Αριθμός 1694/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ", που εδρεύει στο Ρέθυμνο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ιατρού. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους της Λευκοθέα Βασιλοπούλου και Ζωγραφιά Ευαγγελίδου - Τσικρικά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις δύο από 9-10-2012 ανακοπές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4225/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1215/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 906/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθ. 1215/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο Δικαστή είναι εφικτή. Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4824/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-6-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι).Κατά το άρθρο 830 ΑΚ, η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ως δάνειο, αν ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία να τα χρησιμοποιεί, σχετικά όμως με το χρόνο και τον τόπο της απόδοσης ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη (άρθρο 822 επ. ΑΚ), η οποία στην περίπτωση αυτή χαρακτηρίζεται ως ανώμαλη παρακαταθήκη. Έτσι και η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, που κύριο σκοπό έχει την ασφαλή φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, αφού η τράπεζα έχει την εξουσία χρησιμοποίησης των χρημάτων του καταθέτη και συνεπώς κατά το άρθρο 830 ΑΚ έχουν σ` αυτή εφαρμογή οι διατάξεις τόσο του άρθρου 806 ΑΚ, με βάση το οποίο η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων σ` αυτή χρημάτων, όσο και του άρθρου 827 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξή του (ΑΠ 129/2023, ΑΠ 421/2021, ΑΠ 1432/2019. Ενόψει δε και της φύσης του χρήματος ως πράγματος αντικαταστατού και κατά γένος ορισμένου, εξαιτίας της οποίας δεν νοείται αδυναμία απόδοσης αυτού, λόγω φθοράς, κλοπής ή υπεξαίρεσης, η ευθύνη της τράπεζας παραμένει πάντοτε συμβατική και φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακατάθεσης, η άρνηση δε της τράπεζας να αποδώσει στον παρακαταθέτη το χρηματικό ποσό της κατάθεσης, συνιστά αθέτηση συμβάσεως εκ μέρους της (ΑΠ 129/2023, ΑΠ 421/2021). Επίσης, κατά το άρθρο 806 του Α. Κ. "με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η σύμβαση δανείου, η οποία είναι ετεροβαρής, καταρτίζεται με τη μεταβίβαση της κυριότητος του δανείσματος στον οφειλέτη (re καταρτιζόμενη). Η διάταξη, όμως, αυτή δεν είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς, με βάση την αρχή της ελευθερίας των συναλλαγών (άρθρο 361 ΑΚ), οι συμβαλλόμενοι μπορούν να καταρτίσουν το δάνειο με μόνη τη συναίνεσή τους (solo consensu), οπότε στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για σύμβαση υποσχετική δανείου (άρθρο 809 ΑΚ.) (ΑΠ 529/2022, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1833/2011, 878/2011). Τέτοια υποσχετική σύμβαση είναι και η σύμβαση ανοίγματος πίστωσης, με την οποία η συμβαλλόμενη ανώνυμη, τραπεζική συνήθως, εταιρία, ονομαζόμενη πιστώτρια, αναλαμβάνει την υποχρέωση να θέσει στη διάθεση του αντισυμβαλλόμενου πελάτη, που ονομάζεται πιστούχος, ένα ορισμένο συμφωνούμενο μεταξύ τους χρηματικό ποσό (plafon), το οποίο αυτός μπορεί να αναλαμβάνει είτε εφάπαξ είτε διαδοχικά (τμηματικά), με τη συμφωνία να καταχωρίζονται οι εκατέρωθεν απαιτήσεις από τις μεταξύ τους συναλλαγές, ονομαζόμενες και αποστολές, σε ενιαίο λογαριασμό με τη μορφή χρεωπιστωτικών κονδυλίων, ώστε να οφείλεται μόνο το μέλλον να προκύψει κατάλοιπο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, με συνέπεια το ότι κάθε τέτοια απαίτηση του ενός ή του άλλου μέρους από την καταχώρισή της στο λογαριασμό χάνει την αυτοτέλειά της, χωρίς μάλιστα να καθίσταται απαιτητή μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, και τούτο λόγω της συγχωνεύσεώς της με τις λοιπές καταχωρισμένες απαιτήσεις, καθώς και το ότι δανειστής θεωρείται εκείνο το συμβαλλόμενο μέρος υπέρ του οποίου προκύπτει το οριστικό πιστωτικό κατάλοιπο. Έτσι, χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εν λόγω συμβάσεως είναι η παροχή της πιστώσεως και ο ανοικτός λογαριασμός (ΑΠ 529/2022, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1081/2015). Στη σύμβαση αυτή, η οποία διέπεται από τους όρους τους οποίους τα μέρη συμφώνησαν (άρθρ. 361 ΑΚ), τις διατάξεις περί δανείου (άρθρα 806 επ. ΑΚ), οι οποίες έχουν ευθεία εφαρμογή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 35 εδ. α`, 47, 48 εδ. δ`, 64, 65 και 66 του ΝΔ 17.7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" και 112 του ΕΙΣΝΑΚ, γεννώνται υποχρεώσεις σε βάρος αμφοτέρων των συμβαλλομένων και δη σε βάρος μεν του δανείζοντος η υποχρέωση προς παροχή του δανείσματος, σε βάρος δε του δανειζομένου η υποχρέωση προς απόδοση αυτού, η οποία, όμως, τελεί υπό την αναβλητική (νομική) αίρεση της δόσεως τούτου υπό του δανείζοντος (ΑΠ 529/2022). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 455, 460, 461 και 462 ΑΚ συνάγεται ότι, η σύμβαση εκχώρησης έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση της απαίτησης από τον εκχωρητή στον εκδοχέα, που, μετά την αναγγελία της στον οφειλέτη, καθίσταται ο μόνος δικαιούχος αυτής, ο οποίος νομιμοποιείται πλέον να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη και όχι ο εκχωρητής, ο οποίος έχει αποξενωθεί από την απαίτηση (ΑΠ 404/2023, ΑΠ 1074/2022, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 224/2018). Το ίδιο ισχύει και επί της εκχωρήσεως που γίνεται με σκοπό την εξασφάλιση του εκδοχέα (καταπιστευτική εκχώρηση). Και στη μορφή αυτή εκχωρήσεως αποκόπτεται κάθε δεσμός του εκχωρητή με την απαίτηση, την οποία αποκτά πλήρως ο εκδοχέας, που καθίσταται πλέον το μόνο πρόσωπο, που νομιμοποιείται να επιδιώξει δικαστικώς την αναγνώριση ή την επιδίκασή της σ` αυτό (ΑΠ 404/2023, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 1093/2017). Εξάλλου, στις διατάξεις των άρθρων 35, 36, 39 και 44 του Ν.Δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 41 ΕισΝΑΚ και ακολούθως με το άρθρο 52 παρ. 3 ΕισΝΚΠολΔ, η εφαρμογή του οποίου επεκτάθηκε στις τράπεζες με το άρθρο 26 παρ. 9 του Ν. 2076/1992, ορίζονται τα εξής: Άρθρο 35: "Αι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται οσάκις εταιρεία (πιστώτρια) λαμβάνει ενέχυρον απαίτησιν α) λόγω δανείου, είτε απλού, είτε επ` ανοικτώ λογαριασμώ, β) ...". Άρθρο 36 παρ. 1: "Προς σύστασιν του ενεχύρου απαιτείται σύμβασις ενεχυριάσεως ...". Άρθρο 39: "1. Εάν αντικείμενον της ενεχυριάσεως είναι απαίτησις ονομαστική του οφειλέτου κατά τρίτου, η ενεχυρίασις συνεπάγεται εκχώρησιν της απαιτήσεως υπό του οφειλέτου προς την πιστώτριαν. 2. Αντίγραφον της συμβάσεως ενεχυριάσεως επιδίδεται τω τρίτω. 3. Από της επιδόσεως θεωρείται η πιστώτρια, ως νεμομένη την απαίτησιν". Άρθρο 44: "Εάν αντικείμενον της ενεχυριάσεως είναι απαίτησις, η πιστώτρια δικαιούται ίνα εισπράξη την απαίτησιν ως εκδοχεύς, το δε μετά την εξόφλησιν υπόλοιπον αποδίδει τω οφειλέτη". Με τις ανωτέρω διατάξεις εισήχθη, ως προς την ενεχυρίαση ονομαστικών απαιτήσεων προς εξασφάλιση απαιτήσεων ανωνύμων εταιρειών από δάνειο, απλό ή με ανοικτό λογαριασμό, εξαιρετικό δίκαιο και, ως εκ τούτου, οι περί ενεχύρου διατάξεις του Αστικού Κώδικα εφαρμόζονται μόνον συμπληρωματικώς για ζητήματα μη ρυθμιζόμενα από τις ανωτέρω ειδικές διατάξεις (ΑΠ 404/2023, ΑΠ 127/2020, ΑΠ 4/2020). Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η ενεχυρίαση απαιτήσεως συνεπάγεται όχι απλή επιβάρυνση αυτής, όπως η συνήθης ενεχυρίαση απαιτήσεως, αλλά την εκ του νόμου εκχώρησή της προς τον ενεχυρούχο πιστωτή, ο οποίος γίνεται πραγματικός και μοναδικός δικαιούχος της απαιτήσεως, δικαιούμενος, ως εκ τούτου, να την εισπράξει. Η εκχώρηση συντελείται όταν αντίγραφο της συμβάσεως ενεχυριάσεως επιδίδεται στον τρίτο (οφειλέτη), μετά δε την αναγγελία αυτή αποκόπτεται κάθε δεσμός του τρίτου (οφειλέτη) με τον εκχωρητή, ο οποίος αποξενώνεται και δεν μπορεί να αναμιχθεί με οποιονδήποτε τρόπο στην απαίτηση, αποκλειστικός δικαιούχος της οποίας είναι πλέον ο εκδοχέας (ΑΠ 404/2023, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 1028/2018, ΑΠ 1447/2018), συνήθως τράπεζα, η οποία θεωρείται όχι οιονεί νομέας αλλά νομέας αυτής, η οποία και της μεταβιβάζεται από εκείνον, και συνεπώς η τράπεζα δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, το δε μετά την εξόφλησή της τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο, αυτή οφείλει να το αποδώσει στον ενεχυραστή (ΑΠ ΑΠ 404/2023, ΑΠ 376/2020, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 1616/2018, ΑΠ 422/2018). Από τον συνδυασμό όλων των διατάξεων, που προαναφέρθηκαν, σαφώς προκύπτει ότι η από τον καταθέτη χρημάτων σε τράπεζα ενεχυρίαση προς την τράπεζα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 35, 36, 39 και 44 του Ν.Δ. της 17-7/13-8-1923, της απαιτήσεώς του κατ` αυτής για απόδοση του προϊόντος της καταθέσεως δυνάμει σύμβασης ανώμαλης παρακαταθήκης την οποία έχουν συνάψει, προς εξασφάλιση άλλης απαίτησης της τράπεζας κατ' αυτού πηγάζουσας από σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, δεν αποτελεί εκχώρηση κατά την έννοια του άρθρου 455 Α.Κ., ούτε καταπιστευτική εκχώρηση, αλλά απλώς παρέχει στην τράπεζα δικαίωμα "εισπράξεως" της απαιτήσεως, όταν αυτή καταστεί ληξιπρόθεσμη (άρθρο 44 του Ν.Δ.), αφού δεν ενεχυριάζεται απαίτηση του καταθέτου κατά τρίτου (39 παρ. 1 του Ν.Δ.), αλλά απαίτηση του ιδίου του καταθέτη κατά της τράπεζας (ΑΠ 1915/1999). ΙΙ). Τα άρθρα 440 και 441 ΑΚ, που ρυθμίζουν το συμψηφισμό, ορίζουν το μεν πρώτο ότι "Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", το δε δεύτερο ότι "Ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει, συνεπώς, από το χρονικό αυτό σημείο, το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του (κύρια ή ενεργητική απαίτηση), προτείνοντας την ανταπαίτησή του (παθητική απαίτηση) σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων, στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται, αναδρομικά, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται. Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές. Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου, που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους, αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση, που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό, να είναι εκκαθαρισμένη. Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης (άρθρο 442 Α.Κ.) (43/2022, ΑΠ 695/2020) ή λόγου ανακοπής (ΑΠ 129/2023), όπως δε συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των ανωτέρω άρθρων 440, 441 ΑΚ και του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαίτησης γεγονότων, προσδιορισμό της απαίτησης του αντιδίκου, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γέννησής της, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής (ΑΠ 129/2023, ΑΠ 43/2022, ΑΠ 695/2020, ΑΠ 1057 /2019). Εξάλλου, από το γεγονός ότι ο νόμος ρυθμίζει τον μεταξύ δύο προσώπων μονομερή ή αναγκαστικό συμψηφισμό, που επέρχεται κατά τους όρους των άρθρων 440 έως 452 ΑΚ, κατόπιν μονομερούς δηλώσεως του ενός εξ αυτών, δεν αποκλείεται η δυνατότητα αποσβέσεως αμοιβαίων απαιτήσεων με συμψηφισμό κατόπιν συμφωνίας των ενδιαφερομένων μερών. Πρόκειται για τον λεγόμενο συμβατικό ή εκούσιο συμψηφισμό, που συνάπτεται με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ). Το περιεχόμενο μιας τέτοιας σύμβασης, που είναι έγκυρη εφ' όσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη (άρθρα 174 και 178 ΑΚ), καθορίζουν ελευθέρως τα μέρη, τα οποία δύνανται να συμφωνήσουν τον συμψηφισμό των μεταξύ τους υφισταμένων απαιτήσεων και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, δηλαδή χωρίς οι αμοιβαίες απαιτήσεις να είναι ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς και χωρίς να απαιτείται πρόταση συμψηφισμού με δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλον. Η σύμβαση περί συμψηφισμού είναι δυνατόν να αφορά και σε απαιτήσεις μέλλουσες, με αποτέλεσμα να επέρχεται αυτοδικαίως η λόγω συμψηφισμού απόσβεση, ευθύς ως γεννηθούν και συνυπάρξουν αμοιβαίες απαιτήσεις μεταξύ των μερών, η δε επίκληση του συμβατικού συμψηφισμού αποτελεί και θεμελιώνει ένσταση αποσβέσεως της οφειλής (ΑΠ 1414/2022, ΑΠ 857/2020, ΑΠ 213/2020, ΑΠ 1010/2019, ΑΠ 31/2017). Με βάση όσα παραπάνω αναφέρθηκαν, προκύπτει ότι επιτρέπεται η σύσταση ενεχύρου σε απαίτηση από σύμβαση κατάθεσης χρημάτων, με βάση τις ειδικές, όταν πρόκειται για ενεχύραση υπέρ τραπέζης, διατάξεις των άρθρων 35 επ. του ν.δ. της 17.7./13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", οπότε αντικείμενο του ενεχύρου είναι η απαίτηση του καταθέτη προς απόδοση του χρηματικού ποσού της κατάθεσης, ολόκληρου ή μέρους αυτού και μάλιστα ανεξάρτητα από το είδος της τραπεζικής σύμβασης από την οποία πηγάζει και την οποία εξυπηρετεί ο τραπεζικός λογαριασμός, δηλαδή ανεξάρτητα του εάν είναι εκκαθαρισμένη ή όχι, υπό αίρεση ή προθεσμία ή γενικότερα μελλοντική. Η ενεχύραση αυτή συνεπάγεται την εκ του νόμου εκχώρηση της απαίτησης στον ενεχυρούχο πιστωτή. Όταν όμως το ενέχυρο στην απαίτηση από τη σύμβαση κατάθεσης χρημάτων, κατά τις ανωτέρω ειδικές διατάξεις, συστήνεται υπέρ της ίδιας πιστώτριας τράπεζας, η ενεχύραση αυτή δεν αποτελεί εκχώρηση κατά την έννοια του άρθρου 455 ΑΚ, αλλά απλώς παρέχει στην τράπεζα το δικαίωμα είσπραξης της απαίτησης. Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία διατηρούνται, ουσιαστικά, οι βασικές λειτουργίες του ενεχύρου, εφόσον με όρο της σύμβασης ενεχύρου στον λογαριασμό κατάθεσης, συμφωνηθεί, στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων, ότι η τράπεζα δικαιούται να προβεί σε πρόωρη εξόφληση και είσπραξη της ενεχυρασθείσας απαίτησης από τη σύμβαση κατάθεσης, δηλαδή και πριν αυτή καταστεί ληξιπρόθεσμη, και να μεταφέρει, στη συνέχεια, το εισπραχθέν ποσό σε μείωση της οφειλής του δικαιούχου του λογαριασμού, από την πίστωση που έχει παράσχει σ' αυτόν, συνήθως υπό μορφή δανείου ή ανοίγματος πίστωσης σε συνδυασμό με αλληλόχρεο λογαριασμό, η σχετική συμφωνία έχει το χαρακτήρα του εκούσιου ή συμβατικού συμψηφισμού (άρθρο 361 ΑΚ), κατά τον οποίο, όπως ήδη εκτέθηκε, τα μέρη δύνανται να συμφωνήσουν τον συμψηφισμό των μεταξύ τους υφισταμένων απαιτήσεων και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, δηλαδή χωρίς οι αμοιβαίες απαιτήσεις να είναι ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς και χωρίς να απαιτείται πρόταση συμψηφισμού με δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλον, με συνέπεια, εφόσον η τράπεζα μετέφερε, σύμφωνα με τους όρους της περί συμψηφισμού συμφωνίας, το εισπραχθέν ποσό της τραπεζικής κατάθεσης στον τηρούμενο, με βάση τη σύμβαση πίστωσης, λογαριασμό, την απόσβεση, ολική ή μερική, της απαίτησης του καταθέτη προς απόδοση του χρηματικού ποσού της τραπεζικής κατάθεσης (πρβλ. ΑΠ 313/1999). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 982, 985 και 986 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι ο τρίτος, εις χείρας του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, οφείλει, μέσα σε προθεσμία οκτώ (8) ημερών, αφότου επιδόθηκε σ' αυτόν το κατασχετήριο έγγραφο, να δηλώσει, αρμοδίως, αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αν έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση. Στην περίπτωση που ο τρίτος με την, κατά το άρθρο 985 § 1 του Κ.Πολ.Δ., δήλωσή του αποδεχθεί την ύπαρξη της απαίτησης, όπως προσδιορίζεται στο κατασχετήριο έγγραφο, η δήλωσή του αυτή είναι καταφατική, διαφορετικά, σε περίπτωση που αρνηθεί την ύπαρξή της, η δήλωση αυτή είναι αρνητική, ενώ, εάν εφησυχάσει και παρέλθει η υπό του ως άνω άρθρου προθεσμία, ο νόμος θεωρεί, κατά νομικό πλάσμα, την παράλειψη ως αρνητική δήλωση. Επίσης, η ως άνω δήλωση του τρίτου πρέπει να είναι ακριβής (ειλικρινής). Ανακριβής είναι η δήλωση του τρίτου, όταν αυτή δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, ως προς την κατασχεθείσα απαίτηση και γενικώς στις σχέσεις μεταξύ τούτου (τρίτου) και του καθ` ου η εκτέλεση. Γενικώς η ανακρίβεια μπορεί να συνίσταται είτε στην απόκρυψη της ύπαρξης της απαίτησης, είτε σε παράλειψη ή εσφαλμένη έκθεση ορισμένου περιστατικού (ΑΠ 129/2023, ΑΠ 613/2022). Αυτός, που επέβαλε την κατάσχεση δικαιούται να ανακόψει την αρνητική (ρητή ή σιωπηρή) δήλωση, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από της δηλώσεως, επικαλούμενος ανακρίβεια αυτής, κατ` άρθρο 986 του Κ.Πολ.Δ. και να ζητήσει την ακύρωση της δήλωσης του τρίτου, αμφισβητώντας τα πραγματικά περιστατικά, που τη συνιστούν καθώς και την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεμένου ποσού ή την απόδοση του κατασχεμένου πράγματος, κατ` άρθρο 990 του Κ.Πολ.Δ. Η ανακοπή, η οποία αποτελεί το αποκλειστικό ένδικο βοήθημα για την αμφισβήτηση της δηλώσεως του τρίτου ή της παραλείψεως δηλώσεως, πρέπει να περιέχει τους λόγους, οι οποίοι αναφέρονται στην ανακρίβεια της δηλώσεως, που κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή, ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή, κατά το άρθρο 990 του Κ.Πολ.Δ., η κατ` αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε ως προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών. Συνακόλουθα τούτων, αντικείμενο της σχετικής δίκης, που δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθ` ου η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι και με ποιους περιορισμούς οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος (ΑΠ 129/2023, ΑΠ 992/2021). Επομένως, στο δικόγραφο της ανακοπής από το άρθρο 986 ΚΠολΔ, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφείλει να προσδιορίζει κατά τα ουσιώδη στοιχεία της την απαίτηση, δηλαδή την αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθού η εκτέλεση (δικαιογόνος αιτία) και τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν (παραγωγικά γεγονότα), αφού ο ανακόπτων φέρει το βάρος της απόδειξης της κατασχεμένης απαιτήσεως, αλλιώς το δικόγραφο της ανακοπής είναι αόριστο (ΑΠ 129/2023, ΑΠ 992/2021, ΑΠ 663/2017). Σε περίπτωση που ο τρίτος δεν αμφισβητεί με τη δήλωσή του τη δικαιογόνο αιτία και την ύπαρξη της απαιτήσεως, αλλά απλώς επικαλείται λόγους που εμποδίζουν την ικανοποίηση αυτής, η ανακοπή περιορίζεται στην αμφισβήτηση των σχετικών λόγων και υποχρεούται πλέον ο τρίτος να αποδείξει την αλήθεια των λόγων, που αυτός προβάλλει με τη μορφή ενστάσεών του κατά της απαίτησης (ΑΠ 1351/2023, ΑΠ 1120/2022, ΑΠ 1132/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 984 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. απαγορεύεται και δεν παράγει έννομες συνέπειες για τον κατασχόντα η εξόφληση από τον τρίτο της κατεσχημένης απαίτησης ή ο συμψηφισμός της με μεταγενέστερη απαίτηση, καθώς και η απόδοση σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση ή η διάθεση σε τρίτους του κατασχεμένου, αφότου του επιδοθεί το έγγραφο του άρθρου 983, έστω και αν αυτό δεν επιδόθηκε ακόμα σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 449 του Α.Κ αν απαίτηση έχει κατασχεθεί, ο οφειλέτης της δεν μπορεί να προτείνει κατά του προσώπου που επέβαλε την κατάσχεση σε συμψηφισμό ανταπαίτηση, που απέκτησε κατά του δανειστή μετά την κατάσχεση. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 24 του ν. 2915/2001, με την οποία αίρεται το απόρρητο των κάθε μορφής καταθέσεων σε πιστωτικά ιδρύματα, έναντι του δανειστή, που έχει δικαίωμα κατάσχεσης της περιουσίας του δικαιούχου της κατάθεσης και μόνο για το χρηματικό ποσό, που απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή, προκύπτει ότι ο τρίτος δικαιούται και μετά την κατάσχεση να προτείνει, με την κατ' άρθρο 985 δήλωση, αλλά και μεταγενέστερα κατά τη δίκη της ανακοπής προς συμψηφισμό, ανταπαίτησή του κατά του καθ' ου η εκτέλεση δανειστή του, η οποία ήταν γεγενημένη κατά τον χρόνο της προς αυτόν κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου, δεδομένου ότι, μέχρις ότου προταθεί η δήλωση περί συμψηφισμού, οι εκατέρωθεν απαιτήσεις υφίστανται παραλλήλως και μόνο με την πρόταση της δηλώσεως επέρχεται αναδρομικώς απόσβεση των απαιτήσεων αυτών, από τότε που συνυπήρξαν κατά το προαναφερθέν άρθρο 441 εδ. β' του ΑΚ (ΑΠ 663/2017, ΑΠ 354/2010), κρίσιμος δε χρόνος, για να κριθεί αν η απαίτηση που προβάλλεται προς συμψηφισμό προηγείται της κατασχέσεως, είναι το χρονικό σημείο κατά το οποίο συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού, δηλαδή το ληξιπρόθεσμο της απαιτήσεως (ΑΠ 1119/2022, ΑΠ 663/2017). Ο τρίτος συνεπώς δεν δεσμεύεται για την προβολή της ενστάσεως συμψηφισμού από τα όρια της δηλώσεώς του και δεν επέρχεται έκπτωση αυτού από την παράλειψή του να προτείνει αυτή με την δήλωσή του κατά το άρθρο 985 ΚΠολΔ, η έλλειψη δε πληρότητας της δήλωσης του τρίτου γεννά αποζημιωτική ευθύνη εξαιτίας της ανακρίβειας της δηλώσεώς κατ' άρθρο 985 § 3 ΚΠολΔ, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου αυτού. Αντίθετα, αν η δήλωση του τρίτου προς συμψηφισμό είχε περιέλθει στον δανειστή του- καθ'ου η εκτέλεση πριν επιβληθεί η κατάσχεση της απαίτησης στα χέρια του τρίτου, η απαίτηση του καθ' ου η εκτέλεση κατά του τρίτου αποσβέσθηκε και ο τρίτος έχει παύσει να είναι οφειλέτης πριν από την επιβολή της κατάσχεσης, με συνέπεια η τελευταία να είναι χωρίς αντικείμενο (ΑΠ 129/2023, ΑΠ 1411/2011). Ομοίως, σε περίπτωση κατάσχεσης τραπεζικού λογαριασμού στα χέρια τράπεζας ως τρίτης, υπέρ της οποίας έχει συσταθεί ενέχυρο επί της απαιτήσεως του δικαιούχου του λογαριασμού και καθού η εκτέλεση από τη σύμβαση κατάθεσης, προς εξασφάλιση ανταπαίτησής της από πίστωση που η τράπεζα έχει παράσχει σ' αυτόν, εφόσον οι εν λόγω αμοιβαίες απαιτήσεις ήσαν γεγενημένες και είχαν συνυπάρξει κατά το χρόνο κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου προς τον τρίτο, απόσβεση της κατασχεθείσας απαίτησης του καθού η εκτέλεση κατά της τρίτης τράπεζας επιφέρει και ο μεταξύ τους συμφωνηθείς συμψηφισμός (άρθρο 361 ΑΚ), αφού, στην περίπτωση αυτή, δεν είναι αναγκαίο οι αμοιβαίες απαιτήσεις να είναι ληξιπρόθεσμες ούτε και απαιτείται πρόταση συμψηφισμού με δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλον, οπότε με την άσκηση από την τράπεζα του δικαιώματός της που απορρέει από την ανωτέρω συμφωνία συμψηφισμού, οι προϋποθέσεις του οποίου συνέτρεχαν κατά το χρονικό σημείο της κατάσχεσης, επέρχεται αναδρομικά η απόσβεση της απαίτησης του καθού η εκτέλεση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, η δε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005). Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018). ΙΙΙ).Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Η ανακόπτουσα εταιρεία υπό την επωνυμία "... Α.Ε. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ" (ήδη αναιρεσείουσα), επέσπευσε κατά του οφειλέτη της Μ. Δ. αναγκαστική εκτέλεση δυνάμει των με αρ. 519/2012 και 328/ΠΙΤ/345/2012 διαταγών πληρωμής των Δικαστών των Μονομελών Πρωτοδικείων Χανίων και Ρεθύμνου αντίστοιχα, δι' επιδόσεως των από 20.7.2012 και 19.7.2012 επιταγών προς εκούσια συμμόρφωση, που είναι γραμμένες κάτω από επικυρωμένα αντίγραφα των πρώτων εκτελεστών απογράφων των διαταγών αυτών, με τις οποίες τον επέταξε να της καταβάλει τα επιδικασθέντα υπέρ αυτής και σε βάρος του χρηματικά ποσά των 92.317,85 ευρώ και των 50.965,92 ευρώ αντίστοιχα, ακολούθως δε με τα από 3.9.2012 κατασχετήρια έγγραφα, που επέδωσε στον καθ' ου η εκτέλεση και στην καθ' ης η ανακοπή (ήδη αναιρεσίβλητη) την 6.9.2012, κατάσχεσε αναγκαστικά εις χείρας της καθ' ης οι ανακοπές, ως τρίτης, για τα ανωτέρω επιταχθέντα χρηματικά ποσά τις απαιτήσεις του καθ' ου η εκτέλεση, που απορρέουν από χρηματικές καταθέσεις του, που τηρούσε σε αυτήν. Η καθ' ης οι ανακοπές, με τις υπ' αρ. 38146/11.9.2012 και 38147/11.9.2012 δηλώσεις της, που κατέθεσε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, δήλωσε μεν ότι ο καθ' ου η εκτέλεση είχε ανοίξει και τηρούσε στα καταστήματά της Χανιών και Ρεθύμνου κοινούς λογαριασμούς ταμιευτηρίου με υπόλοιπα 16.121,32 ευρώ, 24,10 ευρώ, 9,32 ευρώ, 7,06 λιρών Αγγλίας και σε ατομικό λογαριασμό ταμιευτηρίου 751,81 δολαρίων ΗΠΑ, παρέλειψε ωστόσο να δηλώσει και την υπ' αρ. ... προθεσμιακή κατάθεση ποσού 422.461,79 δολαρίων ΗΠΑ, που αυτός είχε ανοίξει και τηρούσε στο κατάστημα της πλατείας στα Χανιά. Την έναντι της καθ' ης οι ανακοπές πιο πάνω απαίτησή του ο καθ' ου η εκτέλεση την είχε ενεχυράσει υπέρ αυτής με την από 30.11.2009 σύμβαση ενεχύρασης προθεσμιακής κατάθεσης, την οποίαν και της επέδωσε την 12.1.2010 με δικαστικό επιμελητή, προς εξασφάλιση των έναντι αυτού απαιτήσεών της από την υπ' αρ. 262/16.4.1996 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και των μεταγενέστερων αυξητικών αυτής, με τις οποίες του είχε χορηγήσει πίστωση μέχρι του ποσού των 2.200.000 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 36 και 39 του ν. δ. 17.7/13.8.1923. Στην ενεχύραση υπήχθη και ο συνδεδεμένος με την προθεσμιακή κατάθεση υπ' αρ. ... λογαριασμός ταμιευτηρίου σε συνάλλαγμα, που ο καθ' ου η εκτέλεση τηρούσε στην καθ' ης οι ανακοπές, στον οποίο, κατά τους όρους της ενεχυρικής σύμβασης, θα πιστωνόταν το ποσό της προθεσμιακής κατάθεσης κατά την ημέρα της λήξης της. Την ύπαρξη της προθεσμιακής αυτής κατάθεσης γνωστοποίησε στην ανακόπτουσα ο ίδιος ο καθ' ου η εκτέλεση, για να την πείσει ότι ήταν φερέγγυος με απώτερο σκοπό τη συνέχιση της συνεργασίας τους στον τομέα του τουρισμού. Ωστόσο η καθ' ης οι ανακοπές, παρότι είχε δικονομική προς τούτο υποχρέωση απορρέουσα από την κατάσχεση, για την ικανοποίηση του κατά(σ)χόντος δανειστή, δεν συμπεριέλαβε την ανωτέρω καταπιστευτικώς εκχωρηθείσα απαίτηση του καθ' ου η εκτέλεση στις πιο πάνω υπ'. αρ. 38146/11.9.2012 και 38147/II .9.2012 δηλώσεις της, που κατέθεσε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, με αποτέλεσμα οι δηλώσεις της να είναι ανακριβείς. Επομένως ορθώς η εκκαλουμένη απόφαση αναγνώρισε την ανακρίβεια των ανωτέρω δηλώσεων λόγω της ύπαρξης της αποκρυβείσης προθεσμιακής κατάθεσης κατά τον κρίσιμο χρόνο, ο οποίος είναι η 15.9.2012, αφού τα κατασχετήρια επιδόθηκαν στον καθ' ου η εκτέλεση την 6.9.2012, και συνεπώς η από το άρθρο 988 παρ. 1 του ΚΠολΔ οκταήμερη προθεσμία για την έναρξη της καταβολής είχε την 14.9.2012 παρέλθει - κεφάλαιο, που ωστόσο δεν πλήττεται με σχετικό λόγος έφεσης. Περαιτέρω από την ανωτέρω σύμβαση ενεχυρίασης προθεσμιακής κατάθεσης προκύπτει ότι η απαίτηση του καθ' ου η εκτέλεση Μ. Δ. , που απέρρεε από την υπ'. αρ. ... προθεσμιακή κατάθεση, είχε,... εκχωρηθεί καταπιστευτικά στην καθ' ης η ανακοπή, κατά δε το χρονικό σημείο των επιβληθεισών κατασχέσεων εις χείρας της, ως τρίτης και των επ' αυτών δηλώσεών της υφίστατο προγενέστερο του δικαιώματος κατάσχεσης της ανακόπτουσας δικαίωμα εισπράξεως της ενεχυριασμένης απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση, που απέρρεε από την ανωτέρω προθεσμιακή κατάθεση, δικαιούχος της οποίας,... ήταν η καθ' ης η ανακοπή. Περαιτέρω αποδείχθηκε από το υπό χρονολογία 1-2-2013 αντίγραφο κίνησης του υπ' αρ. ... λογαριασμού του καθ' ου η εκτέλεση ότι η λήξη της προθεσμιακής κατάθεσης έλαβε χώρα την 20.12.2012, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο των επιβληθεισών κατασχέσεων. Ειδικότερα η καθ' ης η ανακοπή προέβη σύμφωνα με τον όρο 4 της από 30-9-2009 (της) σύμβασης ενεχύρασης προθεσμιακής κατάθεσης σε πρόωρη εξόφληση της ενεχυρασμένης υπέρ της προθεσμιακής κατάθεσης, το προϊόν της οποίας αρχικά πιστώθηκε στον υπ' αρ. 575 8-023 832-109, επίσης ενεχυρασμένο υπέρ της, λογαριασμό του καθ' ου η εκτέλεση, εν συνεχεία δε μεταφέρθηκε σε εσωτερικό λογαριασμό της (καθ' ης η ανακοπή) και ήχθη προς απομείωση των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων της από την υπ'. αρ. 262/1996 σύμβαση πίστωσης σε ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό. Συνεπώς μέχρι τον ανωτέρω χρόνο (20.12.2012) εξακολουθούσε να υφίσταται η ασφαλιζόμενη απαίτηση αλλά και το ενέχυρο επί της προαναφερθείσας προθεσμιακής κατάθεσης με αποτέλεσμα να μην υφίσταται απαίτηση του καθ' ου η εκτέλεση έναντι της τράπεζας απαιτητή και δικαστικά επιδιώξιμη. Σύμφωνα δε με την υπό χρονολογία 31.05.2018 βεβαίωση του διευθυντή του καταστήματος Πλατείας Χανίων της καθ' ης η ανακοπή, ο καθ' ου η εκτέλεση μετά την απόσβεση του χρέους προς... αυτήν (λόγω της πρόωρης εξοφλήσεως της ενεχυρασμένης υπέρ της προθεσμιακής κατάθεσης) σε ουδεμία ανάληψη επί του ανωτέρω ποσού προέβη, αφού όλο το ποσό της ενεχυριασμένης προθεσμιακής κατάθεσης, ήτοι 426.870,75 USD, χρησιμοποιήθηκε προς εξόφληση της ανωτέρω οφειλής του προς αυτή με αποτέλεσμα, αφενός μεν να μη υφίσταται κάποιο υπόλοιπο της απαιτήσεώς του, ώστε να δικαιούται να ζητήσει την επανεκχώρηση της σ' αυτόν, αφετέρου να μην είναι δυνατή η καταψήφιση του ποσού της προθεσμιακής κατάθεσης υπέρ της ανακόπτουσας. Ακολούθως από την παράλειψη αναφοράς της ενεχυρασθείσας προθεσμιακής κατάθεσης στις υπ'. αρ. 38146/11.9.2012 και 38147/11.9.2012 δηλώσεις της καθ' ης η ανακοπή ουδεμία ευθύνη της προς αποζημίωση της ανακόπτουσας γεννάται, διότι η ανωτέρω συμπεριφορά της δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τη ζημία της ανακόπτουσας, αφού και σε περίπτωση αναφοράς της αποκρυβείσας ενεχυρασθείσας απαίτησης τούτη δεν θα μπορούσε να κατασχεθεί λόγ(ω) της συστάσεως ενεχύρου επ' αυτής". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, το οποίο δίκασε μετά από παραπομπή σε αυτό της υπόθεσης με την υπ'αρ. 906/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκανε δεκτή αίτηση αναίρεσης της νυν αναιρεσίβλητης και αναίρεσε την υπ' αρ. 1215/2018 προηγούμενη απόφαση του, που είχε κάνει δεκτή την από 7/11/2014 έφεση της νυν αναιρεσείουσας εταιρείας κατά της υπ' αρ. 4255/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε την έφεση αυτή και επικύρωσε την ανωτέρω απόφαση, με την οποία είχαν γίνει εν μέρει δεκτές οι επίδικες ανακοπές της αναιρεσείουσας και είχε αναγνωρισθεί ότι οι επίδικες δηλώσεις της αναιρεσίβλητης ως τρίτης ήταν ανακριβείς, ενώ είχε απορριφθεί το αίτημα των ανακοπών να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα τα ποσά των κατεσχημένων απαιτήσεων του οφειλέτη της, άλλως δε να υποχρεωθεί αυτή να της καταβάλει τα ίδια αυτά ποσά ως αποζημίωση κατά το άρθρο 985 παρ. 3 ΚΠολΔ, για την ισόποση με αυτά ζημία, που υπέστη από την ματαίωση της ικανοποίησης των απαιτήσεών της, λόγω των ανακριβών δηλώσεων της αναιρεσίβλητης. IV) Όπως προκύπτει από το ως άνω εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό και με τη μείζονα πρόταση του συλλογισμού αυτής, το εφετείο, για να καταλήξει στο άνω πόρισμά του, εφάρμοσε εσφαλμένα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 36, 39 και 44 του Ν.Δ. 17-7/13-8-1923, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 455, 460 ΑΚ, δεχόμενο ότι η ενεχυρίαση από τον καθ' ου η εκτέλεση της απαίτησής του κατά της αναιρεσίβλητης προς απόδοση της καταθέσεώς του, αποτελεί καταπιστευτική εκχώρηση. Και τούτο, διότι, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, δεν ενεχυριάσθηκε απαίτηση του καθ' ου η εκτέλεση κατά τρίτου, ώστε να γίνει η προβλεπόμενη από το Ν.Δ. αυτό εκχώρηση της απαιτήσεως. Ωστόσο, το Εφετείο στήριξε το διατακτικό της απόφασης στην ουσιαστική παραδοχή της προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη ένστασης αποσβέσεως της απαιτήσεως του καθ'ου η εκτέλεση λόγω του εκούσιου συμψηφισμού, δυνάμει του όρου 4 της μεταξύ τους ένδικης σύμβασης ενεχύρου, με τον οποίο είχε συμφωνηθεί, ότι η αναιρεσίβλητη είχε δικαίωμα είσπραξης της ως άνω απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση κατ' αυτής από τη σύμβαση προθεσμιακής κατάθεσης, πριν ακόμη καταστεί αυτή ληξιπρόθεσμη, και της μεταφοράς του ποσού της είσπραξης σε απομείωση των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών της κατά του καθ' ου η εκτέλεση από την σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό. Η συμφωνία αυτή, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, έχει το χαρακτήρα του εκούσιου ή μονομερούς συμψηφισμού, κατά τον οποίο τα μέρη δύνανται να συμφωνήσουν τον συμψηφισμό των μεταξύ τους υφισταμένων απαιτήσεων και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, δηλαδή χωρίς οι αμοιβαίες απαιτήσεις να είναι ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς και χωρίς να απαιτείται πρόταση συμψηφισμού με δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλον. Ενόψει αυτού, το Εφετείο όφειλε να εφαρμόσει τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 984 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ και 361, 440, 441 και 449 Α.Κ., που ήταν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση, καθ' όσον, υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η αναιρεσίβλητη, μετά την προς αυτήν επίδοση, ως τρίτη, του κατασχετηρίου εγγράφου από την αναιρεσείουσα, νόμιμα προέβαλε σε συμψηφισμό, προς την κατασχεθείσα στα χέρια της απαίτηση του οφειλέτη της αναιρεσείουσας - καθ' ου η εκτέλεση από τη σύμβαση προθεσμιακής κατάθεσης, την προγενέστερη της κατασχέσεως και υπέρτερη σε ποσό δική της ανταπαίτηση κατ' αυτού από τη μεταξύ τους σύμβαση πίστωσης με ανοικτό - αλληλόχρεο λογαριασμό, ασκώντας το δικαίωμα είσπραξης της ως άνω απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση κατ' αυτής από τη σύμβαση προθεσμιακής κατάθεσης, πριν αυτή καταστεί ληξιπρόθεσμη, και μεταφοράς του ποσού της είσπραξης σε μείωση του ποσού της οφειλής του καθ' ου η εκτέλεση από την σύμβαση πίστωσης, δυνάμει της συμφωνίας συμψηφισμού, με τον ανωτέρω όρο 4 της σύμβασης ενεχύρου της τραπεζικής κατάθεσης, με συνέπεια την απόσβεση της κατασχεθείσας απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση, αναδρομικά, από τότε που συνυπήρξε με την δική της ανταπαίτηση από τη σύμβαση πίστωσης, ήτοι σε χρόνο πριν την επιβληθείσα στα χέρια της αναιρεσίβλητης ως τρίτης κατάσχεση, αφού οι εκατέρωθεν απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης και του καθ' ου η αναγκαστική εκτέλεση συνυπήρξαν τουλάχιστον από τις 30/11/2009, που συνήφθη η σύμβαση ενεχύρου της προθεσμιακής κατάθεσης προς εξασφάλιση της προγενέστερης απαίτησης της αναιρεσίβλητης από τη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό - αλληλόχρεο λογαριασμό, και, ως εκ τούτου, με βάση τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υποχρεούται η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα τα ποσά της κατασχεθείσας στα χέρια της, ως τρίτης, απαιτήσεως του καθ' ου η εκτέλεση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 578 Κ.Πολ.Δ., αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο 'Αρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο, συνίσταται στην, με την απόφασή του, υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό δηλαδή νοείται η νομική αιτία, ήτοι η διάταξη νόμου, που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, αν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της απόφασης είναι ορθό, υπάρχει όμως σφάλμα στις αιτιολογίες, απορρίπτει την αναίρεση, χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες, οι οποίες όμως στην ουσία αντικαθίστανται με αυτές της αναιρετικής. Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή το διατακτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη και στο σκεπτικό παράθεση του ορθού αιτιολογικού σε αντικατάσταση του εσφαλμένου (ΑΠ 1243/2019, ΑΠ 736/2019). Εν τέλει, σύμφωνα με τα παραπάνω, το εφετείο ορθώς μεν κατ' αποτέλεσμα αποφάνθηκε και σε ορθό διατακτικό οδηγήθηκε, δεχόμενο ότι δυνάμει του συμβατικού, από τον όρο 4 της σύμβασης ενεχύρου της τραπεζικής κατάθεσης, συμψηφισμού επήλθε απόσβεση της κατασχθείσας από την αναιρεσείουσα απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση κατά της αναιρεσίβλητης τράπεζας, απορρίπτοντας ακολούθως τις ανακοπές της αναιρεσείουσας ως προς το αίτημα να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει τα ποσά των κατεσχημένων απαιτήσεων του οφειλέτη της, πλην όμως η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι εσφαλμένη. Επομένως, ενόψει του ότι, με την υπαγωγή των πιο πάνω περιστατικών στις πιο πάνω ορθές διατάξεις, δεν θίγεται το ορθό διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να αντικατασταθούν οι αιτιολογίες αυτής ως προς το χαρακτηρισμό της ένδικης σύμβασης ενεχύρου, από την εσφαλμένη αιτιολογία ότι πρόκειται για σύμβαση καταπιστευτικής εκχώρησης της ως άνω απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση από τη σύμβαση προθεσμιακής κατάθεσης, κατά το άρθρο 39 του Ν.Δ. 17.7/13-8-1923, με την προαναφερόμενη ορθή αιτιολογία, ότι επρόκειτο για σύμβαση ενεχύρου απαίτησης υπέρ της αναιρεσίβλητης, δηλαδή της ίδιας της πιστώτριας τράπεζας, όπου τηρούντο οι λογαριασμοί κατάθεσης, που παρείχε στην αναιρεσίβλητη δικαίωμα είσπραξης της απαίτησης του καθού η εκτέλεση από την σύμβαση κατάθεσης, με την πρόσθετη συμφωνία (συμβατικού) συμψηφισμού των εκατέρωθεν απαιτησεων. Συνεπώς, πρέπει ν απορριφθεί ως αβάσιμος (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.) ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται ο ανωτέρω εσφαλμένος χαρακτηρισμός, που, όμως, δεν είχε επίδραση στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, αφού δεν υπάρχει έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας να αποτραπεί δεδικασμένο, ώστε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά την εσφαλμένη αυτή αιτιολογία της. Ανεξαρτήτως αυτού, το Εφετείο υπό τις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές του δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 984 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ και 361, 440, 441, 449 Α.Κ., που ήσαν, κατά τα ανωτέρω, εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση, και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον παρατίθενται σε αυτήν με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το ανωτέρω σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές: α) Ότι η αναιρεσείουσα, προς ικανοποίηση απαιτήσεών της κατά του οφειλέτη της Μ. Δ. ποσών 92.317,85 και 50.965,92 ευρώ, για τις οποίες είχαν εκδοθεί κατ' αυτού με αίτησή της οι υπ' αρ. 519/2012 και 328/2012 διαταγές πληρωμής των Δικαστών των Μονομελών Πρωτοδικείων Χανίων και Ρεθύμνου αντιστοίχως, επέσπευσε νόμιμα αναγκαστική εκτέλεση κατ' αυτού, στα πλαίσια της οποίας, με το από 3/9/2012 κατασχετήρια, που επιδόθηκαν στον ανωτέρω οφειλέτη της και στην αναιρεσίβλητη ως τρίτη στις 6/9/2012, κατάσχεσε αναγκαστικά στα χέρια της αναιρεσίβλητης όλες τις απαιτήσεις του οφειλέτη της κατ' αυτής, β) Ότι στις αντίστοιχες δηλώσεις της ως τρίτης, που κατέθεσε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών η αναιρεσίβλητη στις 11/9/2012, παρέλειψε να δηλώσει την κατ' αυτής απαίτηση του καθ' ου η εκτέλεση ποσού 422.461,79 δολαρίων ΗΠΑ, από την υπ' αρ. ... προθεσμιακή κατάθεση αυτού. γ) Ότι με την από 30/11/2009 σύμβαση ενεχυρίασης προθεσμιακής κατάθεσης, που είχε συνάψει η αναιρεσίβλητη με τον δανειστή της - καθ' ου η ένδικη εκτέλεση, ο τελευταίος της ενεχυρίασε τόσο την κατάθεση αυτή, όσο και τον με αυτή συνδεδεμένο υπ' αρ. ... , λογαριασμό κατά τις διατάξεις των άρθρων 36 και 39 του Ν.Δ. της 17-7/13-8-1923, προς εξασφάλιση των έναντι αυτού απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης από την υπ' αρ. 262/16-4-1996 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και των μεταγενέστερων αυξητικών αυτής συμβάσεων, με τις οποίες η αναιρεσίβλητη του χορήγησε πίστωση μέχρι του ποσού των 2.200.000 ευρώ. δ) Ότι κατά τον όρο 4 της σύμβασης ενεχυρίασης η αναιρεσίβλητη είχε δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης και είσπραξης της ενεχυριασθείσας υπέρ αυτής απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση από την προθεσμιακή κατάθεση, και πριν αυτή καταστεί ληξιπρόθεσμη, και μεταφοράς του ποσού της είσπραξης σε μείωση του ποσού της οφειλής του καθ' ου η εκτέλεση από την σύμβαση πίστωσης, το οποίο και άσκησε στις 20/12/2012, όταν αρχικά μετέφερε όλο το ποσό της προθεσμιακής κατάθεσης στον επίσης ενεχυριασμένο ανωτέρω λογαριασμό του καθ' ου η εκτέλεση και στη συνέχεια σε δικό της λογαριασμό, χρησιμοποιώντας τελικά όλο το ποσό της κατάθεσης εκ 426.870,75 δολαρίων ΗΠΑ προς μερική εξόφληση της έναντι αυτής οφειλής του καθ' ου η εκτέλεση από τη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό - αλληλόχρεο λογαριασμό, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει υπόλοιπο της κατ' αυτής απαιτήσεως του καθ' ου η εκτέλεση από την προθεσμιακή κατάθεση. Εξάλλου, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, δεν υπάρχει ανεπάρκεια της αιτιολογίας του Εφετείου από τη μη αναφορά στην απόφαση του ακριβούς ποσού της χορηγηθείσας στον καθ' ου η εκτέλεση πίστωσης και του ύψους της οφειλής αυτού στην αναιρεσίβλητη από την πίστωση στις 6/9/2012, που επιβλήθηκε η κατάσχεση και στις 20/12/2012 που έγινε η είσπραξη της προθεσμιακής κατάθεσης, αφού αρκεί η παραδοχή ότι στις 20/12/2012 η οφειλή του καθ' ου η εκτέλεση από τη σύμβαση πίστωσης υπερέβαινε το ποσό που προέκυψε από την είσπραξη της προθεσμιακής κατάθεσης. Επίσης δεν ήταν αναγκαία η αναφορά του χρόνου λήξης της προθεσμιακής κατάθεσης, αφού αρκούν οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου ότι η αναιρεσίβλητη είχε συμβατικό δικαίωμα είσπραξης αυτής "προώρως", δηλαδή και πριν τη λήξη της, το οποίο και άσκησε. Επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, καθό μέρος προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος αναίρεσης και κατά το σκέλος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 14 του ίδιου ανωτέρω άρθρου πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο δεν απέρριψε ως αόριστη και γι' αυτό απαράδεκτη την ένσταση αποσβέσεως της οφειλής της αναιρεσίβλητης προς τον καθ' ου η εκτέλεση από την προθεσμιακή κατάθεση, λόγω του προηγηθέντος συμψηφισμού, που προέβαλε η αναιρεσίβλητη, επειδή σε αυτήν δεν ανέφερε το ακριβές ποσό της απαίτησής της από την πίστωση, τον χρόνο γέννησής της και τον χρόνο κλεισίματος του αλληλόχρεου λογαριασμού, και τούτο γιατί, όπως προαναφέρθηκε, αρκεί η αναφορά στην ένσταση ότι η απαίτηση της αναιρεσίβλητης προέρχεται από την υπ' αρ. 262/1996 σύμβαση παροχής πίστωσης μέχρι του ποσού των 2.200.000 ευρώ, η οποία είναι προγενέστερη της κατάσχεσης, ενώ για την προβολή της ένστασης συμψηφισμού δεν ήταν αναγκαίο το προηγούμενο κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού της πίστωσης, αφού κατά την συμφωνία που είχε συνάψει η αναιρεσίβλητη με τον καθ' ου η εκτέλεση, αυτή μπορούσε, και πριν να γίνει ληξιπρόθεσμη η απαίτησή της, να προβεί στον συμφωνηθέντα συμψηφισμό και συνεπώς το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι η ένσταση είναι ορισμένη και γι' αυτό παραδεκτή, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτο. V). Από τις διατάξεις του άρθρου 985 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο τρίτος, στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, παρέλειψε την υποβολή της δηλώσεως περί του αν υφίσταται η απαίτηση που κατασχέθηκε ή υπέβαλε ανακριβή δήλωση, ευθύνεται έναντι του κατασχόντος σε αποζημίωση. Προϋπόθεση για την ευθύνη του τρίτου είναι το ζημιογόνο γεγονός της παραλείψεως της δηλώσεως ή της ανακρίβειας της δηλώσεως που υποβλήθηκε, η ζημία του κατασχόντος και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας. Το περιεχόμενο της ζημίας θα κριθεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο, περιλαμβάνει δε η αποζημίωση κάθε ζημία που είναι απότοκος της συμπεριφοράς του τρίτου. Έτσι, δεν αποκλείεται ο κατασχών να αναζητήσει ολόκληρη την απαίτησή του, για την ικανοποίηση της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση, όταν επικαλείται και αποδεικνύει ότι η μη είσπραξη της οφειλής οφείλεται στη συμπεριφορά του τρίτου, εάν απέκρυψε ή παρέλειψε ορισμένα περιστατικά και από την απόκρυψη αυτή ή παράλειψη, ως αιτίου, ζημιώθηκε ο κατασχών (ΑΠ 663/2017). Η αγωγή αποζημιώσεως, κατ' άρθρο 985 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν αποτελεί δίκη περί την εκτέλεση, καθόσον δι' αυτής δεν προσβάλλεται πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας, δεν αποτελεί υποκατάστατο της ανακοπής του άρθρου 986, δεν αποκλείεται, όμως, σώρευση στο ίδιο δικόγραφο αμφοτέρων των ως άνω ένδικων βοηθημάτων (ΑΠ 992/2021).Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 ΑΚ), ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε, δε, πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 484/2023, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 895/2019). Η ανωτέρω έννοια της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστη νομική έννοια και γι` αυτό, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτής, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει το εάν, τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, που επήλθε (ΑΠ 210/2023, ΑΠ 693/2020). Επίσης, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν το δικαστήριο παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή, της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 1215/2021), τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 233/2020), την ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (Ολ. ΑΠ 10/2005). Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ` αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων, χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 1011/2018). VI).Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, απέρριψε το επικουρικό αίτημα των ανακοπών της αναιρεσείουσας να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει ως αποζημίωση τα ποσά των, κατά του καθ' ου η εκτέλεση, απαιτήσεών της, επειδή η αναιρεσίβλητη υπέβαλε ως τρίτη ανακριβείς δηλώσεις, με την αιτιολογία ότι η πράξη αυτή της αναιρεσίβλητης δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την επικαλούμενη ζημία της αναιρεσείουσας, δεχόμενο ότι, ακόμα και αν δεν είχε αποκρυβεί η ενεχυρασθείσα απαίτηση του καθ' ου η εκτέλεση στις δηλώσεις της αναιρεσίβλητης ως τρίτης, η απαίτηση αυτή δεν μπορούσε να κατασχεθεί στα χέρια της αναιρεσίβλητης, λόγω της ύπαρξης του επίδικου ενέχυρου. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 985 παρ. 3 ΚΠολΔ και 298 Α.Κ. καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς την εξειδίκευση της αόριστης έννοιας της αιτιώδους συνάφειας, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία ως προς την απόφανσή του για τον λόγο μη ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας και τούτο γιατί, σύμφωνα με τις πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του, που προαναφέρθηκαν, η ζημία της αναιρεσείουσας από τη μη ικανοποίηση των, κατά του καθ' ου η εκτέλεση, επιδίκων απαιτήσεών της, δια της εισπράξεως της κατασχεθείσας απαιτήσεως αυτού κατά της αναιρεσίβλητης από τη σύμβαση προθεσμιακής κατάθεσης, που τους συνέδεε, δεν προήλθε από τις ανακριβείς δηλώσεις της αναιρεσίβλητης, στις οποίες απέκρυψε την κατάθεση αυτή, αλλά από την παραδοχή της, μεταγενέστερης της κατάσχεσης, ένστασης αποσβέσεως της απαιτήσεως του καθ' ου η εκτέλεση λόγω του συμψηφισμού, που προέβαλε η αναιρεσίβλητη, με προγενέστερη της κατάσχεσης απαίτησής της κατ' αυτού από τη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, η παραδοχή της οποίας ένστασης επέφερε αναδρομικά την εξόφληση της απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση, αφού η απαίτηση αυτή συνυπήρξε με την απαίτηση της αναιρεσίβλητης πριν την κατάσχεση, και συνεπώς δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των ανακριβών δηλώσεων της αναιρεσίβλητης και της ζημίας της αναιρεσείουσας από τη μη είσπραξη των απαιτήσεών της από την κατάσχεση, που επέβαλε στην αναιρεσίβλητη ως τρίτη. Επομένως, αφού κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ αντικατασταθούν οι ανωτέρω εσφαλμένες αιτιολογίες της απόφασης με τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής, δεδομένου ότι δεν υπάρχει έννομο συμφέρον για αποτροπή δεδικασμένου, ώστε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά την εσφαλμένη αυτή αιτιολογία της, θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην απόφαση τις ανωτέρω από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες. VII). Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 18 Κ. Πολ. Δ. ιδρύεται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο λόγος αυτός αφορά σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση σχετικά με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την απόφαση αυτή, ανεξάρτητα από το αν το νομικό αυτό ζήτημα ανάγεται στο ουσιαστικό ή στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 1667/2022, ΑΠ 758/2018, ΑΠ 1150/2017) και τούτο για να αποφευχθεί για την ασφάλεια του δικαίου, να δοθεί από το δικαστήριο της παραπομπής άλλη λύση από αυτήν που έδωσε ο Άρειος Πάγος ως Ακυρωτικό Δικαστήριο (ΑΠ 1667/2022, ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 251/2016). Νομικό, όμως, ζήτημα δεν επιλύεται, αν η απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 ΚΠολΔ αρ. 19) και ειδικότερα για το λόγο, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά απ' αυτήν, δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των αιτιολογιών της την υπαγωγή στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού (ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 128/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της υπ' αρ. 906/2019 απόφασης του Αρείου Πάγου προκύπτει ότι με αυτήν έγινε δεκτή η αίτηση αναίρεσης της νυν αναιρεσίβλητης και αναιρέθηκε καθ' ολοκληρίαν η προσβληθείσα με την αναίρεση υπ' αρ. 1215/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά παραδοχή αυτεπαγγέλτως εξετασθέντος, κατά το άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί κρίθηκε ότι η απόφαση αυτή είχε, αφ' ενός ανεπαρκείς και αφ' ετέρου αντιφατικές αιτιολογίες και συνεπώς με την απόφαση αυτή του Αρείου Πάγου δεν επιλύθηκε νομικό ζήτημα, ώστε να γεννηθεί υποχρέωση του Μονομελούς Εφετείου, που δίκασε μετά την παραπομπή σε αυτό της υπόθεσης, να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση και γι' αυτό ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αρ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη συμμόρφωσης στην ως άνω αναιρετική απόφαση, είναι αβάσιμος. VIII). Σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020). Ως εκ τούτου, και ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, 1588/2017) και, συνεπώς, η παραδοχή από το Εφετείο ανύπαρκτου λόγου εφέσεως ή η επανάκριση κεφαλαίου της αποφάσεως έξω από τα όρια της εφέσεως, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για λόγο εφέσεως ή ισχυρισμούς που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 816/2022). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 (όχι δε και από τον αριθμό 9) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη λόγο έφεσής του που δεν προτάθηκε και έτσι απέρριψε, με αντικατάσταση της αιτιολογίας της πρωτόδικης απόφασης, το κύριο αίτημα των ανακοπών του, με το οποίο ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει τα ποσά για τα οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση, σύμφωνα με τα άρθρα 986 και 990 ΚΠολΔ, για το οποίο αίτημα δεν έχει κρίνει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, άλλως δε το είχε απορρίψει ως απαράδεκτο λόγω της πρόωρης άσκησής του και έτσι χειροτέρεψε τη θέση της κατά παράβαση του από το άρθρο 522 ΚΠολΔ προκύπτοντος μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσής της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί, από την παραδεκτή επισκόπηση των κατωτέρω διαδικαστικών εγγράφων της δίκη, σαφώς προκύπτει, αφ' ενός μεν ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αρ. 4225/2013 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε και έκρινε παραδεκτές και νόμιμες τις ανακοπές, τόσο κατά το κύριο όσο και κατά το επικουρικό αίτημά τους, τις ερεύνησε κατ' ουσίαν και ακολούθως, αφού έκανε δεκτό το αίτημα να αναγνωρισθεί η ανακρίβεια των δηλώσεων της αναιρεσίβλητης, απέρριψε κατά τα λοιπά τις ανακοπές κατ' ουσίαν, τόσο κατά το κύριο, όσο και κατά το επικουρικό αίτημά τους, αφ' ετέρου δε ότι η αναιρεσείουσα, με την από 7/11/2014 έφεσή της κατά της απόφασης αυτής, προσέβαλε με λόγους έφεσης για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων την απόφαση και ζήτησε να γίνουν στο σύνολό τους δεκτές οι ανακοπές της, δηλαδή και για το πρωτοδίκως απορριφθέν κατ' ουσίαν μέρος τους και συνεπώς το Εφετείο, το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν το ανωτέρω κύριο αίτημα των ανακοπών, δεν έλαβε υπόψη λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, που δεν προτάθηκε, αφού με την έφεσή της αυτή παραπονείτο και για την κατ' ουσίαν απόρριψη του ανωτέρω κυρίου αιτήματος των ανακοπών της. IX).Από τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986 "Σχέσεις κράτους - πολίτη ... κ.λ.π." και 339 ΚΠολΔ, προκύπτει η υπεύθυνη δήλωση ή βεβαίωση τρίτου, (μαρτυρία τρίτου), η οποία δεν δόθηκε κατά τον υπό του νόμου οριζόμενο τρόπο, εφόσον έγινε επίτηδες για να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη, αποτελεί ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, έστω και αν τηρήθηκε για αυτές ο τύπος του Ν. 1599/1986 και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Ολ.Α.Π. 8/1987, ΑΠ 17/2021, ΑΠ 1092/2013). Αντίθετα, όμοια δήλωση ή βεβαίωση διαδίκου, μπορεί να εκτιμηθεί ως έγγραφο, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ακόμα και να θεωρηθεί, κατά την κρίση του δικαστηρίου, ως εξώδικη ομολογία (ΑΠ 143/2020, ΑΠ 1092/2013, ΑΠ 370/2004). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α` Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ. αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ` αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 686/2021). Ο ίδιος ως άνω λόγος δεν ιδρύεται, όμως, αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνο επικουρικά σε κάποιο μη νόμιμο αποδεικτικό μέσο, το οποίο δεν άσκησε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 911/2021, ΑΠ 1058/2020, ΑΠ 374/2019). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί και επίσης να προβάλλεται ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 686/2021, ΑΠ 218/2020, ΑΠ 374/2019). Κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη. Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν σημαίνει και ότι ο κανόνας είναι δημοσίας τάξεως, διότι, ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως, αφού στην έννοια της δημοσίας τάξεως περιλαμβάνονται οι κανόνες με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση. Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί το πρώτο στον Άρειο Πάγο εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 686/2021, ΑΠ 93/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' του ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, που ο νόμος δεν επιτρέπει γιατί είναι ανυπόστατο, και συγκεκριμένα ότι, για την απόδειξη του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης ότι το ποσό της προθεσμιακής κατάθεσης του καθ' ου η εκτέλεση, μετά την είσπραξή του από την αναιρεσίβλητη, χρησιμοποιήθηκε για την προς την αναιρεσίβλητη εξόφληση της οφειλής του και ακολούθως για την απόρριψη των ανακοπών της, έλαβε υπόψη και την από 31/5/2018 βεβαίωση του Δ/ντη του καταστήματος της αναιρεσίβλητης στα Χανιά, η οποία αποτελεί έγγραφο μαρτυρίας τρίτου, που δόθηκε επίτηδες για να χρησιμοποιηθεί στην δίκη. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι προέβαλε νόμιμα τον ανωτέρω ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας, από δε την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 4-3-2020 εγγράφων προτάσεων, που υπέβαλε αυτή στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώπιον του οποίου για πρώτη φορά προσκομίστηκε το έγγραφο αυτό από την αναιρεσίβλητη, προκύπτει ότι πράγματι δεν προέβαλε τον ισχυρισμό αυτό. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, γιατί η βεβαίωση αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία τρίτου προσώπου, αλλά υπηρεσιακή βεβαίωση της ίδιας της αναιρεσίβλητης, που υπογράφεται από αρμόδιο υπάλληλο αυτής, αλλά και γιατί, ακόμα κι αν η βεβαίωση αυτή θεωρηθεί ότι αποτελεί μαρτυρία τρίτου που δόθηκε για να χρησιμοποιηθεί στη δίκη, όμως το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα το Εφετείο δεν το στήριξε κυρίως στην ανωτέρω βεβαίωση, από την οποία, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, αποδείχθηκε μόνο ότι ο καθ' ου η εκτέλεση δεν προέβη σε ανάληψη του ποσού της προθεσμιακής κατάθεσης, αντίθετα δε για την κρίσιμη ουσιαστική παραδοχή του ότι το όλο ποσό της προθεσμιακής κατάθεσης του, μετά την πρόωρη εξόφλησή της από την αναιρεσίβλητη, "ήχθη προς απομείωση των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών της από την υπ' αρ. 262/1996 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό - αλληλόχρεο λογαρισμό", το Εφετείο στηρίχθηκε κυρίως στα λοιπά αποδεικτικά μέσα και ιδίως στο αναφερόμενο ρητά στην απόφαση από 1/12/2013 αντίγραφο κίνησής του, επίσης ενεχυριασμένου, υπ' αρ. ... λογαριασμού της προθεσμιακής κατάθεσης. X).Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Απορρίπτει την από 8/6/2021 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. Χ. Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4824/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. - Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και - Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ