Αριθμός 2050/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " …" και διακριτικό τίτλο " …", που εδρεύει στο Δήμο ... δημοτικό διαμέρισμα ... και ήδη στο δημοτικό διαμέρισμα ... Δήμου ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2.Θ. Ρ. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Της αναιρεσιβλήτου: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " …", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καλαβρό, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις α) από 30 Μαΐου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και β)από 24 Νοεμβρίου 2003 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7040/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2789/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 26 Οκτωβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 & 3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων ή ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανισθεί ή δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, δηλαδή μετά ή δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως. Και αν μεν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίσθηκε και δεν εμφανίστηκε ο αντίδικος του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση αποδεικτικό επιδόσεως της σχετικής κλήσεως προς συζήτηση, αν δε η συζήτηση επισπεύδεται από τον απολιπόμενο διάδικο, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που επιδόθηκε. Αν δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη (Ολ. ΑΠ 23/96 και 4/94). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β και γ του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β του ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δε χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δε χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο. Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως, η αναβολή της υποθέσεως από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη δικάσιμο αυτή, αφού η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της επισπεύσεως ή της κλητεύσεώς του για την αρχική δικάσιμο δεν καλύφθηκε λόγω της μη νόμιμης παραστάσεώς του κατ' αυτήν. Στην κρινόμενη υπόθεση, η αίτηση για αναίρεση της 2789/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, προσδιορίστηκε, με επίσπευση των αναιρεσειόντων, κατά το άρθρο 568 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, να συζητηθεί αρχικά κατά τη δικάσιμο της 5ης 11ου 2012. Στη δικάσιμο αυτή οι αναιρεσείοοντες δεν εμφανίστηκαν όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ενώ η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Καλαβρό. Με αίτημα του τελευταίου η συζήτηση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης απόφασης δικάσιμο. Κατά την τελευταία δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, δεν παρέστησαν οι αναιρεσείοντες, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά της στο πινάκιο, ενώ παρέστη η αναιρεσίβλητη εκπροσωπούμενη από τον ίδιο, ως άνω, νομικό παραστάτη. Ωστόσο, από την έρευνα των εγγράφων της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο φερόμενος ως πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων, με ενέργειες του οποίου επισπεύσθηκε και προσδιορίστηκε για συζήτηση η υπόθεση στην αρχική δικάσιμο κατά την οποία δεν εμφανίστηκαν ου αναιρεσείοντες, διέθετε την αναγκαία προς τούτο πληρεξουσιότητα. Συνεπώς, εφόσον οι αναιρεσείοντες θεωρούνται δικονομικά απόντες, κατά την αρχική δικάσιμο και παράλληλα δεν προκύπτει έγκυρη για τη δικάσιμο αυτή επίσπευση της υπόθεσης, η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο του Δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο δεν μπορεί να ισχύσει ως κλήτευση αυτών και συνακόλουθα έπρεπε αυτοί να κλητευθούν για τη νέα δικάσιμο, ενέργεια όμως που δεν αποδεικνύεται ούτε άλλωστε επικαλείται ότι προέβη αναιρεσίβλητη. Επομένως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 22-10-2010 αιτήσεως για την αναίρεση της υπ' αρ. 2789/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ