Αριθμός 1477/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Η. Ο. του Σ., κατοίκου …ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραχάλιο. Της αναιρεσιβλήτου: Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "STANDARD CHARTERED INTERNATIONAL (USA) LTD" πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΞΠΡΕΣ ΛΤΔ" (AMERIKACAN EXPRESS BANK LTD), η οποία εδρεύει στις …λειτουργεί νόμιμα και στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο - Κανάρη Λειβαδά. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Οκτωβρίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4782/2008 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε αναρμόδιο καθ' ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και 6689/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18 Απριλίου 2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 23 Νοεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως και να απορριφθούν οι υπόλοιποι. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκουσία εκτέλεσε της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 5, ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, συνιστάμενο σε παραδοχή καθ' ύλην αυτού του ίδιου και, επομένως, τέτοιος λόγος δεν ιδρύεται όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνει εσφαλμένα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην για την εκδίκαση της υποθέσεως (βλ. Ολ. ΑΠ 3/1991, Ολ. ΑΠ 30/1995). Σε αυτήν την τελευταία περίπτωση δεν ιδρύεται ούτε ο από τον αριθ. 1, ή από τον αριθ.19, του ως άνω άρθρου 559 λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται στην πλημμέλεια της εκ μέρους του ίδιου δικαστηρίου ευθείας ή εκ πλαγίου παραβιάσεως κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί της καθ' ύλην αρμοδιότητας διατάξεις είναι όχι του ουσιαστικού αλλά του δικονομικού δικαίου, τούτο δε δεν αλλάζει εκ του ότι το εν λόγω δικαστήριο την κρίση του περί της αναρμοδιότητας του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι επίσης παραβιάστηκε, αφού τελικά με την απόφαση εκείνου δεν επιλύεται τίποτε άλλο παρά μόνο το δικονομικό ζήτημα του ποιο είναι το για τη συγκεκριμένη υπόθεση καθ' ύλην αρμόδιο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 257/2001, πρβλ. Ολ. ΑΠ 1/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο, εκτίμησαν το δικόγραφο της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης έκρινε ότι οι στην ιστορική της βάση αναφερόμενες αξιώσεις γεννήθηκαν εξ' αιτίας της λύσης της σύμβασης παροχής εξηρτημένης εργασίας που είχε καταρτίσει με την εναγομένη - αναιρεσίβλητη και, συνεπώς, ότι οι από τη σχέση αυτή πηγάζουσες και με την ένδικη αγωγή ασκηθείσες απαιτήσεις του αναιρεσείοντος εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 663 αριθ. 1 επ. Κ.Πολ.Δικ. Κατόπιν δε αυτού, χωρίς να εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και αφού επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε κριθεί ότι επρόκειτο περί διαφοράς υπαγομένης στην καθ' ύλη αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου και όχι του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, στο οποίο είχε εισαχθεί, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 4782/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί, το αποδιδόμενο στο Εφετείο σφάλμα, με τον πρώτο και τρίτο λόγους της αιτήσεως, δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ούτε από άλλο αριθμό αυτού του άρθρου και συνεπώς η αναίρεση, μη αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τις οριζόμενες περιοριστικώς στο άρθρο τούτο, είναι προεχόντως απαράδεκτη και ως προς τις λοιπές αιτιάσεις της, από τους αριθμούς 1, 5, 8 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Ολ. ΑΠ 30/1995, ΑΠ 3/1991). ΙΙ). Η παράβαση του άρθρου 218 ίδιου Κώδικα, κατά την οποία επί ενώσεως περισσότερων αιτήσεων μη υπαγομένων στο ίδιο είδος διαδικασίας διατάσσεται από το δικαστήριο ο χωρισμός, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως και συγκεκριμένα τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. Κατ` ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι εσφαλμένα έκρινε ότι πρέπει να δικασθεί κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών το σωρευόμενο στην ένδικη αγωγή αίτημα του αναιρεσιβλήτου περί καταβολής σ' αυτόν χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, κατά τα άρθρα 914 και 932 Α.Κ, ενώ το αίτημα αυτό δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (ΑΠ 1472/1990, ΑΠ 612/2002) . ΙΙΙ). Οι λόγοι αναίρεσης από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ προϋποθέτουν εφαρμογή ουσιαστικών και όχι δικονομικών διατάξεων νόμου, όπως είναι οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 176, 178, 179 του ΚΠολΔ και 100, 107 παρ.1 Κωδ. Δικ. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, ο αναιρεσείων προβάλλει τις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ πλημμέλειες κατά της προσβαλλόμενης απόφασης της ευθείας άλλως εκ πλαγίου παραβιάσεως των άρθρων 176, 178, 179 ΚΠολΔ και 100, 107 παρ.1 Κωδ. Δικ. και ειδικότερα ότι εσφαλμένα υπολογίστηκαν τα σε βάρος του επιδικασθέντα έξοδα με βάση το χρηματικό αντικείμενο της διαφοράς, αντί να υπολογιστούν με βάση τις προβλεπόμενες από τον Κωδ. περί Δικηγόρων ελάχιστες αμοιβές για κάθε διαδικαστική πράξη. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού οι επικαλούμενες πλημμέλειες αναφέρονται στην εφαρμογή των παραπάνω δικονομικού δικαίου κανόνων (ΑΠ 819/11). Περαιτέρω, η καταψήφιση στα δικαστικά έξοδα του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρ. 176 ΚΠολΔ), ενώ ο συμψηφισμός, εν όλω ή εν μέρει, των δικαστικών εξόδων λόγω ιδιαίτερης δυσχέρειας που εμφανίζει η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ. 118/11, 629/10, 98/09, 1533/08 ν.δ). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία άλλως εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων, γιατί δεν συμψήφισε εξ ολοκλήρου τα δικαστικά έξοδα, κατ` άρθρο 179 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά τις ανωτέρω αιτιάσεις πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η ρύθμιση του θέματος των δικαστικών εξόδων ανατέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατ` άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ. Κατά τη γνώμη όμως του Εισηγητή Αρεοπαγίτη ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, έπρεπε να γίνει δεκτός, καθ' όσον οι διατάξεις για τον προσδιορισμό του ύψους της δικηγορικής αμοιβής κατά τις διατάξεις των άρθρων 46, 176 Κ.Πολ.Δ. και 107 παρ. 1 και 2 Κωδ. Δικ. στην περίπτωση, κατά την οποία ο διάδικος που εισήγαγε την υπόθεση σε αναρμόδιο δικαστήριο ηττάται, και ως εκ τούτου καθίσταται υπόχρεως στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης του αντιδίκου του, είναι ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς η περί τούτου κρίση του Δικαστηρίου ελέγχεται αναιρετικώς από τον άριθ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18.4.2011 αίτηση αναίρεσης του Η. Ο., για αναίρεση της 6689/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ