Αριθμός 1715/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Α. Ψ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βασιλείου, ο οποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 17-1-2020 και προσθήκη στις 29-9-2023. Της αναιρεσίβλητης - καθής η αίτηση: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΟΤΕ Α.Ε.", που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις στις 17-1-2020 και στις 11-10-2022. Κοινοποιούμενη η κλήση στην πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "..., η οποία εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-2-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με την προφορικά και με τις προτάσεις ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία ".... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2363/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2938/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 14-1-2019 αίτησή του, η οποία συζητήθηκε στις 14-1-2020 χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Σύμφωνα με το άρθρο 307 του Κ.Πολ.Δ. και την 168/2022 πράξη του Προέδρου του Β'2 τμήματος του Αρείου Πάγου η υπόθεση συζητήθηκε και εκδόθηκε η 2113/2022 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 11-5-2023 κλήση του καλούντος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 11-5-2023 με αριθμ.καταθ.53/12-5-2023 κλήση του αναιρεσείοντος νόμιμα φέρεται προς συζήτηση στην προκείμενη δικάσιμο η εκ μέρους του ασκηθείσα, από 14-1-2019 και με αριθ. κατάθ.440/31/15-1-2019 αίτηση αναίρεσης, μετά την έκδοση της υπ'αριθμ. 2113/2022 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου που είχε κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτησή της, στις 11-10-2022, λόγω μη κλήτευσης της προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ του (ήδη αναιρεσείοντος), ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "...". Με την ανωτέρω, υπό κρίση, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθ. 2938/14-6-2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη αυτή απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε την από 25-1-2016 με αριθ. καταθ.349/2016 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας και την από 25-1-2016 με αριθμ.καταθ.369/2016 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, υπέρ του οποίου είχε ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση η πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "...", δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις, απέρριψε τη δεύτερη έφεση κατ'ουσία, δέχθηκε κατ'ουσία την πρώτη έφεση (της αναιρεσίβλητης), εξαφάνισε την, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια διαδικασία, πρωτόδικη, με αριθ.2363/5-11-2015, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που είχε δεχθεί κατ'ουσία την από 3-2-2012 και με αριθ. κατάθ.28525/ 547/2012 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος (ως προς το κεφάλαιο χρηματικής ικανοποίησης, ποσού 5.000 ευρώ της ηθικής του βλάβης λόγω καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης), και δικάζοντας επί της αγωγής κατά το άνω μέρος, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης και από τη δημοσίευση της τελευταίας (14-6-2018) μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με κατάθεσή της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (15-1-2019), δεν παρήλθε διετία (άρθ. 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Περαιτέρω, για το παραδεκτό της συζήτησής της κλήθηκε για την προκείμενη δικάσιμο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 81 παρ.3 ΚΠολΔ, η προσθέτως παρεμβαίνουσα υπέρ του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του πρωτοβαθμίου και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσείοντα, με αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Α. Κ.. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 7 εδ. α του ν. 2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 και 652 Α.Κ. μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη που γίνεται χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού και χωρίς ο εργοδότης να έχει τέτοια ευχέρεια από όρο της συμβάσεως ή το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχειρήσεως. Για την εφαρμογή όμως της άνω διατάξεως του άρθρου 7 εδ. α του ν. 2112/1920 δεν αρκεί μόνο η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής αλλά απαιτείται επί πλέον να είναι και βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η μονομερής αυτή μεταβολή των όρων εργασίας δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της συμβάσεως και γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, ο εργοδότης μπορεί να μεταβάλει τους όρους παροχής της εργασίας, έστω και σε βάρος του μισθωτού, ο οποίος προστατεύεται μόνο από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. που απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος. Ειδικότερα ο εργοδότης ασκώντας το εκπορευόμενο από τη διάταξη του άρθρου 652 Α.Κ. διευθυντικό του δικαίωμα έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρέωσης του μισθωτού για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση. Δηλαδή ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης, έχει την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα απ' αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι' αυτήν κριτήρια. Ο μονομερής όμως προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης με βάση το διευθυντικό δικαίωμά του πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχειρήσεως. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών αλλά άλλων, άσχετων, με αυτούς, επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος. Και τούτο διότι η καλή πίστη επιβάλλει στο φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη, κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους. Τούτο ιδίως επιβάλλεται επί συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπληρώσεως της παροχής από το μισθωτό αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία του εργοδότη στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών. Εξ άλλου μόνο το γεγονός της παροχής επί σειρά ετών της εργασίας σε ορισμένο τόπο ή χρόνο, δεν σημαίνει, χωρίς άλλο, και ότι δημιουργήθηκε σιωπηρά συμβατικός όρος για την απασχόληση του εργαζομένου μόνο στον τόπο αυτό ή στο συγκεκριμένο ωράριο, ώστε η αλλαγή τους, που γίνεται από τον εργοδότη στα πλαίσια του διευθυντικού του δικαιώματος, να συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή. Για να συμβεί τούτο απαιτείται να συντρέχουν και άλλα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να συνάγεται σαφώς πρόκληση υλικής ή ηθικής ζημίας του μισθωτού ή καταχρηστική άσκηση του εκπορευόμενου από τη ρηθείσα διάταξη διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη. Από συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652, 656, 349-351, 288 Α.Κ., 7 εδ. α ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της συμβάσεώς του δεν επιφέρει τη λύση αυτής ούτε υποχρεώνει το μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του αλλά εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του προβεί κατά κατάχρηση αυτού στον προσδιορισμό της παροχής εργασίας, ο μισθωτός έχει τα διαζευκτικά τα δικαιώματα: α) ν' αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως άτακτη εκ μέρους του καταγγελία της εργασιακής σύμβασης και αποχωρώντας από την εργασία του ν' απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης που προβλέπεται από το ν. 2112/1920 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας την αντίθεσή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 133/2021, ΑΠ 632/2020, ΑΠ 104/2017, ΑΠ 1322/2017, ΑΠ 447/2015, ΑΠ 130/2016) και επιπρόσθετα, μπορεί να αξιώσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των 59, 281, 288, 648, 652, 914, 932 του ΑΚ, χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του, λόγω της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασίας του και της καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος του υπαιτίου εργοδότη. (ΑΠ 1122/2021, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 132/2016, ΑΠ 1252/2014). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 648 παρ.1 ΑΚ εργοδότης στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αφ' ενός δικαιούται να αξιώσει από τον εργαζόμενο την παροχή της συμφωνημένης εργασίας και αφ' ετέρου υποχρεούται να πληρώσει προς αυτόν τον συμφωνημένο μισθό. Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου αυτού με εκείνες των άρθρων 361 και 651 ΑΚ συνάγεται ότι είναι δυνατόν με συμφωνία ή συναίνεση του εργαζόμενου οι υπηρεσίες του τελευταίου να παρέχονται για ορισμένο χρόνο σε άλλο εργοδότη (δανεισμός εργασίας). Η εν λόγω συναίνεση μπορεί να είναι και σιωπηρή, να συνάγεται δηλαδή από τη συμπεριφορά του εργαζόμενου, ο οποίος προσέρχεται και προσφέρει την εργασία του σε τρίτο. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον δεν υπάρχει ειδικότερη συμφωνία μεταξύ αρχικού εργοδότη, εργαζόμενου και τρίτου, η οποία να ρυθμίζει κατά τρόπο διαφορετικό τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις, αντισυμβαλλόμενος παραμένει ο αρχικός εργοδότης. Η εργασιακή σχέση εξακολουθεί να υφίσταται με τον αρχικό εργοδότη, στην εξουσία του οποίου ανήκει το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης, αυτός δε βαρύνεται συγχρόνως με όλες τις υποχρεώσεις από την σύμβαση εργασίας, δηλαδή την καταβολή του μισθού, των αποδοχών αδείας, επιδομάτων εορτών κλπ. Συνεπώς, δημιουργείται εν προκειμένω μία τριγωνική σχέση που εντάσσεται στις τριμερείς σχέσεις εργασίας, στο πλαίσιο των οποίων ένα τρίτο πρόσωπο δίχως να είναι συμβαλλόμενος στην σύμβαση εργασίας παρεμβάλλεται στη σχέση εργασίας και αποκτά ορισμένες εργοδοτικές εξουσίες και υποχρεώσεις. Για την έννοια του δανεισμού δεν έχει σημασία η βραχυχρόνια ή μακροχρόνια απομάκρυνση (παραχώρηση) του εργαζομένου από τον αρχικό εργοδότη του, με τον οποίο δεν αποκόπτεται ο ενοχικός δεσμός και ο οποίος εξακολουθεί να βαρύνεται με τις υποχρεώσεις από την σύμβαση εργασίας, κατά τα προεκτεθέντα, εκτός και εάν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, ο δε εργοδότης που δανείζεται τον μισθωτό ασκεί κατά την διάρκεια της παραχώρησης το διευθυντικό δικαίωμα με τους περιορισμούς και το περιεχόμενο που θα το ασκούσε ο αρχικός εργοδότης. Το διευθυντικό δε δικαίωμα που ανήκει στον τρίτο δεν επιτρέπεται να προσκρούει στη σύμβαση εργασίας που έχει συναφθεί με τον αρχικό εργοδότη, ενώ οι όροι της σύμβασης εργασίας που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ εργαζομένου και αρχικού εργοδότη δεσμεύουν και τον τρίτο, ο οποίος δεν επιτρέπεται να επιφέρει μονομερή βλαπτική μεταβολή. Τέλος, υποχρεώσεις και δικαιώματα που δεν απορρέουν από την αρχική σύμβαση, αλλά προκύπτουν το πρώτον κατά την διάρκεια του δανεισμού δεσμεύουν μόνον τον τρίτο και τον εργαζόμενο, εφόσον δεν υφίσταται ειδικότερη συμφωνία για το αντίθετο. (ΑΠ 2041/2022, ΑΠ 141/2022, ΑΠ 755/2020, ΑΠ 1269/2018). Περαιτέρω, ο όμιλος εταιριών (βλ. άρθρο 42Ε παρ. 5 ν. 2190/20 όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο (πριν από κατάργηση του από 1.1.2019 με το ν.4548/2018) και οδηγία 94-145/ΕΚ του Συμβουλίου της 22.9.1994) χαρακτηρίζεται από κοινή διεύθυνση, κοινή οικονομική πολιτική, κοινή χρηματοδότηση, δηλ. κοινά οικονομικά συμφέροντα. Ενώ συντίθεται από πολλά αυτοτελή νομικά πρόσωπα, αποτελεί μια οικονομική ενότητα. Ο όμιλος εταιριών κατά το ελληνικό δίκαιο δεν μπορεί να θεωρηθεί, όμως, ενιαίος εργοδότης, έτσι που για διάφορα δικαιώματα του μισθωτού να είναι υπεύθυνες όλες οι εταιρίες ανεξαρτήτως του ποια εταιρία τον απασχολεί σε κάθε συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Έτσι, επί ομίλου εταιριών, που έχουν κοινά οικονομικά συμφέροντα, ακόμη και στην περίπτωση που η σύμβαση εργασίας του μισθωτού καταρτίστηκε με μία από τις εταιρίες του ομίλου και η αξιοποίηση της εργασίας του γίνεται και από άλλες εταιρίες του ίδιου ομίλου, εργοδότης παραμένει η αντισυμβαλλόμενη του μισθωτού εταιρία (ΑΠ 10/2018, ΑΠ 1222/2003). Για τη θεμελίωση δε ευθύνης της μητρικής εταιρίας, προς προστασία των εργαζομένων ως εταιρικών δανειστών, δεν αρκεί η κατοχή από αυτήν του συνόλου των μετοχών της θυγατρικής της, εντός του ιδίου ομίλου, εταιρίας, και η εντεύθεν καθοριστική συμβολή της στη λήψη εταιρικών αποφάσεων και η εν γένει ταύτιση των συμφερόντων τους, λόγω της αυτοτέλειας των νομικών τους προσώπων, για την άρση δε αυτής απαιτείται η συνδρομή πρόσθετων περιστατικών που να θεμελιώνουν, κατά τα άρθρα 281, 288 και 200 ΑΚ, κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου (ΑΠ 1091/2021, ΑΠ 1090/2021, ΑΠ 1089/2021). Μόνη η οικονομική αλληλεξάρτηση των ανηκόντων στον ίδιο όμιλο εταιριών, και η χάραξη κοινής πολιτικής για την αντιμετώπιση των εργασιακών σχέσεων δεν αρκεί για να θεωρηθούν ως κοινές εργοδότριες των εργαζομένων τους, αφού το γεγονός αυτό δεν αναιρεί την αυτοτέλειά τους ώστε να καταστήσει κάθε μία από αυτές εργοδότρια των εργαζομένων στις άλλες εταιρίες (ΑΠ 1222/2003). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, Ολ.ΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/ 2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27/1998). Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013). Δηλαδή, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 8/2018, ΑΠ 1285/2021). Περαιτέρω, με τη διάταξη του αριθμού 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, AΠ 902/2019). Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Ο ενάγων [και ήδη αναιρεσείων] είναι Ηλεκτρολόγος Μηχανικός, πτυχιούχος της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου ..., κατέχει από το 1979 άδεια άσκησης Τεχνολόγου Ηλεκτρολόγου Μηχανικού και από το 1983 άδεια άσκησης επαγγέλματος διπλωματούχου Ηλεκτρολόγου Μηχανικού και είναι εγγεγραμμένος στα Μητρώα Εμπειρίας Κατασκευαστών (ΜΕΚ) της Γραμματείας Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων στη Β' Τάξη για Ηλεκτρομηχανολογικά έργα και στην Α' τάξη για υδραυλικά υπό πίεση έργα και βιομηχανικά - ενεργειακά έργα. Στην εναγομένη [και ήδη αναιρεσίβλητη] ανώνυμη εταιρία (ΟΤΕ ΑΕ) είχε εργασθεί ως έκτακτος ημερομίσθιος εργάτης, με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από τις 28-9-1988 έως τις 6-12-1988. Στη συνέχεια, από τις 16-1-1989 προσελήφθη με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, πλήρους απασχόλησης, ως έκτακτος Τηλεπικοινωνιακός Μηχανικός και από την 1-6-1989 μονιμοποιήθηκε, ενταχθείς στο Τεχνικό Προσωπικό της εναγομένης, με ειδικότητα Τηλεπικοινωνιακών Μηχανικών, στο βαθμό Α4Τ/ΤΛ. Από την παραπάνω ημερομηνία έπαυσε να ισχύει η σύμβαση εργασίας του ως εκτάκτου υπαλλήλου και η σχέση του με την εναγομένη διέπεται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του ΓΚΠ - ΟΤΕ. Στην εναγομένη απασχολήθηκε ο ενάγων έως και το Δεκέμβριο του 2000, ως υπεύθυνος κατά το νόμο Επιβλέπων Μηχανικός στις κατασκευές Δομικών Η/Μ Εγκαταστάσεων των κτιρίων της. Με την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Γενικού Διευθυντή Διοίκησης και Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγομένης, ο ενάγων αποσπάσθηκε, μετά από αίτηση του και σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 9 Κεφ. Β, παρ. 7 του κατ' εκείνο το χρόνο ισχύοντος ΓΚΠ - ΟΤΕ, που είχε τεθεί σε ισχύ με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, στη θυγατρική εταιρία της εναγομένης, με την επωνυμία "..." και με το διακριτικό τίτλο "...". Σχετικά υπεγράφη η από 4-12-2000 σύμβαση για απόσπαση υπαλλήλου, με την οποία ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει στο εξής και για αόριστο χρονικό διάστημα τις υπηρεσίες του στην παραπάνω θυγατρική εταιρία του ΟΤΕ, υποκείμενος στο διευθυντικό δικαίωμα του νέου εργοδότη. Ρητά συμφωνήθηκε ότι η σύμβαση εργασίας του θα συνεχίσει να διέπεται από τις διατάξεις του ισχύοντος ΓΚΠ - ΟΤΕ, αποκλειομένης της μεταβολής της προς το χειρότερο, ότι θα ακολουθεί το ωράριο εργασίας του κανονισμού ωρών εργασίας προσωπικού ΟΤΕ, ότι η μισθοδοσία του βαρύνει τη θυγατρική εταιρία, αλλά θα συνεχίσει να καταβάλλεται από τον ΟΤΕ και θα εξοφλείται από τη θυγατρική με την έκδοση τιμολογίου παροχής υπηρεσιών και ότι, εάν από το εν γένει εργασιακό καθεστώς του κατά τη διάρκεια της απόσπασής του στη θυγατρική εταιρία (...) προκληθούν οποιασδήποτε φύσεως δικαιώματα μισθολογικών και λοιπών οικονομικών παροχών, πέραν αυτών που θα εδικαιούτο εάν εργαζόταν στον ΟΤΕ σε συνήθεις συνθήκες, η ικανοποίηση των δικαιωμάτων και παροχών αυτών βαρύνουν αποκλειστικά την ... και θα καταβάλλονται απευθείας από αυτήν χωρίς τη μεσολάβηση του ΟΤΕ. Από την 1-11-2001 ο ενάγων απασχολήθηκε στην προαναφερθείσα θυγατρική της εναγόμενης, ως Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Αξιοποίησης και Ανάπτυξης Ακινήτων, λαμβάνοντας από την 1-10-2004, πέραν των λοιπών αποδοχών του. μηνιαίο ποσόν αρχικά 1.800 Ευρώ και μετά από αναπροσαρμογές 2.700 Ευρώ, που χορηγήθηκε με την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της θυγατρικής, ως Έξοδα Κίνησης και Παράστασης Προϊσταμένου, στους Προϊσταμένους των Οργανικών Μονάδων της. Περαιτέρω, με το άρθρο 38 § 3 του Ν. 3522/2006 τέθηκε σε ισχύ ο νέος Εσωτερικός Κανονισμός Προσωπικού της εναγομένης (ΕΚΠ - ΟΤΕ), ο οποίος κατήργησε (πλην εξαιρέσεων που δεν ενδιαφέρουν εδώ) το προϋφιστάμενο περί Κανονισμού εργασίας καθεστώς του ΟΤΕ (ΓΚΠ - ΟΤΕ) που είχε τεθεί σε εφαρμογή με την από 10-6-1999 Επιχειρησιακή ΣΣΕ (.....). Σύμφωνα με τον έχοντα ισχύ τυπικού νόμου ΕΚΠ - ΟΤΕ: α) Η εταιρία μπορεί ανάλογα με τις ανάγκες της και μέσα στα πλαίσια και τους περιορισμούς του νόμου και της ατομικής σύμβασης εργασίας - περιλαμβανομένης και της απαγόρευσης μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της - να τοποθετεί σε οποιαδήποτε θέση και να αναθέτει οποιαδήποτε καθήκοντα σε οποιονδήποτε εργαζόμενο κατά τη διακριτική της ευχέρεια (άρθρο 3), β) Ανεξάρτητα από τον τόπο και τη μονάδα στην οποία αρχικά παρείχαν ή μεταγενέστερα παρείχαν τις υπηρεσίες τους, η εταιρία δικαιούται να μεταθέσει ελεύθερα τους εργαζόμενους στα διάφορα τμήματα, διευθύνσεις, θέσεις και εργασίες του ίδιου ή άλλων καταστημάτων της, στην ίδια ή άλλη πόλη. Οι ανωτέρω μεταθέσεις γίνονται μέσα στα πλαίσια και τους περιορισμούς των σχετικών διατάξεων του Ελληνικού Εργατικού Νόμου, απαγορευομένης της βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας (άρθρο 10 § 1) και γ) Η χορήγηση στον εργαζόμενο από την εταιρία οποιοσδήποτε τίτλου και/ή δικαιώματος εκπροσώπησης της εταιρίας και/ή υπογραφής γίνεται πάντοτε αποκλειστικά και μόνο για την εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών αναγκών της, δεν συνδέεται με ορισμένη θέση ή βαθμό ούτε με οποιαδήποτε συγκεκριμένα καθήκοντα, δεν συνεπάγεται την απόκτηση οποιοσδήποτε δικαιώματος από τον εργαζόμενο - ανεξάρτητα από το διάστημα κατά το οποίο διήρκησε η χορήγηση - και μπορούν να ανακληθούν οποτεδήποτε (άρθρο 11). Από τη θέση σε ισχύ του ως άνω ΕΚΠ - ΟΤΕ (άρθρο 38 Ν. 3522/2006, ΦΕΚ Α' 276/22-12-2006) η εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος διέπεται απ' αυτόν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 2 αυτού. Με την υπ' αριθμ. 42/Δ.189/12-2-2007 Απόφαση του Προέδρου του Δ.Σ. και Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης, με την οποία καθορίσθηκαν το πλαίσιο και οι διαδικασίες για την εφαρμογή των διατάξεων του νέου ΕΚΠ - ΟΤΕ, ορίσθηκε η διαδικασία επιστροφής στον ΟΤΕ του δανεισθέντος σε θυγατρικές του εταιρίες προσωπικού, η οποία γίνεται, σύμφωνα με την απόφαση αυτή, είτε με αίτηση του δανεισθέντος προσωπικού, είτε μετά από πρόταση της θυγατρικής εταιρίας, είτε με ανάκληση από τον ΟΤΕ λόγω υπηρεσιακών αναγκών, χωρίς στις δύο τελευταίες περιπτώσεις να απαιτείται και η συναίνεση του εργαζομένου. Εξάλλου, την αρμοδιότητα για τη λήψη της απόφασης περί διακοπής του δανεισμού του εργαζόμενου σε θυγατρική εταιρία της εναγομένης (ΟΤΕ ΑΕ), το Δ.Σ. αυτής ανέθεσε, με την υπ' αριθμ. ... απόφασή του, στο Γενικό Διευθυντή Ανθρωπίνου Δυναμικού. Με το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφό της προς το Γενικό Διευθυντή Ανθρωπίνου Δυναμικού της εναγομένης, η Διευθύνουσα Σύμβουλος της θυγατρικής της εταιρίας, στην οποία απασχολείτο ο ενάγουν, ζήτησε τη διακοπή της απόσπασής του από τις 20-9-2010, αναφέροντας σχετικά ότι η ανάγκη επαναπροσδιορισμού και επικαιροποίησης των στόχων της εταιρίας (ενν. θυγατρικής), ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί με επιτυχία στην υφισταμένη σύνθετη οικονομική συγκυρία, υπαγορεύουν τη στελέχωση της θέσης που κατείχε ο ενάγων από στέλεχος με εξειδικευμένη τεχνογνωσία και εμπειρία στον τομέα της αξιοποίησης, ανάπτυξης και μίσθωσης ακινήτων. Μετά την υποβολή του ως άνω αιτήματος της θυγατρικής εταιρίας, εκδόθηκε υπ' αριθμ. ... απόφαση του Γενικού Διευθυντή Ανθρωπίνου Δυναμικού της εναγομένης, με την οποία διακόπηκε, από τις 20-9-2010, ο δανεισμός του ενάγοντος στη θυγατρική εταιρία της εναγομένης (...) και από τις 21-9-2010 τοποθετήθηκε αυτός ως στέλεχος στην Υποδιεύθυνση ... του ΟΤΕ. Το έργο της ως άνω Υποδιεύθυνσης συνίσταται στην υποστήριξη του Διευθύνοντος Συμβούλου, των Γενικών Διευθυντών και της Διεύθυνσης Σχέσεων με τους μετόχους, από πλευράς γραμματείας, οικονομικής διαχείρισης, διοικητικής μέριμνας και προσωπικού, στη διαχείριση θεμάτων ειδικών συνδέσεων και ζευγών του δικτύου ασφαλείας, στη μέριμνα για την τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων προς τις εταιρίες ... κλπ, στο συντονισμό των υπηρεσιακών λειτουργιών που είναι αρμόδιες για θέματα Διεθνών Οργανισμών και στη διαχείριση των εταιρικών επιβατικών αυτοκινήτων. Στην Υποδιεύθυνση αυτή υπηρέτησε ο ενάγων έως τις 22-4-2013, οπότε και μετά από απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου, μετατέθηκε, ως στέλεχος και πάλι, στην Υποδιεύθυνση ..., για την κάλυψη των αυξανόμενων υπηρεσιακών αναγκών της τηλεόρασης του ΟΤΕ (OTETV), ενώ από την 1-8-2013 και καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα (έως τον Οκτώβριο του 2014) υπηρέτησε ως στέλεχος στην Υποδιεύθυνση ... .... Το έργο της Υποδιεύθυνσης ..., στην οποία υπηρέτησε ο ενάγων από τις 9-5-2013 έως τις 31-7-2013, συνίστατο στην επίτευξη ..., μέσω απευθείας επαφών με πελάτες, διερεύνησης των ιδιαιτέρων αναγκών τους, παρουσίασης και προσφοράς των σχετικών πακέτων δορυφορικής τηλεόρασης, στην παρακολούθηση της επίτευξης των στόχων πωλήσεων και στη χαρτογράφηση και καταγραφή γεωγραφικών περιοχών ανά πωλητή. Από την 1-8-2013 και εφεξής, ο ενάγων υπηρέτησε, όπως προαναφέρθηκε, στην Υποδιεύθυνση ... ..., έργο της οποίας είναι ο σχεδιασμός, η αξιολόγηση και ανανέωση της μεθοδολογίας πωλήσεων D2D του ΟΤΕ, ο σχεδιασμός, η υλοποίηση και αξιολόγηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων για την κάλυψη σχετικών αναγκών της Διεύθυνσης, ο σχεδιασμός της μεθοδολογίας βελτίωσης των δεξιοτήτων των πωλητών D2D, η διαχείριση του προγράμματος Winner's Circle για λογαριασμό της Διεύθυνσης, η δημιουργία και αξιοποίηση βάσης δεδομένων πελατών και ο σχεδιασμός και η ανάπτυξη προγραμμάτων πλήρους αξιοποίησης του προσωπικού της. Στην υπηρεσία αυτή έχουν μετατεθεί και υπηρετούν, πλην του ενάγοντος και άλλοι Τηλεπικοινωνιακοί Μηχανικοί, όπως η Π. Π., η Ε. Π., ο Β. Τ. και ο Α. Μ.. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με την προαναφερθείσα, υπ' αριθμ. 42/Δ. 189/2007 απόφαση του Προέδρου του Δ.Σ. και Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης, με την οποία καθορίσθηκαν το πλαίσιο και οι διαδικασίες εφαρμογής των διατάξεων του ισχύοντος από το 2006 ΕΚΠ/ΟΤΕ, το προσωπικό εκτελεί το είδος της εργασίας που καθορίζεται στη σύμβαση εργασίας του, καθώς και το έργο των πωλήσεων και της πληροφορικής, στην εργασία του δε συμπεριλαμβάνεται κάθε άλλο έργο που αναλαμβάνει και εκμεταλλεύεται η εναγομένη μέσα στις Υπηρεσιακές Λειτουργίες της. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η διακοπή της απόσπασης του ενάγοντος στη θυγατρική της εναγόμενης εταιρία "..." έλαβε χώρα καθ' όλα σύννομα και με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης. Δεδομένου δε ότι ο δανεισμός των υπηρεσιών του ενάγοντος είχε συμφωνηθεί για αόριστο χρόνο, μπορούσε να ανακληθεί οποτεδήποτε, χωρίς ύπαρξη σπουδαίου λόγου και χωρίς ανάγκη αιτιολογίας, που δεν προβλέπονται από καμμία διάταξη. Επίσης, δεν αποδείχθηκαν περιστατικά που να καθιστούν την εν λόγω απόφαση αντίθετη προς τα υπηρεσιακά συμφέροντα της εναγομένης και ως εκ τούτου καταχρηστική, ενώ ούτε ο ενάγων επικαλέσθηκε τέτοια περιστατικά, πέραν της γενικής αναφοράς ότι η διακοπή της απόσπασής του, που είχε ως συνέπεια την παύση άσκησης εκ μέρους του των αρμοδιοτήτων και καθηκόντων του Προϊσταμένου Διεύθυνσης, έγινε χωρίς να υπαγορεύεται από το συμφέρον της υπηρεσίας. Εξάλλου, η άσκηση εκ μέρους του ενάγοντος των ανωτέρω καθηκόντων Προϊσταμένου Διεύθυνσης, κατά το χρονικό διάστημα που διήρκεσε η απόσπασή του στη θυγατρική της εναγομένης εταιρία, συνιστά βελτίωση της θέσης του από εκείνον που δανείσθηκε την εργασία του και ασκούσε επ' αυτού το διευθυντικό δικαίωμα κατά το διάστημα του δανεισμού, (καθόσον πριν την απόσπασή του στην "...", δεν είχε αναλάβει τούτος θέσεις ευθύνης στην εναγομένη), ανάγεται δε στις ιδιαίτερες σχέσεις του με τη δανεισθείσα την εργασία του θυγατρική εταιρία της εναγόμενης και δεν επηρεάζει την ατομική σύμβασή του με την τελευταία, η οποία ούτε προβλέπει ότι η παροχή των υπηρεσιών του θα γίνεται από θέσεις ευθύνης, όπως αυτή του Προϊσταμένου Διεύθυνσης, ούτε τροποποιήθηκε σιωπηρά από την άσκηση εκ μέρους του τέτοιαν καθηκόντων στη θυγατρική εταιρία, όπως αβάσιμα υποστηρίζει αυτός (....) Κατά συνέπεια, η μη ανάθεση στον ενάγοντα, μετά την επιστροφή του στην εναγομένη, καθηκόντων Προϊσταμένου Διεύθυνσης και η απασχόληση του ως απλού υπαλλήλου, στις υπηρεσίες και με τα έργα που αναφέρθηκαν παραπάνω, έγινε σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 10 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο Εσωτερικού Κανονισμού Προσωπικού του ΟΤΕ και τις αποφάσεις της διοίκησης της εναγομένης, που καθορίζουν το πλαίσιο και τις διαδικασίες εφαρμογής του εν λόγω ΕΚΠ/ΟΤΕ, κατ' ενάσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος, το οποίο δεν περιορίζεται, ως προς το είδος των ανατιθέμενων εκάστοτε στον ενάγοντα καθηκόντων, ούτε από την ατομική σύμβαση εργασίας του, ούτε από διάταξη νόμου, κανονισμού ή ΣΣΕ. Περαιτέρω, η ύπαρξη των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του μισθωτού για ανάληψη ανώτερης θέσης, δεν καθιστά την παράλειψη του εργοδότη να τον τοποθετήσει σε τέτοια θέση καταχρηστική, αφού, με βάση το από το άρθρο 652 του ΑΚ διευθυντικό δικαίωμα, τούτος (εργοδότης) κρίνει και αποφασίζει πώς εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον της επιχείρησής του. Μόνον δε όταν αποδεικνύεται ότι οι ενέργειές του υπαγορεύονται από επίμεμπτα κίνητρα, άσχετα με το εν λόγω συμφέρον και τη θεμιτή επιδίωξή του (π.χ. προσωπική εμπάθεια, εκδικητικότητα, κομματική παρέμβαση ή άλλα παρεμφερή), η άσκηση του διευθυντικού του δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα ακραία αξιολογικά όρια που τάσσει η διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Εν προκειμένω, δεν αποδείχθηκαν περιστάσεις που να καθιστούν αδικαιολόγητη και αντίθετη προς τα υπηρεσιακά συμφέροντα της εναγομένης τη μη τοποθέτηση του ενάγοντος σε θέση Προϊσταμένου Διεύθυνσης, μετά την επιστροφή του από τη θυγατρική της εταιρία, ούτε και ο ίδιος επικαλείται τέτοιες, χαρακτηρίζοντας μάλιστα τα κίνητρα της εναγομένης ως "ανεξήγητα". Κατ'ακολουθία των ανωτέρω δεν υπήρξε μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του ενάγοντος (...), όσον αφορά, ειδικότερα, το αιτούμενο για τα έξοδα κίνησης - παράστασης Προϊσταμένου ποσόν, που ελάμβανε ο ενάγων κατά τη διάρκεια της απόσπασής του στη θυγατρική της εναγομένης εταιρία, αποτελεί μισθολογική παροχή που βαρύνει αποκλειστικά την "..."...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο α) έκρινε ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή ως προς τα αιτήματά της για την αναγνώριση ύπαρξης μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και καταδίκης της εναγομένης, στην αποδοχή των υπηρεσιών του ως Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Αξιοποίησης και Ανάπτυξης Ακινήτων, άλλως ως Προϊσταμένου στάθμης Διεύθυνσης και στην καταβολή αποζημίωσης ποσού 129.600 ευρώ για το απωλεσθέν, εξαιτίας της μη άσκησης καθηκόντων Προϊσταμένου, ποσό των εξόδων κίνησης και παράστασης Προϊσταμένων και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση του ενάγοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει όμοια και είχε απορρίψει την αγωγή κατά το μέρος αυτό ως ουσιαστικά αβάσιμη και β) αφού έκρινε ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή ως προς το αίτημά της για επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης του ενάγοντος λόγω παράνομης προσβολής της προσωπικότητάς του από την καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, δέχθηκε κατ'ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί κατ'ουσίαν την αγωγή κατά το μέρος τούτο, δίκασε επί της αγωγής κατ'αυτό, και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 του ν.2112/1920 και 281 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άνω διατάξεων, καθόσον σύμφωνα με τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές της, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούσαν τη μη εφαρμογή τους και την απόρριψη της έφεσης του ενάγοντος, την παραδοχή της έφεσης της εναγομένης και την απόρριψη της αγωγής. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι: α) ο ενάγων, ηλεκτρολόγος μηχανικός πτυχιούχος πολυτεχνικής σχολής, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, διεπομένη από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του ΓΚΠ-ΟΤΕ, απασχολήθηκε από την εναγομένη, με την ειδικότητα Τηλεπικοινωνιακού Μηχανικού, από 1-6-1989 έως Δεκέμβριο 2000, ως υπάλληλος, χωρίς ποτέ να του ανατεθεί θέση ευθύνης-Προϊσταμένου Διεύθυνσης β) στις 4-12-2000, μετά από αίτησή του, στα πλαίσια σχετικής γενικής πρόβλεψης του ισχύοντος κανονισμού της εναγομένης, καταρτίστηκε μεταξύ τους η από 4-12-2000 σύμβαση απόσπασης (δανεισμού), με την οποία συμφωνήθηκε η απόσπαση του ενάγοντος για αόριστο χρόνο στη θυγατρική, της εναγομένης, εταιρία "...", και ορίστηκε ότι κατά το διάστημα του δανεισμού του θα υπόκειτο στο διευθυντικό δικαίωμα της τελευταίας (της "..."), η σύμβαση εργασίας του θα συνέχιζε να διέπεται από τις διατάξεις του ισχύος ΓΚΠ-ΟΤΕ, η μισθοδοσία του θα συνέχιζε να βαρύνει και να καταβάλλεται από την εναγομένη, στην οποία η άνω θυγατρική της θα της κατέβαλε ίσο ποσό εκδίδοντας τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, και σε περίπτωση, που, κατά τη διάρκεια του δανεισμού, προέκυπταν δικαιώματά του για μισθολογικές και λοιπές οικονομικές παροχές, πέραν αυτών που θα εδικαιούτο εάν εργαζόταν στην εναγομένη σε συνήθεις συνθήκες, η ικανοποίησή τους θα βάρυνε αποκλειστικά την "...", και θα καταβάλλονταν απευθείας από αυτήν χωρίς τη μεσολάβηση της εναγομένης, γ) ο ενάγων κατά τη διάρκεια του δανεισμού του, από την 1-11-2001 έως τις 20-9-2010, απασχολήθηκε από την άνω θυγατρική εταιρία της εναγομένης, η οποία, ασκώντας το διάστημα αυτό το διευθυντικό δικαίωμα, του ανέθεσε το πρώτον, και εξ αρχής, θέση ευθύνης, του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Αξιοποίησης και Ανάπτυξης ακινήτων, και του κατέβαλε την αντίστοιχη της θέσης αυτής οικειοθελή μισθολογική παροχή (έξοδα κίνησης και παράστασης), ποσού 2.800 ευρώ μηνιαίως, ως μόνη υπόχρεη προς τούτο δ) στις 21-9-2010, μετά από αίτηση της δανεισθείσας θυγατρικής εταιρίας, διακόπηκε ο δανεισμός του, ο ενάγων επέστρεψε στην εναγομένη, και κατ' εφαρμογή όρων του ισχύοντος τότε ΕΚΠ/ΟΤΕ και απόφασης του Προέδρου του ΔΣ της εναγομένης περί καθορισμού του πλαισίου και των διαδικασιών εφαρμογής του, τοποθετήθηκε από την εναγομένη, αρχικά, στις 21-9-2010, ως στέλεχος στην Υποδιεύθυνση ... της εναγομένης, στη συνέχεια, στις 22-4-2013, ως στέλεχος στην Υποδιεύθυνση ... για την κάλυψη των αυξανόμενων υπηρεσιακών αναγκών της τηλεόρασης του ΟΤΕ ΤΒ και τέλος, την 1-8-2013, και για όλο το επίδικο διάστημα, ως στέλεχος στην Υποδιεύθυνση ... ..., όπου υπηρετούσαν και άλλοι τέσσερις συνάδελφοί του, με την ίδια ειδικότητα, του Τηλεπικοινωνιακού Μηχανικού ε) η τοποθέτηση του ενάγοντος στην ως άνω θέση έγινε κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, το οποίο δεν περιορίζεται, ως προς το είδος των άνω ανατιθέμενων στον ενάγοντα καθηκόντων, ούτε από την ατομική σύμβαση εργασίας του, ούτε από τον κανονισμό της εναγομένης ή την ισχύουσα ΣΣΕ, η δε προηγηθείσα τοποθέτησή του, από την δανεισθείσα εταιρία το πρώτον, στη θέση του Προϊσταμένου Διεύθυνσης, συνιστά βελτίωση της θέσης του εκ μέρους της, ανάγεται στις ιδιαίτερες σχέσεις του μαζί της, και δεν επηρεάζει την ατομική σύμβαση εργασία του με την εναγομένη, η οποία (σύμβαση) δεν προβλέπει ότι η παροχή των υπηρεσιών του θα γίνεται από θέσεις ευθύνης, όπως αυτή του Προϊσταμένου Διεύθυνσης, ούτε τροποποιήθηκε σιωπηρά από την άσκηση εκ μέρους του τέτοιων καθηκόντων στη δανεισθείσα θυγατρική εταιρία καθόλο το ανωτέρω διάστημα της απασχόλησής του σε αυτή και η τοποθέτησή του από την εναγομένη, μετά τη λήξη του δανεισμού του, σε θέση και πάλι υπαλλήλου, και όχι σε θέση Προϊσταμένου, ενώ είχε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για ανάληψη τέτοιας θέσης, έγινε προς εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών της συμφερόντων και όχι αντίθετα με αυτά και αδικαιολόγητα. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του ενάγοντος από την εναγομένη και η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της τελευταίας δεν είναι καταχρηστική, με αποτέλεσμα να μην πληρούται το πραγματικό των άνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 7 του ν.2112/1920 και 281 ΑΚ, και να δικαιολογείται η απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος. Επομένως, οι πρώτος, κατά το κύριο σκέλος του, και δεύτερος, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για ευθεία παραβίαση των ως άνω διατάξεων, του άρθρου 7 του ν.2112/1920 και του άρθρου 281 ΑΚ, αντίστοιχα, και υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι περαιτέρω, διαλαμβανόμενες στον πρώτο λόγο αναίρεσης, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για την ίδια (από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ) πλημμέλεια, με εσφαλμένη εφαρμογή του αρθ.7 του ν.2112/1920 α) διότι υπάρχει παραδοχή στην προσβαλλομένη απόφαση ότι η ανάθεση των καθηκόντων του προϊσταμένου διεύθυνσης από την θυγατρική της αναιρεσίβλητης έγινε κατόπιν κοινής συμφωνίας των άνω εταιριών, περιλαμβανόμενης στη σύμβαση δανεισμού του, καταρτισθείσης της τελευταίας για το σκοπό ανάθεσης σε αυτόν των άνω υπεύθυνων καθηκόντων, η οποία (παραδοχή) οδηγούσε σε παραδοχή της έφεσης και της αγωγής του και β) διότι η παραδοχή της σχέσης μητρικής και θυγατρικής, μεταξύ της αναιρεσίβλητης εργοδότριάς του και της δανεισθείσας τις υπηρεσίας του εταιρίας, αντίστοιχα, σε συνδυασμό με τον "αγωγικό ισχυρισμό του" ότι αυτές ανήκουν στον ίδιο Όμιλο, η πρώτη κατέχει το 99,99% του συνόλου των μετοχών της δεύτερης και αποφασίζει για όλα τα θέματα που έχουν σχέση με τους εργαζομένους στα πλαίσια της γενικότερης πολιτικής που ισχύει για τον Όμιλο του ΟΤΕ, για τον οποίο δεν περιλαμβάνεται παραδοχή στην προσβαλλομένη απόφαση, αρκούμενο έτσι το Εφετείο, σε λιγότερα από τα απαιτούμενα, για την εφαρμογή της άνω διάταξης, στοιχεία, και κατ'εσφαλμένη εφαρμογή της απέρριψε την αγωγή του, είναι αβάσιμες. Και τούτο διότι, οι υπό το στοιχείο α' αιτιάσεις, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον στην προσβαλλομένη απόφαση, κατά τα προαναφερόμενα, δεν περιλαμβάνεται τέτοια παραδοχή. Τα δε υπό το στοιχείο β' παραπάνω επικαλούμενα δεν επηρεάζουν το αποδεικτικό πόρισμα και δεν οδηγούν σε διαφορετικό διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, καθόσον μόνη η ύπαρξη σχέσης της εναγομένης ως μητρικής και της δανεισθείσας τις υπηρεσίες του ενάγοντος, ως θυγατρικής της εταιρίας, εντός του ιδίου Ομίλου του ΟΤΕ, με κατοχή της πρώτης ακόμη και του συνόλου των μετοχών της δεύτερης και άσκηση επ'αυτής ακόμη και του απόλυτου ελέγχου των υποθέσεών της, δεν αρκεί για την άρση της αυτοτέλειας των νομικών αυτών προσώπων, εναγομένης και θυγατρικής της εταιρίας, ώστε η βελτίωση της θέσης του αναιρεσείοντος-εργαζομένου κατά τη διάρκεια του δανεισμού του από την θυγατρική της εναγομένης να δεσμεύει την εναγομένη, να τροποποιεί τη σύμβαση εργασίας που τον συνδέει μαζί της και η ανάθεση από την τελευταία στον αναιρεσείοντα υποδεέστερων καθηκόντων να συνιστά μονομερή βλαπτική εκ μέρους της μεταβολή των όρων εργασίας του. Περαιτέρω, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το επικουρικό του σκέλος, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά (της συμμετοχής των εν λόγω εταιριών στον ίδιο Όμιλο, της κατοχής από την αναιρεσίβλητη του 99,99% του συνόλου των μετοχών της θυγατρικής της και της λήψης από την αναιρεσίβλητη των αποφάσεων για όλα τα θέματα που έχουν σχέση με τους εργαζομένους στα πλαίσια της γενικότερης πολιτικής που ισχύει για τον Όμιλο του ΟΤΕ), αποτελούν αγωγικό ισχυρισμό και παρά το νόμο δεν ελήφθησαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είναι απαράδεκτος, διότι τα περιστατικά αυτά, όπως προεκτέθηκε, για τον ίδιο ως άνω λόγο δεν συνιστούν ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό και συνεπώς "πράγμα", με συνέπεια να μην ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Τέλος, οι περαιτέρω, διαλαμβανόμενες στον δεύτερο λόγο αναίρεσης, αιτιάσεις για την ίδια (εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ) πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, με εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ α) αναφορικά με τους εκτιθέμενους δυσμενείς χαρακτηρισμούς της θέσης εργασίας όπου απασχολήθηκε ο αναιρεσείων από την αναιρεσίβλητη μετά τη λήξη του δανεισμού, και μετά από σύγκριση της θέσης αυτής με την προγενέστερη που η ίδια (η αναιρεσίβλητη) τον απασχολούσε πριν τον δανεισμό του, δεν συνιστούν παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά αντίθετα, με βάση τις παραδοχές της συνιστούν μη ερευνητέους ισχυρισμούς του, ως μη περιληφθέντες στην ιστορική βάση της αγωγής του, στην οποία, κατά τη σχετική παραδοχή, "... ο ίδιος υποστήριξε μόνο ότι τα νέα του καθήκοντα (στην εναγομένη-αναιρεσίβλητη) συνιστούσαν υποβιβασμό του, διότι ήταν υποδεέστερα αυτών που ασκούσε προηγουμένως ως προϊστάμενος στην ...", και επομένως (οι εν λόγω αιτιάσεις) δεν ιδρύουν τον υπό κρίση αναιρετικό λόγο, και β) κατά τα λοιπά συνιστούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς ενίσχυση των αντίθετων με το αποδεικτικό πόρισμα απόψεών του, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων και υπό την επίφαση του ανωτέρω, από τον αριθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1607/2022, ΑΠ 1097/2021). Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (αρθ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14 Ιανουαρίου 2019 και με αριθ. κατάθ. 440/31/15-1-2019 αίτηση του Α. Ψ. του Χ. , για αναίρεση της με αριθμό 2938/14-6-2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ