Αριθμός 677/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "NP INSURANCE - ΝΕΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ Α.Ε.Α.Ε.", όπως η επωνυμία αυτής τροποποιήθηκε από "ΝΕΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ Α.Ε.Α.Ε." που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Μαρία Λαγού και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Κ. Μ., 2. Κ. Ε. Μ. και 3. Π. Α. Ν., κατοίκων απάντων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Νικόλαο Ζέρβα, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ, 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 166/29-12-2005 αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση, την 122/25-8-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις:205/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 51/2010 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-6-2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 26-2-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και την αναίρεση της 51/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας) κατά το μέρος που δεχόμενο την έφεση της αναιρεσείουσας απέρριψε την από 25-8-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή της ως αόριστη. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Αν δε το δικαστήριο απορρίπτει την αγωγή, αν και το δικόγραφο της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία δεν είναι αόριστο, και δεν προβαίνει στην κατ' ουσία εξέτασή της, κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. κηρύσσει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ.14 ή και 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1330/2002) και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 571/2004). Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 Ν. 489/76 "Ο ασφαλιστής δεν δύναται να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος προσώπου ασκούντος την κατ' άρθρο 10 παρ. 1 αξίωση ενστάσεις απορρέουσες εκ της ασφαλιστικής σύμβασης, επιφυλλασομένου αυτώ του δικαιώματος αγωγής κατά του ησφαλισμένου, του αντισυμβαλλόμενου και του οδηγού". Το κατά τα ανωτέρω δικαίωμα αναγωγής της ασφαλιστικής εταιρίας θεμελιώνουν οι γενικές και ειδικές εξαιρέσεις από την ασφαλιστική κάλυψη, που προβλέπονται στις διατάξεις των άρθρων 12, 25 και 26 της K4/585/1978 ΑΥΕ που κατά το χρόνο της ισχύος τους μπορούσαν να καταστούν περιεχόμενο της ασφαλιστικής συμβάσεως με τα ρητή παραπομπή σ' αυτές με όρο του ασφαλιστηρίου. Ειδικότερα, ορίζεται στο άρθρο 12 παρ. 2, 3, 4 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ (ΦΕΚ 795, τ. ΑΕ και ΕΠΕ) ότι κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης ο αντισυμβαλλόμενος υποχρεούται να γνωστοποιεί στον ασφαλιστή τα στοιχεία του κυρίου ή κατόχου του οχήματος και να γνωρίζει σ' αυτόν κάθε αιτούμενο στοιχείο ή περιστατικό, που μπορεί να έχει επίδραση στην αναδοχή των κινδύνων και των καταβλητέων ασφαλίστρων. Όσο δε διαρκεί η σύμβαση, ο αντισυμβαλλόμενος και οι ασφαλισμένοι υποχρεούνται να γνωστοποιούν στον ασφαλιστή, μέσα σε τρεις εργάσιμες ημέρες αφότου έλαβαν γνώση, κάθε μεταβολή των στοιχείων της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, όπως και κάθε περιστατικό, που μπορεί να μεταβάλει ή να επιτείνει τον κίνδυνο, καθώς και κάθε μεταβολή της κυριότητας ή κατοχής του οχήματος. Η επαύξηση του κινδύνου αναφέρεται στον ασφαλισμένο κίνδυνο. Σε περίπτωση δε παράβασης των παραπάνω ασφαλιστικών βαρών από δόλο ή βαριά αμέλεια του αντισυμβαλλομένου ή κάποιου από τους ασφαλισμένους, αυτός υποχρεούται να αποκαταστήσει οποιοδήποτε ποσό αποζημίωσης και εξόδων, στα οποία ήθελε υποβληθεί ο ασφαλιστής απ' αυτή την παράβαση. Η επίταση δε αυτή του κινδύνου, που αναφέρεται στον ασφαλισμένο κίνδυνο, πρέπει να έχει διάρκεια και να μην είναι παροδική. Η παράβαση αυτή των ασφαλιστικών βαρών δεν επάγεται αυτόματα τη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης ή δικαίωμα καταγγελίας από τον ασφαλιστή, αλλά καθιερώνει μόνο υποχρέωση αποζημίωσης του ασφαλιστή μόνο αν η παράβαση οφείλεται σε δόλο ή βαρεία αμέλεια του αντισυμβαλλομένου ή των ασφαλισμένων. Ελαφρά αμέλεια δεν αρκεί. Περιεχόμενο της αποζημιώσεως είναι η αποκατάσταση κάθε ζημίας και των εξόδων στα οποία ήθελε υποβληθεί ο ασφαλιστής από την παράβαση αυτή. 0 ασφαλιστής οφείλει στην κατά του ασφαλισμένου αγωγή να επικαλεστεί την παράβαση του ασφαλιστικού βάρους, ότι αυτή προέρχεται από τον αντισυμβαλλόμενο ή τον ασφαλισμένο, τη ζημία του και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παραβάσεως του ασφαλιστικού βάρους και της ζημίας. Όλα τα παραπάνω στοιχεία συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής. Ο ασφαλιστής δικαιούται ν' απαιτήσει αποζημίωση προς αποκατάσταση της ζημίας η οποία προκαλείται από την παράβαση του ασφαλιστικού βάρους. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβάσεως του ασφαλιστικού βάρους και της ζημίας του ασφαλιστή. Η αιτιώδης αυτή συνάφεια είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής και ακολούθως την ουσιαστική βασιμότητα της. Επομένως σε περίπτωση παράβασης ασφαλιστικού βάρους κατά την έννοια του άρθρου 12 της πιο πάνω Υπουργικής αποφάσεως για να συντρέξει αιτιώδης συνάφεια πρέπει ο ασφαλιστής να ισχυριστεί και αποδείξει ότι το ατύχημα οφείλεται ακριβώς στην παράβαση αυτή. Περαιτέρω, με τα άρθρα 25 και 26 της ίδιας υπουργικής αποφάσεως προβλεπόταν 17 περιπτώσεις και 5 περιπτώσεις, αντίστοιχα, με την έννοια των γενικών και ειδικών αντίστοιχα εξαιρέσεων από την ασφαλιστική κάλυψη, που συγκροτούν συγχρόνως και παράβαση ασφαλιστικών βαρών, η οποία με την επέλευσή της θεμελιώνει την απαλλαγή της ασφαλιστικής εταιρείας συμβατικά ανεξάρτητα από την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους και της ζημίας και υπαιτιότητας στο πρόσωπο του ασφαλισμένου κατά την παράβαση του ασφαλιστικού βάρους, εκτός εάν η επίκληση του λόγου απαλλαγής εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας αποκρούεται από τον ασφαλισμένο με την ένσταση από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Τέλος, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν, στα πλαίσια του άρθρου 1 και 2 του Ν. 2496/97, της ελευθερίας των συμβάσεων και του άρθρου 361 AK, να συμφωνήσουν και άλλους προσθετούς όρους (εξαιρέσεις από την ασφαλιστική κάλυψη), πέραν των προβλεπόμενων από την παραπάνω AYE, όπως τον αποκλεισμό της ευθύνης του ασφαλιστή σε περίπτωση πρόκλησης ατυχήματος από οδηγό ηλικίας κάτω των 23 ετών, χωρίς να έχει δηλωθεί η ηλικία στην ασφαλιστική εταιρία και να έχει καταβληθεί επασφάλιστρο. Ο εν λόγω όρος αποτελεί εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη και όχι παράβαση ασφαλιστικού βάρους, όπως κατά τα προαναφερθέντα λεπτομερώς περιέχονται στο άρθρο 12 της ως άνω Α.Υ.Ε., και θεμελιώνει δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή, με διαφορετικές προϋποθέσεις αναγωγής, απ' ότι στην περίπτωση αποζημίωσης λόγω παράβασης ασφαλιστικού βάρους, καθώς στις περιπτώσεις εξαιρέσεων από την ασφαλιστική κάλυψη δεν απαιτείται να αναγράφεται στο δικόγραφο, ούτε και ερευνάται η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παραβάσεως και του επελθόντος ατυχήματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις των ασφαλιστικών βαρών, όπου απαιτείται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβάσεως του ασφαλιστικού βάρους και της ζημίας. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 25-8-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία και ήδη αναιρεσείουσα εκθέτει ότι εναντίον της ασκήθηκε η από 29-12-2005 κυρία αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτει ενσωματωμένο και ότι ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του ασφαλισμένου σ' αυτή οχήματος, ήταν κατά τον χρόνο του ατυχήματος είκοσι ετών, ήτοι νεότερος των είκοσι τριών ετών, χωρίς όμως να έχει δηλωθεί η ηλικία του σ' αυτή και να έχει καταβληθεί επασφάλιστρο, με αποτέλεσμα το ένδικο ατύχημα να εμπίπτει στις εξαιρέσεις της ασφαλιστικής κάλυψης, σύμφωνα με τον αναφερόμενο στην παρεμπίπτουσα αγωγή όρο, που περιλαμβάνεται στους γενικούς όρους που αποτελούν συμβατικούς όρους του υπ' αριθμ. 1190794220/2005 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το οποίο παρέλαβαν οι δεύτερος και τρίτη των εναγόντων, χωρίς να εναντιωθούν. Με βάση τα παραπάνω ζήτησε μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ν' αναγνωριστεί ότι οι παρεπιμπτόντως εναγόμενοι οφείλουν να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το 50% του ποσού που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες της κυρίας αγωγής, σε περίπτωση που αυτή γίνει δεκτή, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρεμπίπτουσας αγωγής, αλλιώς από την επομένη της καταβολής. Επικουρικώς δε ζήτησε την καταβολή του ως άνω ποσού, επικαλούμενη ότι η εκ μέρους της πληρωμή, παρότι αυτή εξαιρείται της ασφαλιστικής σύμβασης, θα έχει ως αποτέλεσμα να καταστούν πλουσιότεροι οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι σε βάρος της, χωρίς νόμιμη αιτία, καθόσον απέφυγαν την πληρωμή. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 205/2007 απόφασή του απέρριψε την παρεμπίπτουσα αυτή αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία, γιατί δέχτηκε ότι δεν είχε συμφωνηθεί μεταξύ των μερών η προαναφερθείσα εξαίρεση που στήριζε την απαλλαγή της αναιρεσείουσας και την παρεμπίπτουσα αγωγή της. Το Εφετείο κρίνοντας επί εφέσεως της αναιρεσείουσας παρεμπιπτόντως ενάγουσας δέχθηκε τ' ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία δεν αναφέρει στην παρεμπίπτουσα αγωγή της, όπως θα έπρεπε, κατά τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβάσεως του ασφαλιστικού βάρους και της ζημίας της και συγκεκριμένα ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται ακριβώς στην παράβαση του ασφαλιστικού βάρους, που επικαλείται ότι υπέπεσαν οι ασφαλισμένοι σ' αυτήν παρεμπιπτόντως εναγόμενοι και συγκεκριμένα στο γεγονός ότι ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος, πρώτος παρεμπιπτόντως εναγόμενος, ήταν κάτω των 23 ετών. Κατόπιν αυτών η παρεμπίπτουσα αγωγή είναι προεχόντως απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Η εκκαλουμένη απόφαση, που έκρινε ότι η παρεμπίπτουσα αγωγή είναι ορισμένη και κατόπιν τούτου προχώρησε στην έρευνα της ουσίας της και απέρριψε αυτήν ως ουσία αβάσιμη, εσφαλμένως εφάρμοσε το νόμο και πρέπει, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου τούτου και δεδομένου ότι δεν καθίσταται χειρότερη η θέση της εκκαλούσας - ενάγουσας να εξαφανιστεί ως προς το μέρος της αυτό και στη συνέχεια ν' απορριφθεί η παρεμπίπτουσα αγωγή, κατά την κυρία βάση της προεχόντως ως αόριστη. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, η παρεμπίπτουσα αγωγή απορρίφθηκε ως προς την επικουρική βάση της ως μη νόμιμη, ως προς το μέρος της δε αυτό δεν προσβάλλεται η εκκαλουμένη με ειδικό λόγο έφεσης της εκκαλούσας ασφ. εταιρείας". Έτσι που έκρινε το Εφετείο κατά παράβαση της δικονομικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ κήρυξε απαράδεκτο, αλλά και παρέλειψε να λάβει υπόψη του τα αναφερόμενα στην ένδικη παρεμπίπτουσα αγωγή περιστατικά που απέκλειαν την ασφαλιστική κάλυψη για το συγκεκριμένο λόγο της συμβατικής εξαιρέσεως, που ρητά είχε συμφωνηθεί κατά τα εκτιθέμενα μεταξύ των μερών ως εξαίρεση από την ασφαλιστική σύμβαση, όχι με την έννοια του ασφαλιστικού βάρους από το άρθρο 12 της πιο πάνω Υπουργικής αποφάσεως, επί πλέον δε αξίωσε για τη θεμελίωση του δικαιώματος αναγωγής της αναιρεσείουσας περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 11 παρ.1 του ν.489/1986, 1 και 2 του ν.2496/1997 και 361 του Α.Κ. Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (αλυσιτελώς δε με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) κρίνονται βάσιμα. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ), κατά το μέρος της που δεχόμενο την έφεση της αναιρεσείουσας απέρριψε την από 25-8-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή της κατά την κύρια βάση της ως αόριστη και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την με αριθ. 51/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας) κατά το μέρος που δεχόμενο την έφεση της αναιρεσείουσας απέρριψε την από 25-8-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή της ως αόριστη. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ