Αριθμός 649/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 452/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγοντα τον .... , ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουνίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1140/2006. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως προς την πράξη της απάτης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές, που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι, για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται η εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατασκευή) από τον αυτουργό, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή και με τα δύο, λέξεων, αριθμών ή σημείων, για την υποκειμενική δε θεμελίωσή του, απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και επί πλέον το σκοπό του δράστη (υπερχειλή δόλο) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, αδιαφόρου όντος αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όντος αδιαφόρου, αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός και β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ενώ, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως του δευτέρου εδαφίου της εν λόγω παραγράφου, απαιτείται η προξενηθείσα ζημία να είναι ιδιαίτερα μεγάλη, πράγμα το οποίο κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας ανελέγκτως, πλην όμως, η κρίση του αυτή πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ΄η στο παρόν και όχι εκείνα, που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή ανάγονται στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις, εκτός αν οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα από ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργείται η εντύπωση, βάσει της εμφανιζομένης ψευδούς πραγματικής καταστάσεως, μελλοντικής εκπληρώσεως από το δράστη, που έχει ειλημμένη εξ υπαρχής την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, οπότε αυτές, κατά την αληθινή έννοια της ανωτέρω διατάξεως, αποτελούν γεγονός και θεμελιώνουν, συντρεχόντων και των λοιπών απαιτούμενων συστατικών όρων, την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση νου δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 452/2006 απόφασής του, δέχτηκε, κατά πλειοψηφία, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα γενικώς, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα, ότι "ο κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων) τέλεσε στη Θεσσαλονίκη, κατά τα κατωτέρω, τις αξιόποινες πράξεις της κατ' εξακολούθηση απάτης με ζημία ιδιαιτέρως μεγάλη και της κατ' εξακολούθηση πλαστογραφίας με χρήση, που του αποδίδονται. Ειδικότερα, απεδείχθη ότι αυτός, κατά τον μήνα Μάρτιο 1999, εμφανίσθηκε στο δικηγόρο του μηνυτού, ..., Γεώργιο Βλάχο, και του δήλωσε ότι είναι εκπρόσωπος δύο πολυτέκνων παλιννοστούντων, στους οποίους θα παρεχωρείτο οικόπεδο στην ...., προς αποκατάστασή των, εις αυτό δε προτίθεντο να ανεγείρουν οικοδομή με το σύστημα της αντιπαροχής. Ο δικηγόρος, γνωρίζοντας ότι ο μηνυτής ενδιαφέρετο δια την ανεύρεση οικοπέδου, για λογαριασμό των τέκνων του, .... και ..... , που προτίθεντο να δραστηριοποιηθούν, ως εργολάβοι οικοδομών και αποκατασταθούν επαγγελματικώς, τον κάλεσε στο γραφείο του, όπου συνάντησε τον κατηγορούμενο. Κατά τη συνάντηση αυτή, ο κατηγορούμενος παρέστησε στον μηνυτή ότι είναι εκπρόσωπος των πολυτέκνων παλιννοστούντων, Ζ1 και ...., των οποίων αποφασίσθηκε από την Πρόνοια η στεγαστική αποκατάσταση, με την παραχώρηση οικοπέδου, κειμένου στην ...., επί της οδού ...., εμβαδού 1090 τετ. μέτρων, αντί χαμηλού τιμήματος. Ακόμη, ότι αυτοί προτίθενται να ανεγείρουν επί του οικοπέδου πολυόροφη οικοδομή, με το σύστημα της αντιπαροχής και ο ίδιος έχει εντολή να τους υποδείξει εργολάβο προς τούτο, υπό τον όρο ότι ο εργολάβος θα αναλάβει την καταβολή του τιμήματος που θα καθορίζετο, καθώς και τα λοιπά έξοδα που αφορούσαν φόρους, συμβολαιογραφικά έγγραφα, δικαιώματα δικηγόρων κλπ, Ο μηνυτής επείσθη περί της αληθείας των ανωτέρω και προκειμένου όπως επιτύχει την επαγγελματική αποκατάσταση των τέκνων του, έδειξε ενδιαφέρον για την ανάληψη του έργου αυτού. Έτσι, κατέβαλε στον κατηγορούμενο και σε τρίτους, προς το σκοπό αυτό, το συνολικό ποσό των 5.780.000 δραχμών. Ειδικότερον, την 10-3-1999 κατέβαλε στον κατηγορούμενο το ποσό των 500.000 δραχμών, όπως αποδεικνύεται από την υπό την αυτή ημεροχρονολογία απόδειξη και ακολούθως το υπόλοιπο ποσό, διά την χρησιμοποίησή του για την καταβολή του εις τρίτους, όπως ποσό 790.000 δραχμών, ως πρώτη δόση της αξίας του παραχωρηθέντος οικοπέδου, που ο κατηγορούμενος δήθεν κατέβαλε την 21-5-1999 με το υπ' αριθμ. ...., τριπλότυπο του Δημοσίου Ταμείου Θεσσαλονίκης (το οποίο όμως είναι πλαστό, όπως θα γίνει λόγος κατωτέρω). Πάντα, όμως, τα ανωτέρω ήσαν ψευδή και ο κατηγορούμενος ετέλει εν γνώσει του ψεύδους των, εφ' όσον, όπως διαπιστώθηκε, δεν υπήρχε τέτοιο οικόπεδο προς παραχώρηση, παρέστησε, όμως, αυτά ως αληθή στον μηνυτή, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, με ζημία του μηνυτού, από την καταβολή του προαναφερόμενου ποσού. Η ζημία όμως του τελευταίου από την, ως άνω, πράξη αυτού είναι πολύ μεγαλύτερη, εγγίζουσα το ποσό των 60.000.000 δραχμών, εφ' όσον αυτός ανέθεσε στον πολιτικό μηχανικό, ...., την εκπόνηση μελέτης και σχεδίων για την ανέγερση της οικοδομής επί του οικοπέδου, που του υπεδείχθη, όπως αποδεικνύεται από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, ενώ, για την ανεύρεση των οικείων κεφαλαίων, η αδελφή της συζύγου του, με προσωπική ευθύνη του ιδίου, προέβη εις εσπευσμένη και με μειωμένο τίμημα πώληση έξι διαμερισμάτων της στις ...., ώστε το οικείο ποσό να χρησιμοποιηθεί για τον ανωτέρω σκοπό, όπως καταθέτει τόσον αυτός όσο και η μάρτυς κατηγορίας, σύζυγός του, ..... Τέλος, ο κατηγορούμενος, με το σκοπό να διατηρεί την παραπλάνηση του μηνυτού και του αποσπά αναλόγως χρηματικά ποσά, του εμφάνιζε εκάστοτε έγγραφα που αφορούσαν στην διαδικασία της παραχωρήσεως του οικοπέδου στους προαναφερομένους παλιννοστούντες. Τα έγγραφα, όμως, αυτά τα κατήρτισε ο ίδιος και έκανε χρήση αυτών, προς τον σκοπό που προαναφέρθηκε, εφ' όσον οικόπεδο προς παραχώρηση δεν υπήρχε στην οδό .... και καμία διαδικασία δεν εγένετο προς αποκατάσταση των προαναφερομένων. Ειδικότερον, αυτός κατήρτισε το προαναφερόμενο τριπλότυπο του Δημοσίου Ταμείου Θεσσαλονίκης, με την μέθοδο της αναπαραγωγής με φωτοτυπία, από το οποίο εφαίνετο ότι κατεβλήθη το ληφθέν ποσό των 790.000 δραχμών, ως πρώτη δόση του τιμήματος του παραχωρηθέντος οικοπέδου, επ' ονόματι της Ζ1 (με καταβολή από τον μηνυτή δια δήθεν απόδειξη του καταβληθέντος από αυτόν ποσού). Ωσαύτως, κατήρτισε το υπ' αριθμ. .... έγγραφο του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, απευθυνόμενο προ τη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, Διεύθυνση Κοινωνικής Πρόνοιας, τμήμα Στεγάσεως, Αιγαίου 35, καθώς και το υπ' αριθμ. .... έγγραφο του Νομάρχη Θεσσαλονίκης προς τη Διεύθυνση Κοινωνικής Πρόνοιας, με τα στοιχεία, το περιεχόμενο, που αναφέρεται δι' έκαστο στο διατακτικό της παρούσης και αφορά το μεν πρώτο στην θετική αξιολόγηση των στοιχείων διά την αποκατάσταση της Ζ1, το δε δεύτερο στην διαδικασία της παραχωρήσεως και τον καθορισμό του ποσού του τιμήματος του παραχωρουμένου οικοπέδου εις 28.500.000 δραχμές και του αριθμού των δόσεων, έτσι ώστε να φέρεται ότι υφίσταται παραχώρηση, αλλά η διαδικασία δεν έχει ολοκληρωθεί. Τα έγγραφα αυτά, τα οποία, όπως προελέχθη, κατήρτισε ο ίδιος και ήσαν πλαστά, τα εμφάνισε στον μηνυτή ως γνήσια, παραδίδοντας μάλιστα αντίγραφα τούτων εις αυτόν". Ακολούθως δε, την κήρυξε ένοχο α) απάτης κατ' εξακολούθηση, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη και β) πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, με την επιβαρυντική περίσταση της χρήσεως των πλαστών εγγράφων και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και πέντε (5) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην απόφασή του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατά κατηγορία εξειδικεύει, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1 και 386 παρ. 1 εδ. β' ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλειπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα, αιτιολογείται με πληρότητα η ζημία την οποία υπέστη ο παθών μηνυτής από την εξακολουθητική απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου και το ύψος αυτής, με την αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι, συνεπεία της ανωτέρω συμπεριφοράς, "κατέβαλε ο μηνυτής στον κατηγορούμενο και σε τρίτους το συνολικό ποσό των 5.780.000 δραχμών. Ειδικότερα, στις 10-3-1999 κατέβαλε στον κατηγορούμενο το ποσό των 500.000 δραχμών και ακολούθως, το υπόλοιπο, σε τρίτους, όπως το ποσό των 790.000 δραχμών, ως πρώτη δόση της αξίας του παραχωρηθέντος οικοπέδου, που ο κατηγορούμενος δήθεν κατέβαλε στις 21-5-1999 με το υπ' αριθμ. .... τριπλότυπο του Δημοσίου Ταμείου Θεσσαλονίκης, το οποίο όμως είναι πλαστό. Η ζημία όμως του μηνυτή είναι πολύ μεγαλύτερη, εγγίζουσα το ποσό των 60.000.000 δραχμών, εφόσον αυτός ανέθεσε στον πολιτικό μηχανικό .... την εκπόνηση μελέτης και σχεδίων για την ανέγερση της οικοδομής επί του οικοπέδου που του επιδείχθηκε, ενώ, για την ανεύρεση των σχετικών κεφαλαίων, η αδελφή της συζύγου του με προσωπική του ευθύνη προέβη σε εσπευσμένη και με μειωμένο τίμημα πώληση έξι διαμερισμάτων της στις ...., ώστε το οικείο ποσό να χρησιμοποιηθεί για τον ανωτέρω σκοπό". Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί, κατά το μέρος δε που, με αυτόν, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμησή τους, ως προς το έγκλημα της εξακολουθητικής πλαστογραφίας, είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως ισχύει σήμερα). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2 Ιουνίου 2006 αίτηση του ..... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 452/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 27 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ