Αριθμός 174/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΓΡΙΝΙΟΥ", που εδρεύει στο Αγρίνιο και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο αυτού. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Σωτηρόπουλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1)Γ. Ν. του Γ., κατοίκου ... 2)Χ. Β. του Δ., κατοίκου ... 3)Ε. Π. του Κ., κατοίκου ... 4)Α. Π. του Σ., κατοίκου ... 5)Π. Ρ. του Γ., κατοίκου ... 6)Μ. Π. του Π., κατοίκου ... 7)Π. Γ. του Χ., κατοίκου ... 8)Λ. Κ. του Χ., κατοίκου ... 9)Π. Λ. του Κ., κατοίκου ... 10)Κ. Μ. του Σ., κατοίκου ... 11)Α. Τ. του Σ., κατοίκου ... και 12)Π. Κ. του Θ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Παπαζήκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-3-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1417/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 4845/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείον δήμος με την από 11-12-2018 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 584/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ανέβαλε τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση της Πλήρους Πολιτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για το νομικό ζήτημα που παραπέμφθηκε με την 186/2019 απόφαση του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Κατόπιν της 4/2021 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και με την από 22-9-2021 κλήση των καλούντων η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 22-09-2021 κλήση των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 11-12-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 11525/947/14-12-2018 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Αγρινίου" κατά της με αριθμό 4845/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της με αριθμό 584/2020 απόφασης του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, για το νομικό ζήτημα σχετικά με την εφαρμογή (ή μη) των διατάξεων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και της βάσης υπολογισμού της σχετικής ωφέλειας του φορέα απασχόλησης, από την εργασία των ακύρως απασχοληθέντων στο Δημόσιο (ή σε δημόσιο φορέα), υπό τις αυτές συνθήκες εργασίας με το μόνιμο προσωπικό, οσάκις ο φορέας απασχόλησης, δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένων, στη θέση, όπου απασχόλησε τους συμβασιούχους, δυνάμει σχετικού συμφωνητικού συνεργασίας, καταρτισθέντος μεταξύ των απασχοληθέντων και του Ο.Α.Ε.Δ. στο πλαίσιο σχετικού προγράμματος, για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (stage). Το συγκεκριμένο νομικό ζήτημα είχε παραπεμφθεί, με τη με αριθμό 186/2019 απόφαση του παρόντος Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, ως αντικείμενο λόγου αναίρεσης, ενώπιον της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 περ. β' του ΚΠολΔ και 23 παρ. 2 εδ. γ' περ. β' του Κ.Ο.Δ. και Κ.Δ.Λ. (ν. 1756/1988, όπως ισχύει, μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 2331/1991), ως ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος. Ήδη, δε, μετά τη δημοσίευση της με αριθμό 4/2021 απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε επί του ιδίου ως άνω ζητήματος, ήτοι της νομιμότητας της αγωγικής βάσης, σε περίπτωση απασχόλησης από τον οικείο δημόσιο φορέα με άκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του προσλαμβανομένου ανέργου, σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, παραπεμφθέντος σε αυτήν, με τη με αριθμό 1063/2019 απόφαση του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, με την ως άνω κλήση των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων. Με την αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. του ΚΠολΔ) με αριθμό 4845/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή η από 28-04-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2701/28-04-2015 έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της με αριθμό 1417/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει την από 31-03-2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 57310/1861/31-03-2011 αγωγή τους, ως μη νόμιμη στο σύνολό της, ήτοι τόσο κατά την κύρια, όσο και κατά τις επικουρικές βάσεις αυτής. Στη συνέχεια, δε, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου της ένδικης έφεσης, δέχθηκε αυτήν κατ' ουσίαν και, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, κατά το μέρος με το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η επικουρική, εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού, βάση της ως άνω αγωγής, κράτησε την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό και δικάζοντας την αγωγή, δέχθηκε αυτήν, ως ορισμένη και νόμιμη και απέρριψε αυτήν ως προς το δεύτερο των εναγομένων νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού" (Ο.Α.Ε.Δ.) - μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη - ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ενώ δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ως προς το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Αγρινίου" και επιδίκασε στους ενάγοντες τα εκεί αναγραφόμενα επιμέρους χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση αυτή Δικαστηρίου στις 14-12-2018 και δεν προκύπτει, η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 01.10.2018, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα του διαλαμβανομένου σε αυτή λόγου αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Με τη διάταξη του άρθρου 904 εδαφ. α' του Α.Κ. ορίζεται ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια και με τη διάταξη του άρθρου 908 εδαφ. α' του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι ο λήπτης υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, επί παροχής εργασίας υπό άκυρη, για οιονδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού), που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης, που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 Υ.Α. Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975, που κύρωσε την από 26.02.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι τα επιδόματα (δώρα) εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας δικαιούνται, όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (Α.Π. 1242/2018, Α.Π. 879/2017, Α.Π. 131/2015, Α.Π. 1113/2013). Επομένως, με την επιφύλαξη αυτή, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας, λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, για οποιοδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου, λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη, δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός, αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού), κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. του Α.Κ. και συγκεκριμένα της ωφέλειας, που αυτός αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία, αφού αυτή έγινε σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης και, επομένως, δεν υφίσταται νόμιμη αιτία, που να δικαιολογεί τη διατήρηση της ωφέλειας στο λήπτη της εργοδότη, στο βαθμό που αυτός έτσι καθίσταται πλουσιότερος, σε βάρος της περιουσίας του εργαζόμενου, από αιτία μη αναγνωριζόμενη από το νόμο. Ειδικότερα, η ωφέλεια, την οποία ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο, συνίσταται στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε, εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας, υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες, για την ίδια εργασία, σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς όμως να λαμβάνονται υπόψη παροχές, όπως οικογενειακά επιδόματα, επιδόματα τριετιών κλπ., που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού, εφόσον αυτά δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυναμένου να προσληφθεί εγκύρως. Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις (Α.Π. 1242/2018, Α.Π. 58/2015, Α.Π. 131/2015, Α.Π. 760/2003) ή ο νόμος, σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας, υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις (Α.Π. 1242/2018, Α.Π. 186/2010). Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού, στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης εργασίας, ως προέχοντος στοιχείου, για τη γένεση αξίωσης από αδικαιολόγητο πλουτισμό και, κατά συνέπεια, είναι αδιάφορο εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης, από οικονομικούς ή άλλους λόγους δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού, με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επ. του Α.Κ., ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 218/1977). Ειδικότερα, δεν εισάγεται υπέρ αυτών εξαίρεση με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση ή εκείνων των παρ. 7 και 8 του ιδίου άρθρου, που προστέθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος από 18.04.2001, με το από 06.04.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ως και εκείνων του Ν. 2190/1994, που αφορούν το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ορίζοντας τους τρόπους πρόσληψης προσωπικού από τους εν λόγω φορείς και, παράλληλα, αποκλείουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Και τούτο διότι, η, παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης, κατά τα άρθρα 174 και 180 του Α.Κ., συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας και εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 Α.Κ., το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και γενικότερα ο φορέας του δημόσιου, στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του ακύρως προσληφθέντος μισθωτού, ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας, που προήλθε από την εργασία, η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας (Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 218/1977). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του Α.Κ. και 6 του α.ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ., κατά το άρθρο 38 του Εισ.Ν.Α.Κ.), προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη. Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας, είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας). Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του Α.Κ., εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης, κ.λπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας. Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας, σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, οπότε η εκμάθηση εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη. Συνεπώς, στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή, εκ μέρους του μαθητευόμενου, εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (Ολ. Α.Π. 4). Συνακόλουθα, στις συμβάσεις αυτές (μη γνήσιες συμβάσεις μαθητείας) εφαρμόζονται [στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού] και οι κατά τα άνω ρυθμίσεις του άρθρου 904 επ. του Α.Κ., προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή εργασίας, εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 εδ. α' και β' (όπως το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 8 του Ν. 2956/2001) και 15 εδ. α' και β' του Ν. 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 205), ορίστηκε, αντίστοιχα, ότι: "1. Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι. - Τ.Ε.Ι. και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής, την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" και "15. Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες, σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου". Μάλιστα, με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προστέθηκε, ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2190/1994 (μετέπειτα καταργηθείσα με το άρθρο 1 του Ν. 3812/2009) επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού, σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ. και ορίσθηκε συγκεκριμένα ότι η πρόσληψη του προσωπικού, το οποίο προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ., διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Συνεπώς, η επιδοτούμενη, κατά τα άνω, πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και, για το λόγο αυτό, ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα (Α.Π. 589/2022, Α.Π. 1242/2018, Α.Π. 217/2017). Από τις ανωτέρω διατάξεις παρέπεται ότι, εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο Φορέα του προσλαμβανομένου, βάσει των προπαρατιθεμένων διατάξεων, σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ., προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου, δεν αποβλέπει, κατά κύριο λόγο, στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδίκευσης, αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας και το Δημόσιο ή τα άλλα δημόσια νομικά πρόσωπα, ως καθιστάμενα, εντεύθεν, αδικαιολογήτως πλουσιότερα, υποχρεούνται, κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ. α' και 908 εδ. α' του Α.Κ., στην απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισαν από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλαν σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας, με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού και χωρίς η νομιμότητα της σχετικής αγωγής να επηρεάζεται από το γεγονός ότι δεν υπήρχε δυνατότητα έγκυρης πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος (Ολ. Α.Π. 4/2021). Εξάλλου, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης, ως σύμβασης έργου, ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή σύμβασης μαθητείας, γνήσιας ή μη, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση, η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ (Ολ. Α.Π. 7/2011 Α.Π. 530/2013). Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης, ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ή μαθητείας (γνήσιας ή μη) ή ως σύμβασης εργασίας ορισμένης ή αόριστης διάρκειας, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α., των Ν.Π.Δ.Δ. και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ. ΑΠ 7/2011, Ολ. ΑΠ 18/2006, Α.Π. 1242/2018, Α.Π. 795/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. Α.Π. 5/2021, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 381/2019, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα : Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, στην από 31-03-2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 57310/1861/31-03-2011 αγωγή τους, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέθεταν, μεταξύ άλλων, ότι απασχολήθηκαν, με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, κατά τα ειδικότερα χρονικά διαστήματα και με τις ειδικότητες που αναφέρονται στην αγωγή, σε διοικητικές υπηρεσίες του πρώην Δήμου Αγγελοκάστρου (οι 1η έως και 5η) και του πρώην Δήμου Παραβόλας (οι 6η έως 12η), οι οποίοι Δήμοι από 1-1-2011 συνενώθηκαν με το πρώην Δήμο Αγρινίου και αποτέλεσαν το πρώτο των εναγομένων και ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Αγρινίου ", δυνάμει των αναφερομένων "Συμφωνητικών Συνεργασίας", στα πλαίσια υλοποίησης του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (stage) στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' Βαθμού, οργανωμένου και χρηματοδοτούμενου από το δεύτερο εναγόμενο - μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη - νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού" (Ο.Α.Ε.Δ.). Ότι οι αρχικές συμβάσεις τους παρατάθηκαν διαδοχικά, μέχρι τις αναφερόμενες ημερομηνίες, μετά δε τη λήξη της τελευταίας για τον καθένα σύμβασης, οι εναγόμενοι έπαυσαν να αποδέχονται τις υπηρεσίες τους. Ότι αυτοί, προσλήφθηκαν, μεν, για το πρόγραμμα κατάρτισης και απόκτησης εργασιακής εμπειρίας του Ο.Α.Ε.Δ., ωστόσο, το πρόγραμμα αυτό δεν ήταν γνήσιο πρόγραμμα κατάρτισης και απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, αλλά ένας έμμεσος τρόπος πλήρωσης των κενών θέσεων εργασίας, που υπήρχαν στους ανωτέρω Δήμους. Ότι, καθόλη τη διάρκεια της απασχόλησής τους στις διοικητικές υπηρεσίες αυτών, παρείχαν εξαρτημένη εργασία, κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας, επί πενθήμερο, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, χωρίς η εργασία τους να διαφέρει εκείνης των δημοτικών υπαλλήλων, που υπηρετούσαν σε αντίστοιχες θέσεις των Δήμων, καλύπτοντας έτσι πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτών, τα αρμόδια όργανα των οποίων καθόριζαν τον τόπο, χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας τους, ασκώντας σε αυτούς τον έλεγχο και την εποπτεία τους, σχετικά με την ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών τους. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο κατ' άρθρα 223 παρ. 1, 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 του ΚΠολΔ, περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής, σε εν μέρει αναγνωριστικό και εν μέρει καταψηφιστικό, με σχετική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις τους, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσαν, κατά τη προφορική συζήτηση της αγωγής, ζήτησαν, κατά μεν την κύρια βάση αυτής: α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να τους καταβάλουν τα αναγραφόμενα στην αγωγή, για έκαστο εξ αυτών, επιμέρους χρηματικά ποσά, που αφορούν διαφορές των νομίμων και των καταβαλλόμενων αποδοχών, σε σχέση με τις αποδοχές των μονίμων υπαλλήλων του πρώτου εναγομένου, επιδόματα (δώρα) Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματα αδείας, για τα ειδικότερα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας που ισχύει για τους ιδιώτες, κατά τις ειδικότερες διακρίσεις και επικουρικά να τους καταβάλουν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, άλλως, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι μεταξύ των διαδίκων δεν υφίστατο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή ότι αυτή ήταν άκυρη, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, τα αναγραφόμενα χρηματικά ποσά, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να τους καταβάλουν το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000,00) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, γ) να αναγνωρισθεί ότι η συνδέουσα αυτούς και τους εναγομένους συμβατική εργασιακή σχέση, είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της γενομένης, κατά της αναφερόμενες ημερομηνίες για έκαστο εξ αυτών, σιωπηρής καταγγελίας των εργασιακών τους συμβάσεων, δ) να καταδικασθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, στην καταβολή των αποδοχών τους από την ημερομηνία λήξης και σιωπηρής καταγγελίας της σύμβασης ενός εκάστου από αυτούς έως 31-05-2013, ε) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αποδέχονται στο μέλλον τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την απειλή χρηματικής ποινής, ύψους τριακοσίων (300,00) ευρώ, για έκαστο εξ αυτών και για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής τους με το διατακτικό της εκδοθησόμενης απόφασης και επικουρικώς να καταδικασθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, στην καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσής τους, εκ της σιωπηρής καταγγελίας, άλλως παύσης της εργασιακής τους σχέσης. Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. του ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής, πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87 / 23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 1417/2014 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη στο σύνολό της, ήτοι τόσο κατά την κύρια, όσο και κατά τις επικουρικές βάσεις αυτής. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 28-04-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2701/28-04-2015 έφεσης από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, με την οποία παραπονέθηκαν για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να γίνει δεκτή στο σύνολό της η ένδικη αγωγή τους, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 4845/2018 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου, δέχθηκε αυτήν εν μέρει κατ' ουσίαν και, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου (ΚΠολΔ 535 παρ. 1), ως προς το κεφάλαιό της με το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η επικουρική, εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού, βάση της ως άνω αγωγής, ήτοι μόνο κατά τα κεφάλαια, που αφορορούσαν τα επιδόματα αδείας και εορτών Χριστουγέννων - Νέου Έτους και Πάσχα, καθώς και διαφορές αποδοχών, κράτησε την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό και δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε αυτήν ως ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 346, 648, 904 επ. του Α.Κ., 22 παρ. 1α του Συντάγματος και 20 παρ. 15 Ν. 2639/1998, καθώς και σε εκείνες των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980 (ΦΕΚ Α. 250) 1 παρ. 2 της 19040/1981 (ΦΕΚ Β' 742) κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1, 2 του Α.Ν. 539/1945 (ΦΕΚ Α' 229) και 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 (ΦΕΚ Α' 57). Ακολούθως, δε, απέρριψε αυτήν, ως προς το δεύτερο των εναγομένων νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού" (Ο.Α.Ε.Δ.) ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, με το σκεπτικό ότι δεν αποδείχθηκε ότι υφίστατο σχέση εργασίας μεταξύ των εναγόντων και του ως άνω νομικού προσώπου, καθώς ουδέποτε τέθηκε στη διάθεσή του η εργασιακή τους δύναμη, με συνέπεια να μην συντρέχει και αντίστοιχη ωφέλεια από τη χρησιμοποίηση των υπηρεσιών τους. Περαιτέρω, δέχθηκε εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την επικουρική βάση της αγωγής, κατά τα πιο πάνω κεφάλαια ως προς το πρώτο των εναγομένων και ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Αγρινίου" και επιδίκασε στους ενάγοντες τα εκεί αναγραφόμενα επιμέρους χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο 6% ετησίως, από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση. Ειδικότερα, από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, χάριν της εξετάσεως του μοναδικού λόγου αναίρεσης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Μεταξύ των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και των φορέων απασχολήσεως, ήτοι των Δήμων Αγγελοκάστρου και Παραβόλας, καταρτίστηκαν τα έτη 2006, 2007 και 2008, οι επίμαχες συμβάσεις στο πλαίσιο προγράμματος [άρθρο 20 ν. 2639/1998 (ΦΕΚ Α' 205)] για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (stage), ως συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας μαθητευομένου, ορισμένου χρόνου και συγκεκριμένα μέχρι τις 25.08.2010 για την πρώτη Γ. Γ.. Ν., μέχρι τις 06.08.2010 για τις δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη Χ. Δ.. Β., Ε. Κ.. Π., Α. Σ.. Π. και Π. Γ.. Ρ., οι οποίες απασχολήθηκαν σε διοικητικές υπηρεσίες του Δήμου Αγγγελοκάστρου και μέχρι τις 28.05.2010 για τους υπόλοιπους έκτη, έβδομη, όγδοη ένατη, δέκατο, ενδέκατη, ενδέκατη και δωδέκατη Μ. Π.. Π., Π. Χ.. Γ., Λ. Χ.. Κ., Π. Κ.. Λ., Κ. Σ.. Μ., Α. Σ.. Τ. και Π. Θ.. Κ., οι οποίοι απασχολήθηκαν σε διοικητικές υπηρεσίες του Δήμου Παραβόλας. Ότι, παρά τα αναγραφόμενα στο "Συμφωνητικό Συνεργασίας", που υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων ότι, δηλαδή, σκοπός των συμβάσεων αυτών ήταν η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, οι ενάγοντες απασχολήθηκαν στο πρώτο εναγόμενο [υπό την προφανή έννοια της απασχόλησής τους στους μετέπειτα καταργηθέντες Δήμους Αγγελοκάστρου και Παραβόλας αντίστοιχα, Των οποίων οιονεί καθολικός διάδοχος είναι ο πρώτος των εναγομένων Δήμος Αγρινίου] με τους ίδιους όρους που εργάζονταν οι μόνιμοι υπάλληλοι αυτού, εκτελώντας τα ίδια καθήκοντα με αυτούς, που υπηρετούσαν, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, στις ίδιες υπηρεσίες και τελούσαν υπό τις δεσμευτικές οδηγίες του πρώτου εναγομένου, ως προς τον τόπο, τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας τους, επί πενθήμερο εβδομαδιαίως, κατά πλήρες ωράριο. Ότι οι επίμαχες συμβάσεις, καθόλη τη διάρκειά τους, ήταν στην πραγματικότητα συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας μαθητευόμενου ορισμένου χρόνου, για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του εναγομένου νομικού προσώπου. Ότι οι συμβάσεις αυτές ήταν άκυρες και ότι δεν μπορούσαν να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, καθώς δεν συνέτρεχαν οι προβλεπόμενες νόμιμες προϋποθέσεις για την πρόσληψη των εναγόντων (άρθρα 3, 5, 6, 7 του π.δ/τος 164/2004 και 180 Α.Κ.), αλλά λειτούργησαν ως απλές σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο ότι οι ενάγοντες, που απασχολήθηκαν στο εναγόμενο, με απλή σχέση εργασίας, δικαιούνται τα επιδόματα αδείας, καθώς και εορτών Χριστουγέννων - Νέου Έτους και Πάσχα, ευθέως από το νόμο, ενώ τις διαφορές αποδοχών δικαιούνται από τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ως ωφέλεια, η οποία συνίσταται στο ποσό των αποδοχών, που το εναγόμενο θα κατέβαλε σε έτερους εργαζόμενους του, απασχολούμενους με έγκυρη σύμβαση, υπό τις ίδιες συνθήκες, για την αυτή εργασία, με τις ικανότητες και τα προσόντα των εναγόντων, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις των τελευταίων (εναγόντων), που δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυναμένου να προσληφθεί εγκύρως, αφού για το εν λόγω ποσό, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο, καθίσταται, άνευ νόμιμης αιτίας, πλουσιότερος ο εναγόμενος εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, ως εκ τούτου, να αποδώσει την εντεύθεν ωφέλειά του. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο προέβη στον υπολογισμό των μισθολογικών διαφορών και ειδικότερα η ωφέλεια υπολογίσθηκε στον ελάχιστο νόμιμο μισθό και επ' αυτού υπολογίσθηκαν τα επιδόματα αδείας, καθώς και εορτών Χριστουγέννων - Νέου Έτους και Πάσχα και συνακόλουθα έκρινε ότι οι ενάγοντες δικαιούνταν, για το ένδικο χρονικό διάστημα, τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά. Στη συνέχεια δε, μετά μερική εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, δέχθηκε εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή, ως προς την επικουρική, εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού, βάση αυτής, και υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους τα αναφερόμενα ποσά, τα οποία συνίστανται στη χρηματική αποτίμηση των παρασχεθεισών υπηρεσιών και στη δαπάνη την οποία εξοικονόμησε το αναιρεσείον από τη μη ανάθεση των ιδίων υπηρεσιών υπό έγκυρες συμβάσεις εργασίας. Με το παραπάνω περιεχόμενο η αγωγή, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, είναι νόμιμη, ως προς την επικουρική της βάση, που έχει ως αίτημα να επιδικασθούν οι αιτούμενες μισθολογικές διαφορές, πλέον των επιδομάτων εορτών και αδείας, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, καθόσον, με βάση τα σε αυτή εκτιθέμενα, εάν ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ήταν άκυρη, το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ως οιονεί καθολικός διάδοχος, των μετέπειτα καταργηθέντων Δήμων, όπου οι αναιρεσίβλητοι παρείχαν ακύρως την εργασία τους, κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερο, εις βάρος της περιουσίας αυτών, κατά τα ποσά, τα οποία θα καταβάλλονταν σε οποιοδήποτε άλλο μισθωτό, που θα απασχολείτο στην ίδια θέση και ο οποίος θα παρείχε τις ίδιες με αυτούς υπηρεσίες, υπό τις αυτές συνθήκες απασχόλησης. Επομένως, έτσι που αποφάνθηκε το Εφετείο, κρίνοντας νόμιμη την προμνημονευόμενη αγωγή, ως προς την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, λόγω απασχόλησης από τους Δήμους Αγγελοκάστρου και Παραβόλας αντίστοιχα, με άκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας των προσληφθέντων ανέργων εναγόντων, σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ. α' και 908 εδ. α' του Α.Κ. Επομένως, ο μόνος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ της παραβίασης της διάταξης του άρθρου 904 παρ. 1 εδ. α' του Α.Κ., το οποίο εφήρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) μειωμένων όμως κατά το μέτρο του άρθρου 281 του Ν. 3463/2006 " Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων ", όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11-12-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 11525/947/14-12-2018 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 4845/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ