Αριθμός 1546/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Γεώργιο Κοντό Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΦΟ ΚΟΥΕΣΤ Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρείας Προϊόντων και Υπηρεσιών πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Θεοδώρα Καζιάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2323/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 149/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 14-5-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 24-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από το άρθρο 576 του Κ.Πολ.Δ., σαφώς συνάγεται ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Aρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνά, αν ο απολειπόμενος ή ο μη νομίμως μετασχών σ' αυτήν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Σε περίπτωση δε, μη νομίμου ή εμπροθέσμου κλητεύσεως, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 143 παρ. 3, 104 και 96 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι η επίδοση της κλήσεως για την συζήτηση της αναιρέσεως μπορεί να γίνει και σε όποιον έχει υπογράψει το αναιρετήριο ως πληρεξούσιος δικηγόρος (Α.Π. 1377/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα προς την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, που έγινε με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (11-2-2013) δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων. Από την υπ` αριθμ..../18-10-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών …, την οποία προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσίβλητος, προκύπτει ότι αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως με τις συνημμένες σ` αυτή πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου, με κλήση για συζήτηση κατά την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσιβλήτου, στον υπογράφοντα το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως δικηγόρο Αθηνών Μιχαήλ Καραγιάννη. Επομένως, εφόσον ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε κατά τη δικάσιμο αυτή πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 6 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως για παράνομη ερημοδικία του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η ερημοδικία του είναι πραγματική ή πλασματική ή αν υφίσταται ή όχι δικονομική βλάβη οπό την άκυρη ερημοδικία του, αρκεί μόνον ότι οι σχετικοί κανόνες εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα (Α.Π. 1863/1980). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 270, 524 παρ. 1 και 2 και 528 Κ.Πολ,Δ., όπως αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με τα άρθρα 12, 16 παρ.3 και 16 παρ.4 αντιστοίχως του ν. 2915/2001, προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση ενώπιον όλων των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων, ενώ ενώπιον των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική μόνον στην περίπτωση κατά την οποία η έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως ασκήθηκε από το διάδικο που δικάστηκε στον πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρών. Στην περίπτωση αυτή, με την τυπική παραδοχή της εφέσεως, η οποία λειτουργεί ως υποκατάστατο της καταργηθείσης αναιτιολογήτου ανακοπής ερημοδικίας, εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της εφέσεως και αναδικάζεται η υπόθεση από το εφετείo, η συζήτηση ενώπιον του οποίου γίνεται πλέον προφορικώς. Στην περίπτωση αυτή, που είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση ενώπιον του εφετείου, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δεν είναι επιτρεπτή η παράσταση κατά τη συζήτηση με κοινή δήλωση των διαδίκων, που υπογράφεται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ή με δήλωση του ενός ή ορισμένων μόνον πληρεξουσίων, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση. Η ως άνω απαγόρευση της παραστάσεως με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου ισχύει όχι μόνον για το διάδικο, ο οποίος δικάστηκε στον πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρών, αλλά και για τον αντίδικό του, ο οποίος είχε παραστεί κανονικά, γιατί διαφορετικά προφορική συζήτηση δε νοείται, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα εκατέρωθεν ακροάσεως και κατ` αντιδικίαν συζητήσεως της υποθέσεως, για να εξασφαλίζεται η αρχή της δίκαιης δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ (Α.Π. 251/2009, 866/2008). Εάν ο μη προσηκόντως παριστάμενος και γι` αυτό ερήμην δικαζόμενος διάδικος είναι ο εκκαλών, τότε η έφεσή του απορρίπτεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ.3 Κ.Πολ.Δικ. και η απόρριψη συντελείται κατ` ουσίαν, ανεξάρτητα από την υποβολή ή μη σχετικού αιτήματος του εφεσιβλήτου, διότι ο εκκαλών με την απουσία του ή τη μη προσήκουσα παράστασή του θεωρείται ότι παραιτείται από την έφεση και αποδέχεται την πρωτόδικη απόφαση ( Α.Π.280/2012, ΑΠ 625/2000,126/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 2.323/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην του ήδη αναιρεσείοντος - εναγομένου, που δικάσθηκε σαν να ήταν παρών, έγινε δεκτή η από 1-12-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος (και δια προσωπικής του κρατήσεως) να καταβάλει στην τελευταία ως αποζημίωση το χρηματικό ποσό των 259.814,34 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 1-12-2005. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως ο αναιρεσείων- εναγόμενος άσκησε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την από 18-12-2008 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 11859/19-12-2008 έφεση, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 5-11-2009 και μετ' αναβολήν για την δικάσιμο της 2-12-2010. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως η εφεσίβλητη , ανώνυμη εταιρεία, παραστάθηκε νομίμως δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ενώ ο εκκαλών δεν εμφανίστηκε και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε μη κανονική την παράσταση του αναιρεσείοντος , που πρωτοδίκως είχε δικαστεί σαν να ήταν παρών, ενόψει του ότι η εκ μέρους του άσκηση της εφέσεως θα επέφερε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως άνευ άλλου τινός, με συνέπεια να είναι υποχρεωτική η προφορική ενώπιόν του συζήτηση της υποθέσεως και με την σκέψη αυτή εθεώρησε ως ερήμην δικαζόμενο τον εκκαλούντα και απέρριψε εκ του λόγου τούτου την έφεση. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν δίκασε παρά το νόμο ερήμην τον αναιρεσείοντα, διότι αυτός, ενόψει της ερημοδικίας του στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, ώφειλε, για να θεωρηθεί προσηκόντως παριστάμενος στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, κατά τον οποίο ήταν υποχρεωτική η προφορική συζήτηση της υποθέσεως, να εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο και όχι να παραστεί με δήλωση αυτού, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 6 του Κ.Πολ.Δ. μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι εσφαλμένως, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, δίκασε ερήμην τον αναιρεσείοντα και απέρριψε την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, είναι αβάσιμος. Ένα μέλος του Δικαστηρίου, ο Αντιπρόεδρος Αθανάσιος Κουτρομάνος, έχει τη γνώμη ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος έπρεπε να γίνει δεκτός με τις ακόλουθες σκέψεις: Από το συνδυασμό και τη λογική ερμηνεία των προαναφερομένων δικονομικών διατάξεων και γενικών αρχών συνάγεται ότι, στην περίπτωση που ο δικασθείς ερήμην πρωτοβαθμίως εκκαλών καταθέτει στο εφετείο έγγραφες προτάσεις υπεραμυνόμενος της εφέσεώς του και αιτούμενος την αποδοχή της υποβάλλει δε και δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δεν προσέρχεται στο ακροατήριο, η δήλωσή του έχει την έννοια ότι αυτός δεν επιθυμεί να αναπτύξει προφορικώς τις απόψεις του κατά την εκδίκαση της υποθέσεως, ούτε να αντιλέξει σε ενδεχόμενη αγόρευση του αντιδίκου του, όχι δε ότι παραιτείται της εφέσεως και αποδέχεται την πρωτόδικη απόφαση. Η αντίθετη εκδοχή οδηγεί στο άτοπο : αφ' ενός μεν να αποδίδεται στη βούληση του Νομοθέτου η θέσπιση αμάχητου τεκμηρίου περί του ότι η δήλωσή του εκκαλούντος ότι εμμένει στην βασιμότητα της έφεσής του και το αίτημά του για αποδοχή της έχουν το ακριβώς αντίθετο από το δηλούμενο νόημα (ακόμα και αν η κατάθεση της δήλωσης του άρθρου 242 Κ.Πολ.Δ. προηγήθηκε των εγγράφων προτάσεων) αφ' ετέρου δε να εκλαμβάνεται το δικαίωμα του εκκαλούντος σε προφορική υποστήριξη των απόψεών του σε υποχρέωση αυτού, και μάλιστα τόσο θεμελιώδη υποχρέωση, ώστε σε περίπτωση παραβίασής της να θεωρείται ηττώμενος διάδικος χωρίς ουσιαστική έρευνα της διαφοράς. Επομένως, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14-5-2011 αίτηση του Κ. Σ. του Δ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 149/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ