Αριθμός 849/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ιωάννη Ιωαννίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ......., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Σουσουρογιάννη, περί αναιρέσεως της 91/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Συνεταιρισμό Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΙΩΝ ΠΙΕΡΙΑΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που εδρεύει στην Κατερίνη και εκπροσωπείται νόμιμα, τον οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Στέφανος Βαρδάκας. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 477/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από τη κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η αξία του αντικειμένου της κλοπής γενικώς δεν; αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού, εκτός από την περίπτωση της κλοπής με αντικείμενο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, πράγμα που αποτελεί επιβαρυντική περίσταση και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, οπότε απαιτείται να αναφέρεται στην απόφαση η κατ' αντικειμενική κρίση χρηματική αξία του αντικειμένου της κλοπής, αφού είναι απαραίτητη για τη συνδρομή της ανωτέρω επιβαρυντικής περίπτωσης που έχει σημασία για την επιμέτρηση της ποινής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 98 του Π.Κ. (όπως ίσχυε πριν από την προσθήκη σε αυτό δεύτερης παραγράφου με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2721/1999), "αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή. Για την επιμέτρηση της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή, που έχει θεσπιστεί προς το σκοπό επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα, είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του αδικήματος που επαναλαμβάνεται από τον ίδιο αυτουργό, στην οποία (συρροή) όμως το δικαστήριο μπορεί αντί να καταγνώσει στον δράστη συνολική ποινή, να επιβάλει μία (ενιαία) ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μέσα στα πλαίσια της ποινής του οικείου εγκλήματος. Επομένως, η καθεμία από τις μερικότερες πράξεις που συγκροτούν το κατ' εξακολούθηση έγκλημα, διατηρεί την αυτοτέλεια της, ως προς την παραγραφή και το χαρακτηρισμό της ως πλημμελήματος ή κακουργήματος, αναλόγως του ποσού οφέλους ή βλάβης. Προκύπτει επίσης, ότι στις περιπτώσεις που προσβάλλονται κατ' εξακολούθηση περιουσιακά έννομα αγαθά, κρίσιμο μέγεθος για τον προσδιορισμό της σχετικής αξίας (του αντικειμένου της πράξης, οφέλους ή της βλάβης από αυτή), ως ευτελούς, ιδιαίτερα μεγάλης, ανώτερης ορισμένου ποσού (75.000 Ευρώ ή 15.000 Ευρώ) κ.λ.π., είναι το αντικείμενο της καθεμιάς μερικότερης πράξης και όχι το άθροισμα του αντικειμένου όλων των μερικότερων πράξεων. Με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2721/1999, στο άρθρο 98 του Π.Κ., προστέθηκε και δεύτερη παράγραφος που έχει ως εξής: "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του, στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται, με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Η νεότερη όμως αυτή διάταξη δεν μπορεί να εφαρμοσθεί και στα εγκλήματα της κλοπής αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (άρθρο 372 παρ. 1 περ. α' ΠΚ), που έχουν τελεσθεί προ της 3 - 6 -1999, οπότε άρχισε να ισχύει ο ν. 2721/1999, γιατί είναι προδήλως δυσμενέστερες από τις προηγούμενες, αφού για την επαύξηση της ποινής στη δεύτερη περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 372 ΠΚ λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία των αντικειμένων, ενώ ο αθροιστικός αυτός υπολογισμός ήταν προηγουμένως ανεπίτρεπτος για το σκοπό αυτό (ΟλΑΠ 5/2002). Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο, αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ. 91/2006 απόφασης, τα οποία ως ενιαίο σύνολο αλληλοσυμπληρώνονται παραδεκτώς, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος ....... ήταν υπάλληλος του "Προμηθευτικού Συνεταιρισμού Φαρμακοποιών Πιερίας Περιορισμένης Ευθύνης" από το 1984 και κατά τον Οκτώβριο του 1999 του ανατέθηκαν καθήκοντα προϊσταμένου του υπαλληλικού προσωπικού του εν λόγω συνεταιρισμού. Κατά μήνα Νοέμβριο του 2000 η ταμίας και λογίστρια του συνεταιρισμού ........ διαπίστωσε ότι το ταμείο παρουσίαζε έλλειμμα 60.000 δραχμών και ειδοποίησε σχετικά τα μέλη του Δ.Σ. Επειδή υπήρχαν υπόνοιες για κλοπή χρημάτων από το χρηματοκιβώτιο τα μέλη του Δ.Σ. αποφάσισαν να εγκαταστήσουν περί τα τέλη του 2000 στο χώρο του χρηματοκιβωτίου κρυφή βιντεοκάμερα. Από την παρακολούθηση με το εν λόγω μέσο διαπιστώθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος σε ώρα που τα γραφεία δεν λειτουργούσαν, αφού πήρε το κλειδί από το γραφείο της λογίστριας, όπου αυτό φυλασσόταν, άνοιξε το χρηματοκιβώτιο και αφήρεσε από αυτό ένα χρηματικό ποσό, της τάξεως των 25.000 δραχμών. Ο κατηγορούμενος μετά την εξέλιξη αυτή κλήθηκε από τα μέλη του Δ.Σ., τα οποία και του ανέφεραν ότι κλέβει χρήματα από το ταμείο. Εκείνος αρνήθηκε, όταν όμως του γνωστοποιήθηκε ότι η ενέργειά του για αφαίρεση χρημάτων έχει καταγραφεί σε βιντεοκασέτα παραδέχθηκε, αρχικά, ότι αφαίρεσε μόνο το ποσό των 20.000 δραχμών και εν συνεχεία αναβίβασε το ποσό σε εκείνο των 200.000 δραχμών. Όπως διαπιστώθηκε από τον σχετικό έλεγχο που διενήργησαν στον συνεταιρισμό ορκωτοί λογιστές το ποσό που έχει αφαιρεθεί από το ταμείο του ανωτέρω συνεταιρισμού κατά την χρονική περίοδο 1-1-1999 έως 31-12-1999 ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 13.588.293 δραχμών, ενώ κατά το χρονικό διάστημα 1-11-2000/9-2-2001 φθάνει στο συνολικό ποσό των 211.000 δραχμών. Δηλαδή το συνολικό ποσό, που αφαιρέθηκε από το ταμείο του συνεταιρισμού, φθάνει σε 13.799.293 δραχμές, που είναι ιδιαίτερα μεγάλο. Το ποσό αυτό, καθώς αποδείχθηκε από τα αναφερόμενα στην αρχή αποδεικτικά μέσα, το αφαίρεσε σε διάφορες ημερομηνίες των πιο πάνω χρονικών διαστημάτων ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος και το ενσωμάτωσε στην περιουσία του. Για την αφαίρεση των ποσών χρησιμοποιούσε, χωρίς· να έχει δικαίωμα προς· τούτο το κλειδί του χρηματοκιβωτίου, το οποίο έπαιρνε από το συρτάρι του γραφείου του ταμία και λογιστή, εν αγνοία αυτού και σε ώρα που τα γραφεία δεν λειτουργούσαν. Η κρίση του Δικαστηρίου ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είναι ο δράστης της αφαίρεσης του πιο πάνω ποσού των 13.799.293 δραχμών στηρίζεται στις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ......., ......., ........, ...... και ....... και, κυρίως, εκείνες των δύο τελευταίων μαρτύρων, από τις οποίες προκύπτει τόσο το γεγονός της απεικόνισης του πρώτου κατηγορουμένου στην βιντεοκασέτα να παίρνει χρήματα από το χρηματοκιβώτιο, πράγμα άλλωστε που αυτός συνομολόγησε, όσο και το γεγονός ότι ο τελευταίος δεν αμφισβήτησε σε σχετικές συναντήσεις που είχε με τους εν λόγω μάρτυρες, ότι το συνολικό αφαιρεθέν από αυτόν ποσό ανέρχεται σε 13.799.293 δραχμές, το οποίο μάλιστα και αρχικά υποσχέθηκε να καταβάλει μέχρι 30-4-2001, ενώ στην συνέχεια μετέβαλε στάση και αρνείτο την αφαίρεση του ποσού αυτού. Ο πρώτος κατηγορούμενος κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου απολογία του αρνήθηκε την πράξη της κλοπής και ισχυρίστηκε ότι από το χρηματοκιβώτιο του συνεταιρισμού έχει πάρει μόνο τρεις φορές χρηματικά ποσά και συγκεκριμένα την πρώτη 25.000 δραχμές και τις άλλες δύο από 10.000 δραχμές, τούτο όμως το έπραξε για να πληρώσει διάφορους φορτοεκφορτωτές που μετέφεραν φάρμακα. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε ότι είναι βάσιμος, ενώ εξάλλου, καθώς αποδείχθηκε από τα αναφερόμενα στην αρχή αποδεικτικά μέσα, ο κατηγορούμενος δεν είχε δικαίωμα να παίρνει χρήματα από το χρηματοκιβώτιο, στο οποίο, άλλωστε, δεν είχε πρόσβαση, αφού μόνο ο ταμίας-λογιστής μπορούσε να το ανοίξει με κλειδί, που ο ίδιος κρατούσε και το οποίο κατά τις ώρες που τα γραφεία ήταν κλειστά το τοποθετούσε σε ένα ερμάριο του γραφείου του. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της κλοπής, της οποίας το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλο". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο Θεσ/νίκης, δεν διέλαβε την απαιτούμενη από τις εκτεθείσες ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ενώ παράλληλα στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, ενώ δέχεται στο σκεπτικό και στο διατακτικό ότι η πράξη της κλοπής αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας έχει τελεσθεί εξακολουθητικά, δεν αναφέρει τις μερικότερες πράξεις και πολύ περισσότερο την αξία του αντικειμένου της καθεμιάς που έχουν τελεσθεί προ της 3-6-1999, αλλά περιορίζεται μόνο στην αποτίμηση της συνολικής αξίας των κλαπέντων κινητών πραγμάτων ολοκλήρου του έτους 1999 (1-1-99 έως 31-12-1999), με αποτέλεσμα, ενόψει της παραδοχής ότι το αντικείμενο της εξακολουθητικά τελεσθείσης κλοπής ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 13.588.293 (για το έτος 1999) δραχμές και το ποσό αυτό καθιστά το αντικείμενο της κλοπής ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, να μη γίνεται φανερό αν το αντικείμενο και κάθε μερικότερης πράξης της κλοπής προ της 3-6-1999 είναι και αυτό ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Κι αυτό γιατί, όπως εκτέθηκε, κρίσιμο μέγεθος για τον προσδιορισμό της σχετικής αξίας του αντικειμένου της πράξης, ως ιδιαίτερα μεγάλης είναι το αντικείμενο της καθεμιάς μερικότερης πράξης και όχι το άθροισμα του αντικειμένου όλων των μερικότερων πράξεων για το προ της 3-6-1999 χρονικό διάστημα. Η έλλειψη αυτή δημιουργεί ασάφεια που καθιστά την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ελλιπή και τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής της εφαρμοσθείσης διάταξης του άρθρου 372 παρ. 1 ΠΚ ανέφικτο. Επομένως είναι βάσιμοι κατ' εκτίμηση αυτών οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε που εξετάζονται και αυτεπαγγέλτως, σχετικοί λόγοι της αναιρέσεως. Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως το οποίο θα αποφανθεί και για την τυχόν παραγραφή ορισμένων επί μέρους πράξεων του ως άνω κατ' εξακολούθηση εγκλήματος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 91/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ