως διατύπωση της διάταξης αυτής, συνάγεται ότι η απαγόρευση αξιοποίησης του αποδεικτικού μέσου που έχει αποκτηθεί με παράνομη πράξη ή μέσω αυτής, δεν αφορά το δικαστικό συμβούλιο αφού αυτό δεν αποφαίνεται περί της ενοχής ούτε επιβάλλει ποινές, αλλά το δικαστήριο. Υπέρ της αποδοχής της άποψης αυτής συντείνει και η διατύπωση της διάταξης του δευτέρου εδαφίου της παραγ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου, με την οποία ορίζεται ότι το δικαστήριο με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του μπορεί να επιτρέψει την αποδεικτική αξιοποίηση του παράνομου αποδεικτικού μέσου, εφόσον η δικαζόμενη πράξη είναι κακούργημα το οποίο τιμωρείται με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Ανεξάρτητα όμως από τις επισημάνσεις αυτές, εν προκειμένω δεν τίθεται καν ζήτημα αθέμιτης πρόκλησης στους εκκαλούντες, της απόφασης να τελέσουν την άδικη πράξη που τους αποδίδεται, αφού τα αντικείμενα που βρέθηκαν στην κατοχή τους αποδεικνύουν κατά τον πλέον αδιάψευστο τρόπο ότι είχαν διαμορφώσει υποδομή για την τέλεση παρόμοιων πράξεων, και ότι συνεπώς είχαν ήδη ειλημμένη την απόφαση να τελέσουν την πράξη αυτή, οι ενέργειες δε των αστυνομικών απλά και μόνο βοήθησαν στο να λάβει εξωτερική υπόσταση η κατά τα ανωτέρω ήδη ειλημμένη απόφασή τους (βλ. σχετ. Α.Π. 1028/1999 Ποιν. Χρον. ΝΑ 514). Το δεύτερο επιχείρημα επίσης δεν ευσταθεί, διότι το εκδόν το προσβαλλόμενο βούλευμα συμβούλιο με ειδική αιτιολογία και κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 309 § 2 Κ.Π.Δ., έκρινε μη αναγκαία την ενώπιόν του αυτοπρόσωπη εμφάνιση των κατηγορουμένων, με την σκέψη ότι οι αιτούντες κατηγορούμενοι, διεξοδικά είχαν απολογηθεί και επαρκώς είχαν εκθέσει τις απόψεις τους, εν πάση δε περιπτώσει η διάταξη του άρθρου 309 § 2 Κ.Π.Δ. δεν καθιερώνει την υποχρεωτική κατ' αντιδικία συζήτηση των υποθέσεων ενώπιον των δικαστικών συμβουλίων, τα οποία απλώς κρίνουν την ύπαρξη η μη επαρκώς ενδείξεως ενοχής και δεν αποφαίνονται τελειωτικά επί της ουσίας της κατηγορίας". Επειδή από τα ανωτέρω, σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο 93/2005 βούλευμά του, ως αβάσιμες στην ουσία τους τις εφέσεις που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι κατά του πρωτοβαθμίου βουλεύματος, το οποίο είχε κρίνει ομοίως, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις κατά κατηγορία και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, για κακουργηματική τοκογλυφία, ενώ σωστά εφάρμοσε τις σχετικές ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 404 παρ. 3 και 13 στ΄ ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε. Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ως πρώτο λόγο αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη το Συμβούλιο Εφετών, αφού κατά τους αναιρεσείοντες δεν λήφθηκαν υπόψη τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα, που είχαν εισαχθεί στην δικογραφία, ως συνημμένα στην από 13-5-2005 έφεση του αναιρεσείοντος Χ2 και συγκεκριμένα, το μεν ένορκες καταθέσεις μαρτύρων: (α) την από 8-4-2003 ένορκη κατάθεση του αναιρεσείοντος Χ2, β) την από 14-4-2003 ένορκη κατάθεση του Ζ, γ) την από 27-8-2003 ένορκη κατάθεση του Φ, δ) την από 2-9-2003 κατάθεση του Ζ, ε) την από 16-4-2003 ένορκη κατάθεση του Φ και στ) την από 8-9-2003 ένορκη κατάθεση του αναιρεσείοντος Χ2), το δε τα παρακάνω έγγραφα: α) Το από 22-4-2003 πληροφοριακό σημείωμα της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων, β) Η από 26-4-2004 αναφορά του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κορίνθου και γ) Το 6004/15/1212Σ/29-4-2003 έγγραφο της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων (βλ. αναιρέσεις). Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, αφού στο βούλευμα σαφώς αναφέρεται ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων και "... τα επισυναπτόμενα στη δικογραφία έγγραφα...", αναφορά από την οποία προκύπτει ότι "όλα τα έγγραφα", άρα και τα αναφερόμενα από τους αναιρεσείοντες λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο. Πρέπει να παρατηρηθεί ότι το αντίθετο δεν προκύπτει εκ του ότι στο βούλευμα αναφέρονται ρητώς οι καταθέσεις των μαρτύρων Ψ1, Ψ2, Ψ3, Ψ4 και Ψ5 και όχι και οι καταθέσεις των αναφερομένων από τους αναιρεσείοντες, αφού οι τελευταίοι δεν ήταν μάρτυρες που εξετάσθηκαν στην κρινομένη υπόθεση, αλλά σε άλλη υπόθεση και ως εκ τούτου η μαρτυρία τους θεωρείται έγγραφο και όχι ένορκη κατάθεση μάρτυρος στην προδικασία. Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 177 ΚΠΔ η οποία προστέθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 2 του Ν. 2400/1996 "Αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών δεν λαμβάνονται υπόψη για την κήρυξη της ενοχής, την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού, εκτός αν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης και έχει εκδοθεί για το ζήτημα αυτό ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου. Περαιτέρω κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 46 ΠΚ "όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να τελέσει κάποιο έγκλημα, με μοναδικό σκοπό να τον καταλάβει ενώ αποπειράται να τελέσει το έγκλημα, ή ενώ επιχειρεί αξιόποινη προπαρασκευαστική του πράξη και με τη θέληση να τον ανακόψει από την αποπεράτωση του εγκλήματος, τιμωρείται με την ποινή του αυτουργού μειωμένη στο μισό". Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. α΄ ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 53/1974 και υπερισχύει κάθε αντίθετης διατάξεως νόμου και με την οποία καθιερώνεται η αρχή της δίκαιης δίκης, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως. Ενόψει της διατάξεως αυτής, πρέπει οι πράξεις των αστυνομικών υπαλλήλων που ενεργούν ως agents provocateurs, να μην υπερβαίνουν τα όρια της επιτρεπόμενης κεκαλυμμένης δράσης τους. Δηλαδή, πρέπει να μην είναι εκείνοι, οι οποίοι παρότρυναν τον κατηγορούμενο να τελέσει την αξιόποινη πράξη χωρίς να είναι αναγκαίο να αποδεικνύεται, ότι αυτή θα είχε διαπραχθεί ακόμη και εάν δεν είχε μεσολαβήσει η επέμβαση των αστυνομικών. Διαφορετικά επέρχεται παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης και ειδικότερα της τηρήσεως μιας δίκαιης διαδικασίας. Στη προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλουν απόλυτη ακυρότητα που προήλθε εκ του ότι το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του παράνομα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τις καταθέσεις των μαρτύρων αστυνομικών που είχαν δράσει ως agents provocateurs ως και τις σχετικές τούτων εκθέσεις κατασχέσεως διαφόρων αντικειμένων κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 46 παρ. 2 και 404 ΠΚ. Σχετικώς το Συμβούλιο Εφετών (ανεξάρτητα από τις κατά τα ανωτέρω προπαρατεθείσες επισημάνσεις που δεν έχουν επιρροή εν προκειμένω σελ. 11), δέχθηκε ότι "δεν τίθεται εν προκειμένω καν ζήτημα αθέμιτης πρόκλησης στους εκκαλούντας της απόφασης να τελέσουν την άδικη πράξη που τους αποδίδεται, αφού τα αντικείμενα που βρέθηκαν στην κατοχή τους αποδεικνύουν κατά τον πλέον αδιάψευστο τρόπο ότι είχαν διαμορφώσει υποδομή... και είχαν ήδη ειλημμένη την απόφαση να τελέσουν την πράξη αυτή, οι ενέργειες δε των αστυνομικών απλά και μόνο βοήθησαν στο να λάβει εξωτερική υπόσταση η κατά τα άνω ειλημμένη ήδη απόφασή τους". Πέραν των ανωτέρω παραδοχών του Συμβουλίου ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρξε ζήτημα παράνομης δράσης των αστυνομικών οργάνων που εξετάσθηκαν ως μάρτυρες, και αν θεωρηθεί ότι οι αστυνομικοί ενήργησαν, ως agents provocateurs, δεν υφίσταται εκ μέρους τους υπέρβαση της επιτρεπομένης κεκαλυμμένης δράσης τους και η ποινική ευθύνη των κατ' αυτόν τον τρόπο προκληθέντων (για να καταληφθούν υπό των προκαλεσάντων ενώ απεπειρώντο να τελέσουν το έγκλημα) δεν παύει υφισταμένη. Επομένως ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα των ανωτέρω είναι αβάσιμος και απορριπτέος, κατά το μέρος δε που βάλλει στην ουσιαστική εκτίμηση της περί πραγμάτων ανέλεγκτης κρίσης του Συμβουλίου είναι απαράδεκτος. Εξάλλου στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών, με τις προαναφερόμενες παραδοχές του, διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση (κύρια και προανάκριση) και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος της από κοινού τοκογλυφίας κατ' επάγγελμα, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στ εδ. α΄, 26 παρ. 1, 45, 404 παρ. 2 εδ. α΄ και 3 ΠΚ, όπως η παρ. 3 τροπ. με το άρθρο 14 παρ. 8β΄ του Ν. 2721/1999 και έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν την κατηγορία εναντίον των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων για την πράξη αυτή, χωρίς να παραβιάσει τις διατάξεις αυτές εκ πλαγίου, με αντιφατικές ή ασαφείς παραδοχές ή παραδοχές που αφήνουν λογικά κενά. Ειδικότερα δεν δημιουργείται ασάφεια ούτε υπάρχει αντίφαση ως προς το ποσό των χαρτονομισμάτων που συνομολογήθηκε και παραδόθηκε, για δάνειο ή για τόκους αφού εκ προφανούς παραδρομής κατ' ελάχιστο ποσό αντιστοίχως 1.200 ή 1.000 (100 Χ 10), αναφέρεται διαφορετικό τούτο στις παραδοχές του βουλεύματος. Επομένως ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως λόγω ελλείψεως της απαιτουμένης ειδικής αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος κατά το μέρος δε που υπό την επίφαση της ελλιπούς αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Συμβουλίου είναι απαράδεκτος. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 309 παρ. 2 εδ. 1 και 4 του Κ.Π.Δ., "Το Συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του, με την παρουσία και του Εισαγγελέα, για να δώσουν κάθε διευκρίνιση... Τότε μόνο είναι δυνατό να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα". Εξάλλου η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, του παραπεμπτικού βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. δ΄ (πρώην ε΄) του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται και στην απορριπτική της αιτήσεως κατηγορούμενου, για την εμφάνισή του στο Συμβούλιο, διάταξη του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Έτσι, αν μεν το Συμβούλιο, δεν απαντήσει σε ένα τέτοιο αίτημα του κατηγορούμενου που υποβάλλεται κατά τρόπο νόμιμο, υπάρχει παραβίαση των διατάξεων που αφορούν την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται σ' αυτόν (άρθ. 171 παρ. 1 περ. δ΄ του Κ.Π.Δ.) και ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. α΄ του Κ.Π.Δ., αν δε απορρίψει το αίτημα, χωρίς επαρκή αιτιολογία, ικανοποιούσα τις απαιτήσεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. δ΄ (πρώην ε΄) του ίδιου Κώδικα, για ελλιπή αιτιολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, είχαν υποβάλλει με τις εφέσεις τους κατά του πρωτόδικου παραπεμπτικού βουλεύματος ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους στο Συμβούλιο, προκειμένου να παράσχουν επί της υποθέσεως διευκρινίσεις. Το Συμβούλιο δε Εφετών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε με ρητή διάταξή του, το αίτημα αυτό των κατηγορουμένων, με την αιτιολογία κατά την οποία δεν κρίνεται αναγκαία η εμφάνιση αυτών ενώπιόν του προς παροχή διευκρινίσεων επί της ουσίας της κατηγορίας, "αφού εκτενώς και με πληρότητα ανέπτυξαν τους υπερασπιστικούς τους ισχυρισμούς και εξέθεσαν τις απόψεις τους, για τα κρίσιμα και ενδιαφέροντα την υπόθεση στοιχεία με τις πολυσέλιδες εφέσεις τους". Εκ της απορριπτικής του αιτήματος για αυτοπρόσωπη των κατηγορουμένων εμφάνισή των στο Συμβούλιο, διατάξεως του βουλεύματος, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα, αφού το Συμβούλιο απάντησε επ' αυτού ρητά, χωρίς όπως αναφέρθηκε, να είναι υποχρεωμένο να διατάξει την εμφάνιση, ενώ και η αναφερόμενη αιτιολογία της απορριπτικής αυτής διατάξεως του βουλεύματος, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη. Αυτό δε γιατί πράγματι η εμφάνιση των κατηγορουμένων στο Συμβούλιο είναι περιττή, όταν αυτός έχει αναπτύξει τις απόψεις του με πολυσέλιδες εφέσεις και η υπόθεση δεν εμφανίζει κενά προς διευκρίνιση. Η απορριπτική αυτή διάταξη, δεν προσκρούει εξάλλου, στα άρθρα 5 παρ. 3 και 4 και 6 παρ. 3 της "Ε.Σ.Δ.Α.". Επομένως τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. α΄ και δ΄ του Κ.Π.Δ. λόγους αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα, άλλως ανεπαρκής αιτιολογία, της απορριπτικής αυτής διατάξεως του Συμβουλίου, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Μετά ταύτα πρέπει ν' απορριφθούν οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 29 Ιουλίου 2005 αιτήσεις των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 93/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Και, Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2007. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ