Αριθμός 750/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τσιάμπα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/4/2015 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 351/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 278/2020 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/12/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 63 Δ'/ 20.01.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Ρ., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 01.12.2021 αίτησης αναίρεσης κατά της 278/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του Α1 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου και πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (06.03.2023), καθώς και κλήση της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην τελευταία. Αυτή, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε κατέθεσε κατ` άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως πληρεξούσιου δικηγόρου της κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης, σαν να ήταν παρούσα (ΚΠολΔ 568 παρ.4, 576 παρ.2). Με την από 01.12.2021 και με αριθμ. κατάθ. 82/01.12.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 278/28.05.2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552, 553, 556, 558, 564 παρ.1 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 410 ΑΚ "αν κάποιος δεχθεί υπόσχεση παροχής υπέρ τρίτου, μπορεί ν` απαιτήσει να καταβάλει στον τρίτο αυτός που υποσχέθηκε". Σύμβαση υπέρ τρίτου γεννάται εφόσον οι συμβαλλόμενοι συμφωνήσουν να επέλθει κάποιο νομικό αποτέλεσμα υπέρ τρίτου προσώπου, που δεν μετέσχε στην κατάρτιση της σύμβασης, τούτο δε πρέπει να προκύπτει από τη σύμβαση. Πρόκειται επομένως για τριμερή (τριγωνική) συμβατική σχέση. Στη σύμβαση υπέρ τρίτου ονομάζεται υποσχεθείς αυτός που δεσμεύεται να προβεί σε κάποια παροχή (που μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη) προς τον τρίτο, δέκτης της υπόσχεσης το άλλο μέρος της σύμβασης (αντισυμβαλλόμενος) που δέχεται την υπόσχεση του πρώτου για παροχή και τρίτος αυτός στον οποίο οι δύο πρώτοι συμφωνούν να γίνει η καταβολή της παροχής. Η σχέση που συνδέει τον υποσχεθέντα με τον δέκτη της υπόσχεσης ονομάζεται σχέση κάλυψης, ενώ η σχέση μεταξύ του τρίτου και του δεκτή της υπόσχεσης, σχέση αξίας. Η οποιαδήποτε υποσχετική σύμβαση (αμφοτεροβαρής ή ετεροβαρής) μπορεί να καταρτιστεί με τη μορφή της σύμβασης υπέρ τρίτου, δηλαδή με κάποια από τις παροχές να κατευθύνεται προς τρίτο μη συμβαλλόμενο μέρος. Ανάλογα αν κατά το περιεχόμενο της σύμβασης υπέρ τρίτου θα αποκτήσει ο τρίτος άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα, μπορώντας να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα απευθείας εκπλήρωση της παροχής, ή μόνο ο δέκτης της υπόσχεσης θα μπορεί να αξιώσει από τον υποσχεθέντα την παροχή προς τον τρίτο, διακρίνεται η σύμβαση υπέρ τρίτου σε γνήσια και μη γνήσια. α. Μη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (ή νόθος ή ατελής, καταχρηστική ή εξουσιοδοτική) υπάρχει όταν μόνο ο δέκτης της υπόσχεσης έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα την εκπλήρωση της συμφωνημένης παροχής στον τρίτο. Ο τρίτος δεν αποκτά κανένα άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα και συνεπώς δεν μπορεί να εγείρει ευθέως αξιώσεις κατά του υποσχεθέντος. Ο υποσχεθείς αυτή τη δέσμευση αναλαμβάνει και καταβάλλοντας στον τρίτο εκπληρώνει την υποχρέωσή του απέναντι στον αντισυμβαλλόμενό του και ελευθερώνεται. Το δικαίωμα του δέκτη της υπόσχεσης δεν προϋποθέτει απόδειξη δικού του συμφέροντος για την εκπλήρωση στον τρίτο. Οι σχέσεις του δέκτη της υπόσχεσης με τον τρίτο όχι μόνο δεν επηρεάζουν τον υποσχεθέντα, αλλά δεν απαιτείται καν να τις γνωρίζει ο τελευταίος. Σε περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της παροχής, ο δέκτης της υπόσχεσης δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση της παροχής στον τρίτο με όποιο περιεχόμενο αυτή έχει (δηλαδή και με τις δευτερογενείς απαιτήσεις) και συνεπώς μπορεί να ζητήσει αποζημίωση λόγω υπερημερίας ή αδυναμίας παροχής ή να απαιτήσει το περιελθόν και γενικά να ασκήσει όλα τα από το νόμο αναγνωρισμένα σχετικά δικαιώματα. β. Γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (άλλως τέλεια ή δικαιωματική), η οποία είναι και το αντικείμενο της ρύθμισης των ΑΚ 410 επ,, υπάρχει όταν ο τρίτος αποκτά άμεσα και αυτοτελώς δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα την παροχή. Άρα, εκτός από το δικαίωμα του δέκτη της υπόσχεσης να απαιτήσει την καταβολή προς τον τρίτο, υφίσταται και ένα ανεξάρτητο δικαίωμα του ίδιου του τρίτου να απαιτήσει την καταβολή από αυτόν που υποσχέθηκε(ΑΠ 880/2013). Κατά τις διατάξεις, όμως, των άρθρων 361, 410 και 411 ΑΚ, για να υπάρχει γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, η οποία παρέχει στον τρίτο το δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα την παροχή, πρέπει να προκύπτει από την σύμβαση ότι τα συμβαλλόμενα μέρη σκοπούσαν να προσπορίσουν απ` απευθείας στον τρίτο ίδιο δικαίωμα, δυνάμει του οποίου να μπορεί αυτός, στρεφόμενος κατά του υποσχεθέντος, να ζητήσει την παροχή. Τούτο είναι ζήτημα πραγματικό, αναγόμενο στην ερμηνεία της συμβάσεως και ως τέτοιο εκφεύγει από τον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν συναφώς οι ερμηνευτικοί κανόνες (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Η ενοχική σχέση, με την οποία συνδέεται ενιαία η υπόσχεση υπέρ τρίτου, μπορεί να είναι οποιαδήποτε αμφοτεροβαρής ή ετεροβαρής σύμβαση, όπως αγοραπωλησία, μίσθωση πράγματος ή υπηρεσίας ή έργου, εταιρεία, εντολή, εκχώρηση, δωρεά, παρακαταθήκη κ.α. Εάν δεν προκύπτει από την σύμβαση ότι προσπορίζεται δικαίωμα στον τρίτο, τότε αυτός αποκτά δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή από τον υποσχεθέντα μόνο κατά τα άρθρα 455 και 460 ΑΚ, δηλαδή όταν εκχωρηθεί σε αυτόν από εκείνον που δέχθηκε την υπόσχεση η απαίτηση, γιατί αλλιώς δεν νομιμοποιείται στην άσκηση αγωγής κατά του υποσχεθέντος. Η ενοχική αυτή σχέση των συμβληθέντων, με την οποία ενιαίως συνδέθηκε η υπέρ άλλου υπόσχεση, δεν αποκλείεται, ενόψει του ότι οι περί συμβάσεως τρίτου διατάξεις είναι ενδοτικού δικαίου, να υφίσταται και όταν ο δέκτης της υποσχέσεως δεν συμμετείχε στην βασική έννομη σχέση που συνδέει τους αρχικώς συμβληθέντες. Η υπέρ τρίτου σύμβαση, όπως κάθε δικαιοπραξία, είναι κατά κανόνα αιτιώδης και απαραίτητος για το κύρος και την ισχύ αυτής όρος είναι να περιέχεται σ` αυτήν η αιτία, εξ αφορμής της οποίας καταρτίζεται. Ως αιτία (causa) νοείται ο άμεσος σκοπός, για τον οποίο γίνεται η συντελουμένη επίδοση δια της συμβάσεως, ήτοι η δημιουργία περιουσιακού πλεονεκτήματος για τον λήπτη, αποτελεί τον ψυχολογικό παράγοντα, o οποίος στη σειρά των σκοπών του δικαιοπρακτούντος είναι ο εγγύτερος προς αυτήν, προσδιορίζοντας τη θέληση προς ενέργεια της επιδόσεως και δίδει τον νομικό χαρακτήρα στη δικαιοπραξία αναλόγως των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών τα οποία έχει και τα οποία ανάγει το δίκαιο σε ορισμένους τύπους πράξεων. Η ύπαρξη αιτίας μεταξύ του υποσχεθέντος και δεχθέντος την υπόσχεση είναι απαραίτητος όρος για το κύρος και την ισχύ της συμβάσεως υπέρ τρίτου, διότι στην περίπτωση που δεν υφίσταται τέτοια αιτία, δεν γεννάται η προς τον τρίτον υποχρέωση του υποσχεθέντος. Δεν αποκλείεται βεβαίως να καταρτισθεί σύμβαση υπέρ τρίτου, υπό τον τύπο της αφηρημένης υποσχέσεως, πλην όμως ο υποσχεθείς δύναται να αντιτάξει, ως εναγόμενος, την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού ένσταση της ελλείψεως αιτίας, αποδεικνύοντας την ανυπαρξία της αιτίας. Αντιθέτως η ύπαρξη της αιτίας στην μεταξύ του δέκτη της υποσχέσεως και του τρίτου σχέση δεν ασκεί επιρροή στο κύρος της υπέρ τρίτου συμβάσεως, ασκεί όμως επιρροή στις σχέσεις μεταξύ του δέκτου της υποσχέσεως και τρίτου και μόνο μεταξύ τούτων, είναι δυνατόν όμως ο τελευταίος (τρίτος) να εναχθεί από τον δέκτη της υποσχέσεως δια της περί αχρεωστήτου αγωγής (ΑΠ 994/2022, ΑΠ 1424/2013). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 416 και 417 του ΑΚ, με τις οποίες ορίζεται, αντίστοιχα, ότι "η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή" και "η καταβολή απαιτείται να γίνει στο δανειστή ή σε όποιον ο δανειστής ή το δικαστήριο ή ο νόμος έχει επιτρέψει να δεχθεί την καταβολή. Η καταβολή που έγινε σε άλλον ισχύει αν ο δανειστής την εγκρίνει ή εφόσον ωφελείται από αυτήν", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 211, 236, 361 και 424 εδ. α` ΑΚ, συνάγεται ότι, για να έχει, η εκπλήρωση της παροχής που συντελείται με την υλική πράξη της καταβολής, αποσβεστικό αποτέλεσμα της ενοχής και, συνεπώς, την ελευθέρωση του οφειλέτη, πρέπει: α) να είναι προσήκουσα. Δηλαδή να υπάρχει ταυτότητα οφειλόμενης και καταβαλλόμενης παροχής, ώστε ο δανειστής να λαμβάνει ό,τι δικαιούται να αξιώσει από τον οφειλέτη σύμφωνα με το νόμο και τη σύμβαση, χωρίς να αρκεί τμηματική καταβολή (ΑΠ 907/2005) και β) να γίνει: 1) είτε προς το δανειστή προσωπικά ή τον επιτετραμμένο από το δικαστήριο ή το νόμιμο ή δικαστικό αντιπρόσωπο του δανειστή, εφοδιασμένο στην τελευταία περίπτωση με πληρεξούσιο έγγραφο, 2) είτε προς τον έχοντα ειδική εξουσιοδότηση του δανειστή, ρητή ή και σιωπηρή, προκύπτουσα από τη σχέση του δανειστή με τον εξουσιοδοτημένο να λάβει την παροχή, ενεργώντας στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό, με τη συγκατάθεση του δανειστή, 3) είτε προς τρίτο δεκτικό καταβολής πρόσωπο, το οποίο προσδιόρισε ο δανειστής, κατόπιν συμβάσεώς του με τον οφειλέτη, παρέχοντας (κληρονομητό) δικαίωμα στον οφειλέτη να καταβάλει με αποσβεστικά αποτελέσματα την παροχή προς τον δεκτικό καταβολής, ο οποίος δεν είναι μονομερώς ανακλητός. Καταβολή που έγινε σε άλλον, εκτός από τα προαναφερόμενα πρόσωπα, δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη, έστω και αν αυτός τελούσε σε συγγνωστή πλάνη - με εξαίρεση τις περιπτώσεις των άρθρων 889, 224, 1654, 1540, 1541, 426 ΑΚ και 822 ΚΠολΔ - εκτός αν ο δανειστής εγκρίνει μια τέτοια καταβολή ή ωφελείται από αυτή, λόγω απόδοσης του ληφθέντος στο δικαιούχο ή κληρονομήσεως του ενός από αυτούς από τον άλλο ή απόσβεσης της υποχρέωσης απόδοσης του καταβληθέντος από τον λαβόντα τρίτο στο δανειστή από άλλη αιτία. Ο οφειλέτης, φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης της καταβολής κατά τον προσήκοντα τρόπο (ΑΠ 134/2013, ΑΠ 285/2011, ΑΠ 626/2010). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 421 ΑΚ, αν ο οφειλέτης, για να ικανοποιήσει τον δανειστή, αναλάβει απέναντί του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο. Από τον ερμηνευτικό της βούλησης των μερών κανόνα, που θεσπίζεται με τη διάταξη αυτή, συνάγεται ότι η ανάληψη νέας υποχρέωσης από τον οφειλέτη, όπως είναι και η, προς ικανοποίηση του δανειστή, έκδοση ή οπισθογράφηση ή παράδοση επιταγής, η οποία αποτελεί όργανο και όχι μέσο πληρωμής, δεν συνιστά καταβολή, κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε, σε περίπτωση αμφιβολίας, θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής, κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται χάριν καταβολής και δεν επιφέρει, πριν από την είσπραξη αυτής, την εξόφληση χρέους, εκτός αν συμφωνήθηκε ή προκύπτει από τις περιστάσεις σαφώς το αντίθετο, δηλαδή ότι έγινε για την απόσβεση της αρχικής οφειλής με τη σύσταση της νέας. Ο οφειλέτης, με την έκδοση της επιταγής ή την ανάληψη υποχρέωσης από αυτήν, υπόσχεται στο δανειστή του (λήπτη) ότι θα εκπληρώσει την αρχική (βασική) του υποχρέωση με την εκπλήρωση νέας. Με τη γένεση δηλαδή της ενοχής από την επιταγή, δημιουργείται μόνον ένας εναλλακτικός τρόπος πληρωμής και, για το λόγο αυτό, δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρέωσης, παρά μόνο με την πραγματική πληρωμή (είσπραξη) της επιταγής. Άλλωστε, σε αντίθεση με το χαρτονόμισμα, που είναι φορέας αξίας, παρούσας και βέβαιης, η τραπεζική επιταγή, ως αξιόγραφο, είναι φορέας απαίτησης και η αξία της εξαρτάται από την φερεγγυότητα του οφειλέτη. Έτσι, ενώ το χαρτονόμισμα χρησιμεύει για την απόσβεση της ενοχής, κατά τρόπο οριστικό και δε μπορεί να αποκρουσθεί από τον δανειστή, το αξιόγραφο, όπως είναι και η τραπεζική επιταγή, μπορεί να αποκρουσθεί από τον δανειστή και λαμβάνεται από αυτόν, μόνον εάν αυτός θελήσει, η δε λήψη του δεν θεωρείται ότι γίνεται αντί καταβολής, εκτός εάν προκύπτει από τη συμφωνία των μερών το αντίθετο (ΑΠ 204/2021,ΑΠ 326/2018, ΑΠ 20/2018, ΑΠ 1399/2015). Συνεπώς, δεν αποκλείεται η παράδοση της επιταγής να συνιστά υπόσχεση αντί καταβολής, κατά τον ερμηνευτικό κανόνα του ανωτέρω άρθρου 421 ΑΚ, όταν εκδηλώνεται σαφής (ρητή ή σιωπηρή) περί τούτου βούληση των μερών, οπότε η απόσβεση της απαίτησης του δανειστή επέρχεται άμεσα ή από το μεταγενέστερο χρόνο που τα μέρη συμφώνησαν (λ.χ. επί μεταχρονολογημένης επιταγής). Τη συμφωνία αυτή πρέπει να επικαλείται και να αποδεικνύει αυτός που προβάλλει απόσβεση (εξόφληση) της απαίτησης του δανειστή με την έκδοση ή οπισθογράφηση και παράδοση της επιταγής (ΑΠ 470/2022,ΑΠ 653/2022,ΑΠ 480/2019, ΑΠ 1319/2018, ΑΠ 20/2018, ΑΠ 326/2018, ΑΠ 1285/2017, ΑΠ 279/2015, ΑΠ 1620/2014). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/ 2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Δηλαδή, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Επομένως η έλλειψη νόμιμης βάσης πρέπει να αναφέρεται σε παραδοχές της αποφάσεως επί εκείνων των ζητημάτων που ασκούν ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Εάν τα περιστατικά, που προβάλλονται με το λόγο αναίρεσης ως αντιφατικά, ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή την απόρριψή του κατά παραδοχή ενστάσεως και επομένως χωρίς να είναι αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση του λόγου αυτού αναίρεσης αιτιάσεις είναι αλυσιτελείς και απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010, ΑΠ 1008/2007). Ανεπάρκεια αιτιολογιών δεν υπάρχει, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Άλλωστε, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011). Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013).Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με επίσπευση της μη διαδίκου στη δίκη αυτή ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ¨Ξ. Α. και Σία ΟΕ¨ κατασχέθηκε, με την με αριθμό ……/4.2.2009 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Λάρισας Μ. Π., το, σε αυτή λεπτομερώς περιγραφόμενο κατά θέση, έκταση και όρια, ακίνητο-οριζόντια ιδιοκτησία του οφειλέτη Χ. Σ. του Ν. και της Μ.. Το ακίνητο αυτό, με την με αριθμό …./2010 έβδομη επαναληπτική περίληψη της ως άνω κατασχετήριας έκθεσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Λάρισας Μ. Π. και την αριθμό …/2010 έκθεση δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης της συμβολαιογράφου Λάρισας Σπυριδούλας Ακριβούλη, εκπλειστηριάσθηκε την 24.11.2010 και κατακυρώθηκε στην ανακόπτουσα (και ήδη αναιρεσείουσα) για το ποσό των 60.001 ευρώ. Στον πλειστηριασμό αυτό αναγγέλθηκε η τελευταία για απαίτησή της ανερχόμενη συνολικά στο ύψος των 218.126,17 ευρώ, συγκεκριμένα δε για το ποσό των: Α) 181.894,53 ευρώ, προερχόμενο από την σύμβαση στεγαστικού δανείου με αριθμό …./2007, ποσού 150.000 ευρώ, που συνήφθη μεταξύ αυτής και του καθ' ου η αναγκαστική εκτέλεση, την οποία κατήγγειλε η ανακόπτουσα λόγω μη εξυπηρέτησης του εν λόγω δανείου την 27η.2.2009, εκδόθηκε δε η διαταγή πληρωμής με αριθμό …./2009 της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας... και Β) 36.231,64 ευρώ, προερχόμενο από την σύμβαση στεγαστικού δανείου με αριθμό …/2007, ποσού 30.000 ευρώ, που συνήφθη μεταξύ αυτής και του καθ' ου η αναγκαστική εκτέλεση, την οποία κατήγγειλε η ανακόπτουσα λόγω μη εξυπηρέτησης του εν λόγω δανείου την 27η.2.2009, εκδόθηκε δε η με αριθμό …./2009 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας... Η ανωτέρω συνολική απαίτηση της ανακόπτουσας εξασφαλίστηκε με την εγγραφή επί του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου την 28η.6.2007 στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Λάρισας στον τόμο … με αριθμό … προσημείωσης υποθήκης ποσού 216.000 ευρώ, δυνάμει της με αριθμό 3117/28.6.2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων). Στον πλειστηριασμό αυτό αναγγέλθηκε και η καθ' ης η ανακοπή(και ήδη αναιρεσίβλητη) για απαίτησή της ανερχόμενη συνολικά στο ύψος των 170.283,82 ευρώ, συγκεκριμένα δε για το ποσό των: α) 90.971,34 ευρώ, προερχόμενο από την δανειακή σύμβαση με αριθμό …./2006, δυνάμει της οποίας η καθ' ης χορήγησε στον καθ' ου η αναγκαστική εκτέλεση και στην Α. Κ. του Η. τοκοχρεολυτικό δάνειο ποσού 81.000 ευρώ και Β) 79.312,48 ευρώ, προερχόμενο από την με αριθμό …/2006 δανειακή σύμβαση, δυνάμει της οποίας αυτή χορήγησε στον καθ' ου η αναγκαστική εκτέλεση και στην Α. Κ. του Η. τοκοχρεολυτικό δάνειο ποσού 60.000 ευρώ... Προς εξασφάλιση των ανωτέρω απαιτήσεών της, η καθ' ης η ανακοπή ενέγραψε επί του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου την 7η.8.2006 προσημείωση υποθήκης στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Λάρισας αφενός μεν για το πρώτο δάνειο για το ποσό των 97.200 ευρώ, αφετέρου δε για το δεύτερο δάνειο για το ποσό των 82.800 ευρώ στον τόμο … με αριθμό …. δυνάμει της με αριθμό 3530/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων). Οι ανωτέρω συμβάσεις καταγγέλθηκαν από την καθ' ης η ανακοπή λόγω μη εξυπηρέτησής τους και εκδόθηκε η με αριθμό …../24.9.2009 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου. Οι καθ' ων η διαταγή πληρωμής... άσκησαν ανακοπή κατά αυτής, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 277/29.8.2012 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας (τακτική διαδικασία), με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή και επικυρώθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής... Για την εκταμίευση του ποσού της προαναφερόμενης δανειακής σύμβασης με αριθμό ……/26.6.2007, η ανακόπτουσα εξέδωσε τη δίγραμμη επιταγή με αριθμό ……., ποσού 149.195,52 ευρώ, πληρωτέα σε διαταγή της καθ' ης η ανακοπή, προκειμένου να εξοφληθούν ολοσχερώς τα ανωτέρω δύο στεγαστικά δάνεια που είχε χορηγήσει η τελευταία στον καθ' ου η αναγκαστική εκτέλεση και στην Α. Κ.. Η επιταγή αυτή κατατέθηκε την 3η Ιουλίου 2007 από τον καθ' ου η εκτέλεση στον λογαριασμό με αριθμό …….. που τηρούνταν στην καθ' ης η ανακοπή με την αιτιολογία ¨για εξόφληση δύο στεγαστικών δανείων¨... στον οποίο και πιστώθηκε το ποσό των 149.195,52 ευρώ. Τα εν λόγω δύο δάνεια, όμως, δεν εξοφλήθηκαν, διότι κατά την ημέρα που κατατέθηκε η πιο πάνω επιταγή δεν γινόταν να πραγματοποιηθεί η πρόωρη εξόφλησή τους. Ειδικότερα, η εξόφληση του δανείου ποσού 81.000 ευρώ, μπορούσε να πραγματοποιηθεί την 31η.7.2007, δηλαδή κατά την ημέρα λογισμού της δόσης, διότι η πρώτη εκταμίευση είχε γίνει την 31η.7.2006, η δε αποπληρωμή του δανείου, διάρκειας 35 ετών, είχε συμφωνηθεί κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους με βάση υπολογισμού των μηνιαίων τοκοχρεολυτικών δόσεων το σταθερό επιτόκιο, ενώ κατά την υπόλοιπη διάρκεια του δανείου οι δόσεις θα καθορίζονταν με βάση το κυμαινόμενο επιτόκιο (βλ. άρθρο 14 της με αριθμό ……./31.7.2006 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου). Σύμφωνα με το άρθρο 16 της τελευταίας σύμβασης: Ο οφειλέτης δικαιούται να εξοφλήσει πρόωρα ολοσχερώς το δάνειο... Συμφωνείται ρητώς ότι κατά την περίοδο σταθερού επιτοκίου του δανείου, πρόωρη εξόφληση (μερική ή ολική) του δανείου μπορεί να γίνει μόνο κατά τις ημερομηνίες λογισμού δόσεων του δανείου και εφόσον έχει προηγηθεί δεκαπενθήμερη (15 ημέρες)έγγραφη υποβολή αιτήματος από τον οφειλέτη προς την Τράπεζα. Μετά τη λήξη της διάρκειας σταθερού επιτοκίου, η πρόωρη εξόφληση του δανείου (μερική ή ολική) μπορεί να γίνει σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή (βλ. και άρθρο 16.1 της με αριθμό ……./31.7.2006 σύμβασης τοκοχρεολυτικού δανείου). Επιπλέον, το ποσό της δίγραμμης επιταγής δε επαρκούσε για την ολοσχερή εξόφληση και των δύο δανείων, καθόσον το συνολικό οφειλόμενο υπόλοιπο την 3η.7.2007 ανερχόταν σε 151.251,44 ευρώ. Ενόψει αυτών, το ανωτέρω ποσό των 149.195,52 ευρώ πιστώθηκε στον παραπάνω λογαριασμό που ήταν συνδεδεμένος με τα εν λόγω δάνεια αλλά όχι στους λογαριασμούς αυτών, δηλαδή στους λογαριασμούς με αριθμούς ……84 και ……86. Η καθ' ης η ανακοπή ενημέρωσε προς τούτο την ανακόπτουσα πληροφορώντας την ότι την 31η Ιουλίου 2007 θα γίνει εξόφληση των δανείων με αριθμούς λογαριασμών ……84 και …..86 στο όνομα του καθ' ου η εκτέλεση και ότι συναινεί στην εξάλειψη του εγγεγραμμένου υπέρ της βάρους... Πλην όμως η απαίτηση της καθ' ης δεν εξοφλήθηκε, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από το απόσπασμα του λογαριασμού με αριθμό ……12 με ημερομηνία έκδοσης 1.2.2017, τα ένδικα δάνεια συνέχισαν να εξυπηρετούνται κάθε μήνα από τον λογαριασμό αυτό και μετά την κατάθεση του ποσού της δίγραμμης επιταγής που εκδόθηκε από την ανακόπτουσα, ενώ στο μεταξύ από τον ίδιο λογαριασμό προέβαιναν οι δανειολήπτες (ο καθ' ου η εκτέλεση και η Α. Κ.) σε αναλήψεις, με αποτέλεσμα την 2.1.2009 ο λογαριασμός αυτός να έχει μηδενικό υπόλοιπο. Στη συνέχεια εκδόθηκε με αίτηση της καθ' ης η ως άνω με αριθμό ……/24.9.2009 διαταγή πληρωμής, η οποία έχει πλέον την ισχύ δεδικασμένου κατ' άρθρο 633 παρ.1 ΚΠολΔ, με την οποία ο καθ' ου η εκτέλεση και η Α. Κ. υποχρεώθηκαν να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των 155.668,98 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων. Από όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η καθ' ης η ανακοπή έχει την απαίτηση για την οποία και αναγγέλθηκε σε βάρος του προαναφερόμενου οφειλέτη καθώς αυτή (η απαίτηση της καθ' ης) δεν αποσβέσθηκε με την κατάθεση του παραπάνω ποσού των 149.195,52 ευρώ. Επομένως, ορθώς η υπάλληλος του πλειστηριασμού συμβολαιογράφος Λάρισας Σ. Α. κατέταξε με τον προσβαλλόμενο πίνακα την καθ' ης η ανακοπή ως πρώτη προσημειούχο δανείστρια, μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, στο εναπομείναν πλειστηρίασμα για την παραπάνω απαίτησή της υπό τον όρο της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησής της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε τον μοναδικό λόγο της ανακοπής και στη συνέχεια την ανακοπή, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και, κατά συνέπεια, ο λόγος της εφέσεως, με τον οποίο η εκκαλούσα επαναφέρει τον μοναδικό λόγο της ανακοπής της και ισχυρίζεται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε μεν τυπικά, αλλά απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εκκαλούσας-ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 351/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που έκρινε ομοίως, απορρίπτοντας τον μοναδικό λόγο της ως άνω ένδικης ανακοπής περί ολοσχερούς εξόφλησης της απαίτησης της καθ' ής και ήδη αναιρεσίβλητης, ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 410 επ. και 416 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα ότι η απαίτηση της αναιρεσίβλητης Τράπεζας σε βάρος των οφειλετών δανειοληπτών της Χ. Σ. και Α. Κ., για την οποία είχε εκδοθεί η με αριθμό …./2009 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, συνολικού ποσού 155.668,98 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, με ισχύ δεδικασμένου, και για την οποία αναγγέλθηκε στον διενεργηθέντα πλειστηριασμό της κατασχεθείσας ακίνητης περιουσίας του πρώτου των οφειλετών της, και στη συνέχεια κατετάγη στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης δανειστών, ως πρώτη προσημειούχος δανείστρια, δεν είχε αποσβεσθεί με την κατάθεση, στις 3.7.2007, της δίγραμμης επιταγής, ποσού 149.195,52 ευρώ, χάριν εξοφλήσεως, που είχε εκδοθεί από την αναιρεσείουσα, πληρωτέα σε διαταγή αυτής (αναιρεσίβλητης), λόγω μη εξόφλησής της, κατά την ημερομηνία της 31ης.7.2007, που έπρεπε να λάβει χώρα η πληρωμή (είσπραξή της) της, ώστε να καλύψει πλήρως και ολοσχερώς τη δανειακή απαίτηση της αναιρεσίβλητης, δεν θεμελιώνουν την εφαρμογή των αναφερθέντων στην αρχή της παρούσας ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 410 επ. και 416 ΑΚ, που δεν ήταν εφαρμοστέες και δεν εφαρμόστηκαν στην προκειμένη περίπτωση, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ώστε να επιφέρουν και τα αντίστοιχα έννομα αποτελέσματά τους. Και τούτο διότι, όπως αναφέρθηκε στην αρχή της μείζονας σκέψης, προκειμένου να έχει η εκπλήρωση της παροχής που συντελείται με την υλική πράξη της καταβολής, αποσβεστικό αποτέλεσμα της ενοχής και, συνεπώς, την ελευθέρωση του οφειλέτη, πρέπει, βασικά, να είναι προσήκουσα, προϋπόθεση που δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει εν προκειμένω, κατά τα προεκτεθέντα, ενώ ναι μεν σύμβαση υπέρ τρίτου γεννήθηκε μεταξύ των διαδίκων, πλην όμως, το νομικό αποτέλεσμα, που συμφωνήθηκε μεταξύ αυτών να επέλθει υπέρ τρίτου προσώπου, και δη των δανειοληπτών της, δεν επήλθε, τελικά, αφού η ένδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης Τράπεζας σε βάρος των οφειλετών δανειοληπτών της Χ. Σ. και Α. Κ., όπως δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, δεν είχε αποσβεσθεί με την κατάθεση της επίμαχης δίγραμμης, χάριν εξοφλήσεως των δανείων των πιο πάνω οφειλετών, που είχε εκδοθεί από την αναιρεσείουσα, πληρωτέα σε διαταγή αυτής (αναιρεσίβλητης), και δη λόγω μη εξόφλησής της, κατά τον χρόνο που έπρεπε να εισπραχθεί. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο του πρώτου λόγου αναίρεσης, είναι αβάσιμα. Περαιτέρω με βάση τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, μη απαιτουμένης της παραθέσεως και άλλων, αλλά και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή του πιο πάνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 416 ΑΚ, τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Επομένως, και ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιμος. Κατά δε τις λοιπές αιτιάσεις τους, οι ίδιοι ως άνω λόγοι, καθό μέρος με αυτούς, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτοι. Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό της, η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Λόγω δε της ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης, δεν θα περιληφθεί στην παρούσα απόφαση διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσείουσας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 01.12.2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 278/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Μαΐου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ