Αριθμός 1532/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1. Μ. συζ. Α. Μ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., 2. Ά. συζ. Ν. Τ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βάγια Αλεξάκη. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κουλιό. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 100/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 627/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 17-8-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 18/11/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Εισάγεται προς κρίση αναίρεση, για υπόθεση, η οποία αφορά την ακύρωση πληρεξουσίου και του, με βάση αυτό, συνταγέντος "προσυμφώνου - εκχωρητηρίου αγοραπωλησίας" για το λόγο, ότι ο δούς το πληρεξούσιο, αποβιώσας ήδη, κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής, όταν συνετάγη το πληρεξούσιο, ήταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, δεν συνέπραξε δεύτερος συμβολαιογράφος και δύο μάρτυρες, αφού ο αποβιώσας δεν μπορούσε να υπογράψει, ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος, εξεμεταλλεύθη την ανάγκη και την κουφότητα του αποβιώσαντα, τα πιο πάνω έγγραφα ήταν εικονικά οι δε αναφερόμενες στην αγωγή αναλήψεις, από μέρους του τελευταίου, χρημάτων, έλαβαν χώρα μετά το θάνατο του δόντος την πληρεξουσιότητα. ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη κατ' ακρίβειαν εφαρμογή υπάρχει όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε ανέλεγκτα ο δικαστής της ουσίας, υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή, αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (Ολ.ΑΠ 36/1988, Ολ.ΑΠ 4/2006, ΑΠ 159/2004). Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την, εν γένει, επαγγελματική ενασχόληση και μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (αρθρ. 336 IV Κ.Πολ.Δ.), είτε για να γίνει, μετά τη διαπίστωση της βασιμότητάς της, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (αρθρ. 559 αρ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 10/2005,) μπορούν να αποτελέσουν λόγο αναίρεσης μόνο κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 23/1988, ΑΠ 750/2003). Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναίρεσης, όταν χρησιμεύουν για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεων (ΑΠ 120/2004), η ερμηνεία της δικαιοπραξίας, ούτε για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (Ολ.ΑΠ 10/2005, ΑΠ 1373/2002). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή στηρίζει την κρίση της σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, το οποίο δεν καλύπτει όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό που εφαρμόζεται στην περίπτωση κανόνα δικαίου στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες) (βλ. και ΑΠ 821/2007, ΑΠ 90/2004, ΑΠ 463/2004). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν η έλλειψη του νομικού συλλογισμού ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 353/2004) και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, το οποίο εξάγεται απ' αυτές, εφ' όσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 24/1992). Η αντίφαση είναι ανάγκη να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και άλλων διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 700/1986) ή μεταξύ νομικών συλλογισμών ή αξιολογήσεων της απόφασης (ΑΠ 1353/2001). Στην παρούσα περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "... Στις 20-7-2005 απεβίωσε στην ... ο Ι. Κ. του Α., ηλικίας 78 ετών, κάτοικος στη ζωή ... και κατέλιπε μόνους πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του: 1) τις ενάγουσες, τέκνα του προαποβιωσαντος το 1944 αδελφού του Ν. Κ. του Α. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου 2) τα τρία τέκνα του προαποβιώσαντος το 2004 αδελφού του Γ. Κ. του Α. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, δηλαδή τους α) Δ. Κ. (εναγόμενο), β) Α. Γ. και γ) Ε. Β., στο σύνολο της κληρονομιαίας περιουσίας του. Ο ανωτέρω Ι. Κ., ο οποίος ήταν άγαμος και άτεκνος, κατά το χρόνο του θανάτου του κατοικούσε στην ... και συγκεκριμένα στον πρώτο όροφο μιας διώροφης οικοδομής ... της οποίας ήταν συγκύριος με τους διαδίκους, κατά ποσοστό 21/48 εξ αδιαιρέτου. Στις 16-7-2005, ο Ι. Κ., ο οποίος έπασχε από χρόνιο καρκίνο του ήπατος με μεταστάσεις στα νεφρά, μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο Γενικό Νοσοκομείο Κατερίνης, λόγω της επιδείνωσης της γενικής κατάστασης της υγείας του, όπου και νοσηλεύτηκε μέχρι την 20-7-2005, οπότε και απεβίωσε. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο νοσοκομείο τον Ι. Κ. φρόντιζαν οι διάδικοι (ανήψια του), επιπλέον για τις εκτός νοσοκομείου υποχρεώσεις φρόντιζε ο εναγόμενος, τις νυχτερινές δε ώρες φρόντιζε αυτόν αποκλειστική νοσοκόμος. Στις 19-7-2005 κατά τις απογευματινές ώρες (16.30' περίπου) και ενώ οι ενάγουσες απουσίαζαν, επισκέφθηκαν τον Ι. Κ. στο νοσοκομείο, κατόπιν αιτήσεως του εναγομένου, η συμβολαιογράφος Κατερίνης Π. Κ. και ο δικηγόρος Ν. Π. ως μάρτυρας, οπότε και η εν λόγω συμβολαιογράφος, προέβη στη σύνταξη του υπ' αριθμ. 1231/19-7-2005 πληρεξουσίου, το οποίο υπέγραψε ο Ι. Κ. με δυο κεφαλαία γράμματα, τα οποία ομοιάζουν με τα αρχικά του ονοματεπωνύμου του, δηλαδή Κ και Ι και με το οποίο ο θείος των διαδίκων, δηλώνει ότι διορίζει ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο του τον εναγόμενο, προς τον οποίο χορηγούσε την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα καθώς και το δικαίωμα "1. Να αναλαμβάνει χρήματα από τους κάτωθι λογαριασμούς στο όνομα του εντολέα, ήτοι: α) από τον...λογαριασμό στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο...β)από τον...λογαριασμό στην Αγροτική Τράπεζα...και γ) από τους...λογαριασμούς της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, οποιοδήποτε χρηματικό ποσό, υπογράφων σχετικό έγγραφο ή απόδειξη και γενικά να ενεργεί κάθε τι νόμιμο για την περάτωση της παραπάνω εντολής, 2. Να πωλήσει προς οποιονδήποτε, ακόμα και στον εαυτό του, συμβαλλόμενος με αυτοσύμβαση κατά το άρθρο 235 του Αστικού Κώδικα και με οποιοδήποτε τίμημα και με όρους και συμφωνίες εγκρίνει, το ιδιωτικής χρήσεως αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του εντολέα ... και 3. Να πωλήσει, παραχωρήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει προς οποιονδήποτε, αντί οποιουδήποτε, τιμήματος και με οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες εγκρίνει, το παρακάτω αναφερόμενο ακίνητο ιδιοκτησίας του εντολέα και κατά το αναλογούν σε αυτόν ποσοστό, ήτοι: ένα οικόπεδο στην ... με την εντός αυτού οικία ...". Κατά την υπογραφή του ως άνω πληρεξουσίου, ο Ι. Κ. ζήτησε να είναι παρών και ο εναγόμενος, ο οποίος εκείνη τη στιγμή βρισκόταν εκτός του θαλάμου των ασθενών, όπως του είχε ζητήσει η συμβολαιογράφος, πράγμα το οποίο και έγινε. Μετά την σύνταξη του παραπάνω πληρεξουσίου, η συμβολαιογράφος και ο μάρτυρας αναχώρησαν από το θάλαμο του νοσοκομείου και εν συνεχεία, την ίδια ημέρα ο εναγόμενος μετέβη στο γραφείο της ανωτέρω συμβολαιογράφου και προέβησαν στην σύνταξη του υπ' αριθμόν .../19-7-2005 προσυμφώνου - εκχωρητηρίου αγοραπωλησίας. Συγκεκριμένα ο εναγόμενος, ενεργώντας αφενός μεν ως πληρεξούσιος του θείου του Ι. Κ., δυνάμει του αμέσως προηγουμένου ... αφετέρου δε για τον εαυτό του ατομικά, προέβη στις ακόλουθες πράξεις: α) ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει προς τον ίδιο, έναντι ποσού 4.000 ευρώ, ποσοστό συγκυριότητας 9/48 εξ αδιαιρέτου από το ανωτέρω περιγραφόμενο ακίνητο (οικόπεδο και διώροφη οικοδομή) ιδιοκτησίας του θείου του Ι. Κ., β) ανέλαβε την υποχρέωση να εκχωρήσει, λόγω πώλησης, προς τον εαυτό του ποσοστό 12/48 εξ αδιαιρέτου επί του ίδιου ανωτέρω ακινήτου, έναντι ποσού 6.000 ευρώ και γ) υποσχέθηκε να πωλήσει προς τον ίδιο έναντι ποσού 1.000 ευρώ, το ΙΧΕ αυτοκίνητο ... ιδιοκτησίας του θείου του ... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η συμβολαιογράφος Π. Κ., πριν ο Ι. Κ. υπογράψει το ως άνω πληρεξούσιο, τον ρώτησε αν ήταν σε θέση να υπογράψει και αφού έλαβε θετική απάντηση, του ανέγνωσε το περιεχόμενο του πληρεξουσίου και στη συνέχεια αυτός δέχθηκε να το υπογράψει. Σημειωτέον ότι πριν την υπογραφή η συμβολαιογράφος ρώτησε τον Ι. Κ., αν έχει άλλα περιουσιακά στοιχεία και της απάντησε καταφατικά, λέγοντας ότι τα υπόλοιπα θα μείνουν για όλους τους κληρονόμους. Είναι γεγονός ότι ο Ι. Κ., λόγω της ασθένειας του (έπασχε από καρκίνο του ήπατος με μεταστάσεις νεφρών) ήταν αρκετά καταπονημένος σωματικά, είχε όμως καθ' όλη τη διάρκεια της παραμονής της συμβολαιογράφου στο θάλαμο ασθενών απόλυτη πνευματική διαύγεια και πλήρη συνείδηση των πραττομένων. Βέβαια η μάρτυρας ιατρός του Γενικού Νοσοκομείου Κατερίνης, Σ. Μ., στην από 1-2-2006 ένορκη εξέταση της αναφέρει ότι στις 19-7-2005, ημερομηνία που συντάχθηκε το πληρεξούσιο, επισκέφθηκε τον ασθενή στο θάλαμο του, περίπου στις 10.00 - 11.00 πρωινή, και διαπίστωσε ότι είχε δύσπνοια, ήταν συγχυτικός, είχε πτώση επιπέδου συνειδήσεως και πόνους, και καταλήγει ότι έχει αμφιβολίες κατά πόσο αυτός είχε πλήρη ικανότητα δικαιοπραξίας, δόσεως εντολής ή καταρτίσεως οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, δεν αναφέρει όμως αν τις απογευματινές ώρες της ίδιας ημέρας που τον επισκέφθηκε η συμβολαιογράφος, ήταν στην ίδια κατάσταση, καθόσον αυτά που κατέθεσε η μάρτυρας αποτελούν παροδική κατάσταση, η οποία δεν οφείλεται σε ψυχική νόσο του αποβιώσαντος Ι. Κ., αλλά σε πρόσκαιρο γεγονός που οδηγεί στην έλλειψη συνειδήσεως τη συγκεκριμένη στιγμή και όχι συνεχώς. Συνεχίζοντας την κατάθεση της η μάρτυρας αναφέρει ότι "ενόψει της υπερασβεστιμίας και της ηπατικής ανεπάρκειας ήταν αμφίβολο κατά πόσο είχε διαύγεια πνεύματος για να αντιληφθεί τη σημασία των νομικών του πράξεων", δηλαδή η ίδια δεν γνώριζε την κατάσταση του ασθενούς κατά τις απογευματινές ώρες που τον επισκέφθηκε η συμβολαιογράφος. Ούτε εξάλλου αποδείχθηκε ότι ο Ι. Κ. κατά το χρόνο που υπέγραψε το πληρεξούσιο εστερείτο της χρήσεως του λογικού εξ αιτίας πνευματικής νόσου. Ο αποβιώσας Ι. Κ. αγαπούσε ιδιαίτερα τον αδελφό του -πατέρα του εναγομένου, αλλά και τον ίδιο είχε ιδιαίτερη αδυναμία, γι' αυτό και του είχε παραδώσει όλα τα έγγραφα που είχε στην κατοχή του για να προβεί όταν αυτός του ζητήσει, στις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να περιέλθουν στον εναγόμενο τα ως άνω περιουσιακά του στοιχεία, ενώ τα υπόλοιπα ήθελε να περιέλθουν στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του. Η λήψη από τον αποβιώσαντα Ι. Κ. ισχυρής φαρμακευτικής αγωγής ... δεν προκάλεσε σ' αυτόν απώλεια της ικανότητάς του για λογική σκέψη και ορθή αξιολόγηση των συνεπειών των πράξεων του, ούτε το γεγονός ότι αυτός έθεσε την υπογραφή του, περιορίζοντας την σε δύο κεφαλαία γράμματα του ονοματεπωνύμου του, τα οποία αποτύπωσε με τρεμάμενο χέρι, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν είχε συνείδηση των πραττομένων. Εάν κάτι τέτοιο διαπίστωνε η συμβολαιογράφος πριν την υπογραφή του πληρεξουσίου, η ίδια δεν θα δεχόταν να υπογράψει ο αποβιώσας Ι. Κ., θέτοντας σε κίνδυνο την επαγγελματική της σταδιοδρομία, την οποία μόλις είχε αρχίσει (2002). Σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω ο Ι. Κ. κατά την ανάγνωση του περιεχομένου του πληρεξουσίου και την υπογραφή αυτού από μέρους του, είχε συνείδηση των πράξεων του, ούτε βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεως του και κατά συνέπεια το εν λόγω πληρεξούσιο δεν είναι άκυρο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος με το ως άνω πληρεξούσιο ... είχε τη δυνατότητα να πωλήσει σε οποιονδήποτε τρίτο αλλά και στο εαυτό του το ΙΧΕ αυτοκίνητο του θείου του καθώς και το ποσοστό συγκυριότητας 21/48 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου που είχε ο τελευταίος στη ..., αντί οποιουδήποτε τιμήματος όπως και έπραξε στη συνέχεια με το υπ' αριθμ. .../19-7-2005 προσύμφωνο - εκχωρητήριο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου αναλαμβάνοντας ο ίδιος να πωλήσει το αυτοκίνητο και το εξ αδιαιρέτου μερίδιο του θείου του εκ του ακινήτου στον εαυτό του. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για πώληση του αυτοκινήτου, ούτε για πώληση ιδανικού μεριδίου οικοπέδου και ολική εκχώρηση δικαιωμάτων ιδανικού μεριδίου οικοπέδου, όπως αναφέρεται στο εν λόγω συμβολαιογραφικό έγγραφο, αλλά για δωρεά των πραγμάτων αυτών προς τον εναγόμενο, την οποία ήθελαν τα μέρη (εναγόμενος και θείος του) και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύσταση της (δωρεάς). Επομένως στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη και συγκεκριμένα δικαιοπραξία που να κατάρτισε ο εναγόμενος, εκμεταλλευόμενος την ανάγκη, κουφότητα ή την απειρία του θείου του και έτσι να πάρει για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα που βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή ...". Με τις πάνω ουσιαστικές παραδοχές του, το Εφετείο διέλαβε, στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν πλήρως το διατακτικό της. Ειδικότερα: α) οι ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της παραπάνω απόφασης είναι σαφείς και χωρίς αντικρουόμενες μεταξύ τους θέσεις β )σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που προπαρατέθηκαν, δεν αποτελεί έλλειψη αιτιολογίας ή μη, αναλυτικά μάλιστα, αναγραφή των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων σε κάθε επί μέρους αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας. Άλλωστε, το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις εκτίθεται σαφώς, δεν βαρύνει όμως, αν ο διάδικος θεωρεί, πως κακώς εκτιμήθηκαν οι αποδείξεις ή δεν υπάρχει επαρκής ανάλυση, γ) η εκ νέου, ανάπτυξη και ουσιαστική επανεκτίμηση των αποδείξεων από τους αναιρεσείοντες και η αμφισβήτηση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, κείται πέραν της δυνατότητας έρευνας του παρόντος δικαστηρίου, δ) δεν καθιστά, άνευ άλλου, αντιφατικές τις αιτιολογίες της πιο πάνω απόφασης, ότι οι αναιρεσείουσες εκθέτουν διαφορετική, κατά την άποψή τους, ουσιαστική προσέγγιση του αποδεικτικού υλικού, ε) οι αναφορές των αναιρεσειουσών, σε ουσιαστικά θέματα, τα οποία, όπως θεωρούν, δεν έλαβαν τη δέουσα αιτιολόγηση (απορίες, ως προς τις πράξεις του αναιρεσίβλητου, κατά την κρίσιμη περίοδο, ερωτήματα, που, κατά την άποψή τους, προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, ιατρικές ή μη γνώσεις της Συμβολαιογράφου) στην απόφαση του Εφετείου, δεν αφορούν "ζητήματα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αλλά απλά πραγματικά επιχειρήματα. Συνεπώς, ο με στοιχείο Ε λόγος αναίρεσης, ο οποίος πλήττει την εφετειακή απόφαση, για την από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, η προσβαλλομένη απόφαση, κατά τα προδιαληφθέντα, ορθά ερμήνευσε τις αναφερόμενες διατάξεις. Ειδικότερα: Α) τη διάταξη του άρθρου 131 ΑΚ, για την οποία διέλαβε ικανά στο σκεπτικό της χωρίς, μάλιστα, η ενίσχυση του αποδεικτικού της πορίσματος με σειρά επιχειρημάτων, να έχει την έννοια, ως εκτιμούν οι αναιρεσείουσες, πως βασίστηκε και σε πιθανολόγηση, αφού αυτό ουδόλως προκύπτει από το περιεχόμενο της, Β) οι αναιρεσείουσες παραθέτουν σειρά αποδεικτικών συλλογισμών, προσθέτουσες τα διδάγματα της κοινής πείρας, χωρίς, όμως, εν ταυτω, να εξειδικεύουν, γιατί υπάρχει παραβίασή τους και αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως και πως από το δικαστήριο, κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, ή αν αυτά, απλά χρησιμοποιήθηκαν προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων. Αντίθετα, παρατίθενται οι ουσιαστικές, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Γίνεται δε, επιπρόσθετα, αναφορά σε προσαχθέντα, από αμφότερα τα διάδικα μέρη, έγγραφα, αξιολογείται η αποδεικτική τους αξία, κατά την κρίση τους, κρίνονται οι αναφορές στις προτάσεις του αντιδίκου τους, και τίθενται, εν τέλει, πάντα, στα πλαίσια των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, με αμφισβητήσεις, ως προς την ορθή εφαρμογή της πιο πάνω ουσιαστικής διάταξης. Όμως, υπό την πιο πάνω αιτίαση, πλήττεται, πράγματι, η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (αρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ). Ούτε, όμως, από την πιο πάνω παράθεση των ουσιαστικών παραδοχών της απόφασης συνάγεται, για τους προεκτεθέντες λόγους, ψευδής ερμηνεία της πιο πάνω διάταξης. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου δε, πρέπει να γίνει δεκτό, πως, για τους ίδιους, όπως παραπάνω λόγους, δεν υπέπεσε το δικαστήριο στην πλημμέλεια της λανθασμένης ερμηνείας των άρθρων 178 και 179 ΑΚ. Συνακόλουθα, οι πλήττοντες την απόφαση αυτή για την πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ με στοιχεία Α και Θ, κατά το σχετικό μέρος του, αναιρετικοί λόγοι, είναι αβάσιμοι. ΙΙ. Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, πλην άλλων, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος αν προκύπτει από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου χωρίς ανάγκη ειδικής αιτιολόγησης καθενός ξεχωριστά, εφ1 όσον, από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα, η λήψη υπόψιν του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 853/2006, ΑΠ 918/2006). Στην παρούσα περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει, ότι "από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιλαμβάνονται στα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, σε συνδυασμό με τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπάγγελτα (αρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά", δηλαδή γίνεται αναφορά σε όλα, γενικά, τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του. Από την αναφορά αυτή, σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία, πως το Εφετείο, συνεκτίμησε όλα, γενικά, τα έγγραφα που τέθηκαν υπόψη του, και συγκεκριμένα: 1) την από 21.12.2007 ένορκη κατάθεση της παθολόγου - ιατρού Σ. Μ., έστω και αν δεν γίνεται ρητή μνεία της, 2) τις ένορκες καταθέσεις της ως άνω συμβολαιογράφου και του μάρτυρος δικηγόρου, που προσκομίσθηκαν για πρώτη φορά στο Εφετείο και οι οποίες δεν είναι, άνευ άλλου, απαράδεκτες, μη δυνάμενες να ληφθούν υπόψιν κατ' άρθρο 529 παρ.2 ΚΠολΔ, εφ' όσον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο είναι, κατ' αρχήν, επιτρεπτή η προσκόμιση νέων αποδεικτικών μέσων (αρθρ.529 παρ.1 ΚΠολΔ) βλ. και ΑΠ 12/2005), έχει δε δυνατότητα το δικαστήριο αυτό να αποκρούσει, ως απαράδεκτα, τα νέα αποδεικτικά μέσα, αν κρίνει, ότι ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας η βαρειά αμέλεια (ΑΠ 20/2007, ΑΠ 1933/2006). Το αυτό πρέπει να γίνει δεκτό για τα έγγραφα της ποινικής διαδικασίας, που αναφέρονται στο δικόγραφο της κρινόμενης αναίρεσης. γ) την με αριθμό 228/4.10.2006 διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης, σχετικά με την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος της Συμβολαιογράφου και του Δ. Κ., όπως και τα σχετικά αποσπάσματα της ιατρικής βιβλιογραφίας που αναφέρουν οι αναιρεσείουσες. Το αν, με τα αναφερόμενα στην αναίρεση έγγραφα (τιμολόγιο αγορά της "Θ. Α.Ε.", έγγραφο της Β' Δ.Ο.Υ. Κατερίνης) προκύπτει αναντιστοιχία των πραγματικών τιμών του αυτοκινήτου με το ακίνητο, σε σχέση με εκείνη που, πράγματι, υπολογίστηκε από τον εφεσίβλητο, δεν βαρύνει, διότι, ανέλεγκτα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε, πως στην πραγματικότητα, πρόκειται για δωρεά, που ήθελαν αμφότερα τα μέρη και όχι για πώληση, ώστε να κρθούν, ανάλογα, οι πιο πάνω αξίες. Συνεπώς, οι τα αντίθετα προβαλλοντες με στοιχεία Δ, ΣΤ, Ζ και Θ λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, τις από το άρθρο 559 αρ.11 και 14 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι. ΙΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης υπάρχει, όταν το δικαστήριο δέχτηκε, ως αληθινά, πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος όμως, δεν ισχύει, όταν το δικαστήριο, με εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, καταλήγει, έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 562 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 356/2002). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ως έγγραφα νοούνται μόνο τα αποδεικτικά έγγραφα (ΑΠ 2038/2006 ΑΠ 44/2003). Παραμόρφωση δε, δεν υπάρχει, όταν το δικαστήριο εκτίμησε απλώς το περιεχόμενο του εγγράφου, ακριβώς όπως έχει, ύστερα από ορθή ανάγνωση (Ολ.ΑΠ 2/2008). Ακόμη, αν το δικαστήριο εσφαλμένα ερμηνεύει το έγγραφο και πάλι δεν υφίσταται παραμόρφωση (ΑΠ 155/1996). Εξάλλου, το εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, είναι ανάγκη να προέρχεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που παραμορφώθηκε, ώστε μεταξύ του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και του παραμορφωμένου εγγράφου να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος (ΑΠ 1440/2002, ΑΠ 627/2003 βλ. και Ολ.ΑΠ 2/2008). Εδώ προβάλλεται ότι: α) η εφετειακή απόφαση δέχτηκε πραγματικά περιστατικά (παρουσία αναιρεσίβλητου στο συμβολαιογραφείο, ανάγνωση του πληρεξουσίου από τη συμβολαιογράφο, υπογραφή Ι.Κ., δήλωση του τελευταίου περί ύπαρξης και άλλων αποδεικτικών στοιχείων), χωρίς να αναφέρει, από ποία έγγραφα αποδεικνύονται τα παραπάνω, όπως και ότι ο Ι.Κ. είχε συνείδηση των πραττομένων. Όμως τούτο, κατά τα προαναφερθέντα, δεν αποτελεί το πραγματικό της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, αλλά, ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που προπαρατέθηκαν, ώστε να μην μπορεί να γίνει λόγος για την πιο πάνω παράβαση. Ακόμη, η αποσπασματική παράθεση μαρτυρικής κατάθεσης δεν αποτελεί παραμόρφωση εγγράφου, αλλά εκτίμηση αποδεικτικού υλικού, πέραν του ότι, δεν αποτελεί έγγραφο εκείνο στο οποίο καταχωρίζεται η μαρτυρική κατάθεση (ΑΠ 310/1999). Το ότι έκρινε το δικαστήριο, πως τα αναφερόμενα στην απόφαση φάρμακα δεν προκάλεσαν στον θανόντα απώλεια λογικής σκέψης, δεν έχει, πρόδηλα, την έννοια, πως παραμορφώθηκαν οι οδηγίες χρήση των φαρμάκων αυτών, εφ' όσον: α) οι ανεπιθύμητες παρενέργειες δεν εμφανίζονται, κατ' ανάγκην, σε όλους τους χρήστες των φαρμάκων αυτών, β) ανέλεγκτα κρίθηκε, πως, εν προκειμένω, δεν προκάλεσαν απώλεια της ικανότητας για λογική σκέψη και γ) σύμφωνα με τα πιο πάνω νομικά δεδομένα, όπως εκτίθεται στην απόφαση, τα παραπάνω έγγραφα, δεν ελήφθησαν υπ' όψιν αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, για τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος της απόφασης, αλλά συνεκτιμήθηκαν με άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Συνακόλουθα, οι με στοιχεία Β και Γ λόγοι της αναίρεσης, οι οποίοι προσάπτουν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αρ.10, και 20 (σε συνδυασμό με την παράβαση του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ), πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι. Κατά συνέπεια, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατάθεσε προτάσεις (αρθρ. 176, 180, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17/8/2010 αίτηση των Μ. συζ. Α. Μ. και Ά. συζ. Ν. Τ., προς αναίρεση της με αριθμό 627/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων την δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ