Αριθμός 241/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Χ. Λ. του Θ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Τσιράκη - Γιαβή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Α. του Χ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταμάτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/10/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κρωπίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 636/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4984/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/7/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 5-7-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ'αριθ.4984/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 29-9-2014 έφεσης του δευτέρου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος που απέρριψε την έφεση του κατά της υπ'αριθ.636/2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Κρωπίας. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 5-10-2011 αγωγή του αντιδίκου του εναντίον του υποχρεώνοντάς τον να του καταβάλει, ως αντισυμβαλλόμενός του-πωλητής, το ποσό των 8.310 ευρώ, λόγω μειώσεως του συνομολογηθέντος και καταβληθέντος τιμήματος πωλήσεως συνεπεία ύπαρξης πραγματικών ελαττωμάτων και ελλείψεως συνομολογηθείσης ιδιότητας του πωληθέντος πράγματος, ενώ είχε απορριφθεί η αγωγή ως προς τον επίσης εναγόμενο, άμεσο αντιπρόσωπο του ήδη αναιρεσείοντος- εναγομένου. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' αριθμ. 4, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Από τη διάταξη του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που διαλαμβάνονται περιοριστικά στην υπόψη διάταξη και ότι σε αυτούς δεν περιλαμβάνεται ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα λόγος (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 82/2011, ΑΠ 1130/2009), ο οποίος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος. Αντίθετα, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής), εκτιμά κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται σε αυτή και που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του για τη νομική βασιμότητά της ή, αντίθετα, έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, αν και περιλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης (Α.Π.335/2018, Α.Π. 64/2017, ΑΠ 496/2016, ΑΠ 853/2014, ΑΠ 314/ 2004). Εξάλλου, ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε, ως αόριστη (ΑΠ 807/2017). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, λόγω αοριστίας του δικογράφου της αγωγής του αντιδίκου του, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο εφέσεώς του, με την αιτίαση ότι στην αγωγή αυτή, περί αποδόσεως του αιτούμενου ποσού μειώσεως του συνομολογηθέντος και καταβληθέντος τιμήματος πωλήσεως αυτοκινήτου, λόγω ύπαρξης πραγματικών ελαττωμάτων του και ελλείψεως συνομολογηθείσης ιδιότητάς του, δεν αναφέρονται, τα απαραίτητα για την πληρότητά της στοιχεία και συγκεκριμένα τα εξουσιοδοτημένα συνεργεία της ΒΜW στα οποία μετέβη ο ενάγων προς έλεγχο του πωληθέντος αυτοκινήτου, ο χρόνος των γενόμενων ελέγχων προ διαπίστωση των ελαττωμάτων του, ούτε τα παραστατικά έγγραφα που εκδόθηκαν για τους ελέγχους αυτούς. Με το περιεχόμενο αυτό, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι έτσι διατυπωμένος δεν ανάγεται στη νομική αοριστία της αγωγής, ώστε να ιδρύει τον με αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, αλλά οι αιτιάσεις του στηρίζονται στο λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, (δηλαδή σε ποσοτική αοριστία) ο οποίος, όμως, δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα, για τους οποίους και μόνον επιτρέπεται αναίρεση κατά της προσβαλλομένης απόφασης, καθώς πρόκειται για απόφαση του πρωτοδικείου, εκδοθείσα σε έφεση κατά της αποφάσεως του ειρηνοδικείου. Κατά το άρθρο 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., που είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αριθμ.19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον άνω αναιρετικό λόγο ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε, δηλαδή, ο λόγος αυτός προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν, από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής αυτής ένστασης, και επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.Α.Π. 9/2016). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων. Η έλλειψη ή ανεπάρκεια ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της από 26-4-2011 προφορικής συμφωνίας, που κατήρτισαν ο εκκαλών-δια του αντιπροσώπου του β' εφεσίβλητου (Χ. Κ.), που ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό του- και ο α' εφεσίβλητος, στο ... ο πρώτος πώλησε στον τελευταίο ένα μεταχειρισμένο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής ΒΜ\Λ/, 3.246 κυβ.εκ., με αριθμό κυκλοφορίας ..., χρώματος μαύρου, με αριθμό πλαισίου ... νέας αντιρρυπαντικής κυκλοφορίας, με ηλιοροφή, αντί του τιμήματος των 20.310 ευρώ, το οποίο ο αγοραστής εξόφλησε σε δύο δόσεις, με την καταβολή του ποσού των 1.000 ευρώ την 26η-4-2011 και του ποσού των 19.310 ευρώ την 28η-4-2011. Ο α' εφεσίβλητος προέβη στην αγορά του οχήματος, αφού εκτίμησε τα χαρακτηριστικά του, όπως διαφημίζονταν και στα οποία απέδωσε ιδιαίτερη σημασία, και κυρίως ότι κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το έτος 2004 και ότι είχε διανύσει μόλις 95.000 χιλιόμετρα, χαρακτηριστικά τα οποία επιδρούν, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, στην αξία του, αλλά και κατόπιν προφορικών διαβεβαιώσεων του πωλητή ότι αυτό είχε ελεγχθεί από το συνεργείο του και δεν έχρηζε ουδεμίας επισκευής, πλην των μπροστινών δισκόπλακων των φρένων. Ωστόσο, την αμέσως επόμενη της αγοράς ημέρα το όχημα εμφάνισε προβλήματα στη λειτουργία του, καθώς η μπαταρία του είχε αποφορτισθεί και αντικαταστάθηκε από τον πωλητή, ενώ τις επόμενες ημέρες δεν κινούταν ομαλά και σταθερά και για το λόγο αυτό, στις 11-5-2011 ο α' εφεσίβλητος το μετέφερε προς έλεγχο στο συνεργείο της εταιρείας με την επωνυμία "...." που ασχολείται με την επισκευή, service, φανοποιεία, βαφή και εμπόριο ανταλλακτικών και αυτοκινήτων BMW MINI. Εκεί διαπιστώθηκε ότι στο πωληθέν αυτοκίνητο έχει γίνει επέμβαση στην ένδειξη των διανυθέντων χιλιομέτρων, ότι κυκλοφορούσε προ του έτους 2004, καθώς και ότι έχρηζε των κάτωθι επισκευών, οι οποίες αναλυτικά αναγράφονται στην από 11-5-2011 έκθεση τεχνικού ελέγχου που συνέταξε ο αρμόδιος τεχνικός του συνεργείου της ανωτέρω εταιρείας: 1)Ρύθμιση χρονισμού, 2)αλλαγή vanos και αντικατάσταση φίλτρου αυτών, 3)αλλαγή βάσεων εξάτμισης, 4)αλλαγή αισθητήρα "λ", 5)επισκευή κομμένου πατώματος κατόπιν αφαίρεσης πίσω συστήματος, 6)αντικατάσταση ελατηρίων πίσω αμορτισέρ, 7)αντικατάσταση σινεμπλοκ πίσω ψαλιδιών, 8)επισκευή στα εμπρόσθια φανάρια, 9)αλλαγή φλάντζας βαλβίδων, 10)αντικατάσταση αντλίας νερού και τέσσερα (4) λάστιχα, 11 )αντικατάσταση μπουζί, 12)αντικατάσταση φίλτρου λαδιού, βενζίνης, κλιματισμού και αέρος, 13)ευθυγράμμιση, 14)συμπλήρωση υγρών φρένων, 15)συμπλήρωση βαλβολίνων διαφορικού και σασμάν, 16)συμπλήρωση υγρού πλυστικής και αντιψυκτικού, και 17)αντικατάσταση φλαντζών (λάστιχα βαλβίδων)....Ο πρώτος εφεσίβλητος, αφού παρέλαβε το όχημα και διαπίστωσε ότι δεν ήταν λειτουργικό, απευθύνθηκε στην εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία από τον έλεγχο που· διενήργησε και με τη χρήση κατάλληλων ηλεκτρονικών συστημάτων, κατέληξε ότι το όχημα κυκλοφορούσε από το έτος 2001 και όχι από το έτος 2004, όπως αναγραφόταν στην άδεια κυκλοφορίας ως ημερομηνία χορήγησης αυτής για πρώτη φορά, έχοντας διανύσει στις 21-6-2001 12.305χλμ και ακολούθως, στις 17-12-2003 είχε διανύσει 110.373χλμ και στις 5-10-2004 126.512χλμ, και συνακόλουθα, δεν ήταν αληθές ότι όταν πωλήθηκε στον α' εφεσίβλητο τον Απρίλιο του 2011, δηλαδή επτά έτη αργότερα, αυτό είχε διανύσει μόλις 96.000χλμ, όπως υποσχόταν ο πωλητής,-αφού είχαν αφαιρεθεί περί τα 126.000χλμ.........Με βάση όσα προεκτέθηκαν αποδεικνύεται ότι έως την πώληση και παράδοσή του στον πρώτο εφεσίβλητο (αναιρεσίβλητο) το ως άνω όχημα είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά προ του έτους 2004 και σίγουρα πριν από τις 21-6-2001, οπότε υποβλήθηκε σε service, ότι είχε διανύσει πολύ περισσότερα των 95.000 χιλιομέτρων, και ότι έφερε επιπλέον και τα πιο πάνω ελαττώματα, τα οποία επισκευάστηκαν προκειμένου να καταστεί λειτουργικό, εξαιτίας των οποίων η αγοραστική αξία του στην Ελλάδα δεν ανερχόταν στο ποσό των 20.310 ευρώ, αλλά στο ποσό των 12.000,00 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο ενόψει των ανωτέρω ιδιοτήτων του και των λαμβανομένων αυτεπαγγέλτως υπόψη διδαγμάτων της κοινής πείρας. Επομένως, κατά το χρόνο πώλησής του το επίδικο όχημα στερούνταν των συνομολογηθεισών ιδιοτήτων και παρουσίαζε πραγματικά ελαττώματα, ώστε η αξία του να ανέρχεται σε μικρότερο ποσό από το συμφωνηθέν τίμημα, δηλαδή στο ποσό των 12.000 ευρώ αντί των 20.310 ευρώ, με αποτέλεσμα ο αγοραστής να δικαιούται να ζητήσει την μείωσή του. Ο πρώτος εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσίβλητος), αφού κατέβαλε ολόκληρο το συμφωνηθέν τίμημα, άσκησε την υπό κρίση αγωγή κατά του εκκαλούντος (ήδη αναιρεσείοντος) εντός χρονικού διαστήματος πέντε (5) μηνών από την επίδικη πώληση, ζητώντας να μειωθεί το τίμημα της πώλησης για τους ανωτέρω λόγους. Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και να υποχρεωθεί ο εκκαλών πωλητής να του καταβάλει την διαφορά της αξίας του πωληθέντος με και χωρίς τα ελαττώματα και τις συνομολογηθείσες ιδιότητες και συγκεκριμένα, το ποσό των 8.310,00 ευρώ (20.310,00-12.000,00), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, υποχρεώνοντας τον αναιρεσείοντα να του καταβάλει, ως αντισυμβαλλόμενός του-πωλητής, το ποσό των 8.310 ευρώ, λόγω μειώσεως του συνομολογηθέντος και καταβληθέντος τιμήματος πωλήσεως συνεπεία ύπαρξης πραγματικών ελαττωμάτων και ελλείψεως συνομολογηθείσης ιδιότητας του πωληθέντος πράγματος κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης πωλήσεως και μετάθεσης του κινδύνου. Το Εφετείο, κρίνοντας όπως πιο πάνω αναφέρεται, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ελλιπών και ανεπαρκών αιτιολογιών, καθόσον διέλαβε σ' αυτή την απαιτούμενη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 513, 211, 522, 534, 535, 537 και 540 ΑΚ, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Τούτο δε διότι εκτίθενται στην απόφασή του, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενό της, με σαφήνεια, επάρκεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα και συγκεκριμένα η κατάρτιση μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου, δια του αμέσου αντιπροσώπου του τελευταίου, της ένδικης σύμβασης πωλήσεως μεταχειρισμένου ΙΧΕ αυτοκινήτου, της καταβολής του συνομολογηθέντος τιμήματος από τον ενάγοντα-αγοραστή στον αντισυμβαλλόμενό του - πωλητή, η ύπαρξη συγκεκριμένων πραγματικών ελαττωμάτων και έλλειψη συνομολογηθεισών ιδιοτήτων κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης πωλήσεως και παράδοσης του αυτοκινήτου στον ενάγοντα-αγοραστή, η συνεπεία τούτων μείωση του τιμήματος πωλήσεως στο ποσό των 12.000 ευρώ, και η απόδοση στον ενάγοντα, του επιπλέον τούτου καταβληθέντος, ποσού των 8.310 ευρώ κατά το οποίο έγινε δεκτή η αγωγή. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η πληττόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει αιτιολογία για την επιδίκαση εις βάρος του ολοκλήρου του ποσού της μειώσεως του τιμήματος, των 8.310 ευρώ, με την επίκληση ότι θα έπρεπε να επιδικασθεί σε βάρος του μικρότερο, κατά 2.000 ευρώ, ποσό, διότι ο ενάγων ναι μεν είχε καταβάλει το συνολικό τίμημα πωλήσεως του αυτοκινήτου, όμως από αυτό, ο άμεσος αντιπρόσωπός του (του αναιρεσείοντος- πωλητή) παρακράτησε ποσό 2.000 ευρώ ως αμοιβή του, στα πλαίσια της μεταξύ τους έννομης σχέσης, και του παρέδωσε το υπόλοιπο. Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος επιστηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι αλυσιτελείς, καθόσον τα ανωτέρω επικαλούμενα περιστατικά δεν αποτελούν στοιχείο του πραγματικού των διατάξεων της συμβάσεως πωλήσεως που εφαρμόστηκαν και δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής, κατά τα ανωτέρω, αλλά αφορούν άλλη έννομη σχέση, και δη την εσωτερική σχέση που συνδέει τον εναγόμενο (αναιρείοντα) με τον άμεσο αντιπρόσωπό του στα πλαίσια της οποίας ο πρώτος κατέβαλε στον δεύτερο την ιστορούμενη αμοιβή των 2.000 ευρώ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020). Ως εκ τούτου, και ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, 1588/2017). Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται από τον αναιρεσείοντα στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα με λόγο εφέσεώς του ισχυρισμό ότι δεν έπρεπε να επιδικαστεί σε βάρος του ολόκληρο το ποσό της μειώσεως του τιμήματος, των 8.310 ευρώ, αλλά μικρότερο, κατά 2.000 ευρώ, ποσό, διότι ο άμεσος αντιπρόσωπός του από το καταβληθέν τίμημα παρακράτησε ως αμοιβή του 2.000 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι η επικαλούμενη αιτίαση αποτελεί αρνητικό ισχυρισμό στην αγωγική βάση για απόδοση στον ενάγοντα, μετά τη μείωση του τιμήματος πωλήσεως, του επιπλέον τούτου καταβληθέντος ποσού, και δεν συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια που αναπτύχθηκε παραπάνω, για να θεμελιώσει τον εκ των άρθρου 560 αριθμ.5 λόγο αναιρέσεως. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση με την αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε την έφεσή του ως απαράδεκτη κατά το μέρος που αυτή στρεφόταν κατά του ομοδίκου του Χ. Κ., συνεναγομένου του στην ένδικη αγωγή με την ιδιότητα του ενεργούντος ως αμέσου αντιπροσώπου του στην ένδικη πώληση, με την αιτιολογία ότι η πρωτοβάθμια απόφαση δεν περιέχει κάποια υπέρ αυτού διάταξη η οποία να βλάπτει τον εκκαλούντα, ούτε ο τελευταίος επικαλείται κάτι τέτοιο, ενώ με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση των ορισμών του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Με το περιεχόμενο αυτό, οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι οι αιτιάσεις του μεν τρίτου στηρίζονται στο λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, του δε τετάρτου στο λόγο του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ, οι οποίοι όμως, δεν περιλαμβάνονται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα, για τους οποίους και μόνον επιτρέπεται αναίρεση κατά της προσβαλλομένης απόφασης, καθώς πρόκειται για απόφαση του πρωτοδικείου, εκδοθείσα σε έφεση κατά της αποφάσεως του ειρηνοδικείου. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά του, (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3Β εδ.δ' του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5-7-2021 αίτηση του Χ. Λ. για αναίρεση της υπ'αριθ.4984/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ