ΑΡΙΘΜΟΣ 946/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύoντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Ζαΐρη),Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, -Εισηγήτρια, Μαρία Βασιλάκη, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, και Βασίλειο Καπελούζο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Μ. ή Μ. του Ε., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αικατερίνη Βούλγαρη, περί αναιρέσεως της 57251/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιανουαρίου 2013 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 93/13. Αφού άκουσε Την πληρεξουσία δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, λόγω παραγραφής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 86 του Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", που ισχύει από 1-1-1996, "καμία χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή, πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ή στο αρμόδιο Τελωνείο. Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία βεβαίωση (παρ. 1 ). Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη (παρ. 2 )". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 25 παρ. 7 του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 "ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος συμπληρώνεται μετά την παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής. Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση". Εξ άλλου με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι " Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα Τελωνεία, χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κτλ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: 1) ... 2)... 3)... Τέλος με το άρθρο 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004 , η παράγραφος 7 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, αντικαταστάθηκε ως εξής: "Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι διαχωρίζεται σαφώς η παραγραφή της οφειλής και των χρεών προς το Δημόσιο από την παραγραφή του σε βαθμό πλημμελήματος διωκομένου ειδικού αδικήματος καθυστέρησης καταβολής των βεβαιωμένων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο. Ενώ κατά την παράγραφο 7 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, οριζόταν ότι "ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής (εδάφ. α) και η υποβολή της αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση (εδάφ. 2), με την τελευταία τροποποίηση της παραγράφου αυτής 7, με το προπαρατεθέν άρθρο 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, το παραπάνω πρώτο εδάφιο περί έναρξης παραγραφής του αδικήματος μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής, απαλείφθηκε εντελώς, στο δε δεύτερο εδάφιο προστέθηκε η φράση "Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής". Έτσι με τη νέα αυτή διάταξη δεν υπάρχει πλέον ειδική ρύθμιση, ως προς το θέμα της παραγραφής του αδικήματος του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, και συνεπώς ισχύουν οι κοινές, περί του χρόνου τελέσεως και περί του χρόνου έναρξης της παραγραφής των εγκλημάτων, διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του ΠΚ, ενώ δε μπορεί να γίνει λόγος για από παραδρομή απάλειψη του ανωτέρω πρώτου εδαφίου, το δε άρθρο 86 του Ν. 2362/1995 " Περί Δημοσίου Λογιστικού κτλ", διαλαμβάνει μόνον περί παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου και όχι περί παραγραφής του αδικήματος της καθυστέρησης καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο.(Ολ.Α.Π.2/2011). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2β' του Π.Κ. της παράβασης του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 όπως αντικ. με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997και άρθρο 34 παρ.1 γ'του Ν. 3220/2004, ήτοι της μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, υπό την ιδιότητά του, ως διαχειριστή της εταιρείας " ...", σε βάρος της οποίας είχαν βεβαιωθεί τα παραπάνω χρέη, συνολικού ποσού 1.092.302,17 ευρώ, όπως αυτά αναλυτικά παρατίθενται, στον συνημμένο στο διατακτικό της παραπάνω απόφασης, πίνακα χρεών, με Α/Α 1 έως 29. Στη συνέχεια, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών μετατραπείσα προς τρία (3) ευρώ ημερησίως. Ο αναιρεσείων με το μοναδικό λόγο της αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση, ότι κατ` εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 όπως αντικ. με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997και άρθρο 34 παρ.1 γ'του Ν. 3220/2004 και των κοινών περί παραγραφής διατάξεων των άρθρων 111,112 και 113 του Π.Κ. καταδικάστηκε για τα εν λόγω χρέη, ενώ τα χρέη αυτά είχαν υποκύψει στην οκταετή παραγραφή, αφού, όπως ισχυρίζεται, από το χρόνο που βεβαιώθηκαν αυτά ( 18-6-2004 και 23-6-2004) και μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο (26/11/2012), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας, και συνεπώς το αξιόποινο της πράξης είχε παραγραφεί και το δικαστήριο της ουσίας, όφειλε να παύσει οριστικά την κατ` αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη για τα παραπάνω χρέη. Όπως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, τα ως άνω επί μέρους χρέη, με Α/Α 1 έως 29 του πίνακα χρεών, που έπρεπε να καταβληθούν εφάπαξ, πράγματι βεβαιώθηκαν από την Δ.Ο.Υ. Λαυρίου την 18-6-2004, (τα με Α/Α 1έως και 6 ) και την 23-6-2004 ( τα με Α/Α 7 έως και 29), όπως προκύπτει από τη σχετική στήλη με την ένδειξη "στοιχεία βεβαίωσης" του πίνακα χρεών και όπως διατείνεται ο αναιρεσείων. Όμως, όλα τα ως άνω χρέη με Α/Α 1 έως και 29, έπρεπε να καταβληθούν εφάπαξ, την 30-7-2004, όπως από τη σχετική στήλη με την ένδειξη " τρόπος πληρωμής" του πίνακα χρεών επίσης προκύπτει. Ως εκ τούτου, εφόσον πραγματικός χρόνος διαπράξεως του εγκλήματος της μη καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο, είναι, σύμφωνα με το άρθρο 34 παρ. 2 του Ν 3220/2004, που προαναφέρθηκε, ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών, από τότε που τα χρέη έπρεπε να καταβληθούν, οπότε αυτά κατέστησαν ληξιπρόπεσμα και απαιτητά και αρχίζει η ποινική ευθύνη του οφειλέτη (βλ. A.Π. 1726/2011 πρβλ. Α.Π. 1008/2012) και όχι από τότε που βεβαιώθηκαν αυτά, όπως αβάσιμα ο αναιρεσείων διατείνεται, από το χρονικό αυτό σημείο της συμπλήρωσης τετραμήνου, που επί του προκειμένου τοποθετείται χρονολογικά στις 1-12-2004, άρχισε να τρέχει και η οκταετής παραγραφή, συνυπολογοζομένου και του χρόνου αναστολής αυτής, η οποία, όμως, όπως δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την 26-11-2012, οπότε εκδικάσθηκε από το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο η παραπάνω αξιόποινη πράξη. Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας, που δέχθηκε τα ίδια, δεχόμενο ως χρόνο τέλεσης της πράξης, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό την 1-12-2004, ήτοι το χρόνο της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών, από του χρόνου που τα χρέη έπρεπε να καταβληθούν, (30-7-2004), και όχι από του χρόνου βεβαίωσης αυτών, ( 18-6-2004 και 23-6-2004), όπως αβάσιμα ο αναιρεσείων διατείνεται, και απέρριψε τον ισχυρισμό του περί παραγραφής, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 25 παρ. 7 του Ν. 1882/1990, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 34 παρ. 2 του Ν. 3220/2004, και τις κοινές περί παραγραφής διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του Π.Κ. και ο εκ του άρθρου δε 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης λόγω μη παύσεως οριστικά της ποινικής δίωξης, συνεπεία παραγραφής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης προς έρευνα, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7-1-2013 (υπ` αριθ. πρωτ. 122/8-1-2013) ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ασκηθείσα αίτηση-δήλωση του Μ. Μ. ή Μ. του Ε., για αναίρεση της με αριθμό 57251/2012, αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Ιουνίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ