Αριθμός 903/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Γρηγόριο Μάμαλη-Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα και Θεοδώρα Γκοΐνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Χ1 και ήδη κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή Αγίου Στεφάνου Πατρών και 2. Χ2 και ήδη κρατούμενου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αδάμ Στεφανάδη, για αναίρεση της 2139/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 4 και 5 Απριλίου 2005 αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 821/2005. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα ως προς το κεφάλαιο της απέλασης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα απ'αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. 'Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικό της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 2139/2004 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ΄είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 'Υστερα από πληροφορίες για διακίνηση ναρκωτικών ουσιών εκ μέρους των κατηγορουμένων, οι αρμόδιες αστυνομικές αρχές έθεσαν αυτούς υπό παρακολούθηση. Στις 6-2-2003 οι κατηγορούμενοι βρίσκονταν μαζί σε υπόγειο διαμέρισμα, όπου διέμενε ο πρώτο από αυτούς (Χ2), στην οδό .... στην Αθήνα. Υποπτευθέντες ότι παρακολουθούνται από αστυνομικούς, οι κατηγορούμενοι ανέβηκαν στην είσοδο της πολυκατοικίας και παρακολουθούσαν την κίνηση στο δρόμο. Σε κάποια στιγμή ο μεν ένα (δεύτερος) από αυτούς (δηλ. ο Χ1) βγήκε από την είσοδο προς το δρόμο, ο δε άλλος (πρώτος κατηγορούμενος), κρατώντας στα χέρια του μία πλαστική σακούλα, ανέβηκε στην ταράτσα της οικοδομής. Ο δεύτερος κατηγορούμενος, μόλις του δηλώθηκε εκ μέρους των αστυνομικών που τον πλησίασαν η ιδιότητά τους, τράπηκε σε φυγή, συνελήφθη όμως μετά από λίγο. Ο πρώτος κατηγορούμενος συνελήφθη επίσης από τους αστυνομικούς υπαλλήλους που τον καταδίωξαν μέχρι την ταράτσα της οικοδομής. Η πλαστική σακούλα που αυτός κρατούσε διαπιστώθηκε ότι περιείχε 4 κιλά περίπου ηρωϊνης. Συνολικά στη σακούλα και στο διαμέρισμα του πρώτου κατηγορουμένου, που στη συνέχεια ερευνήθηκε, βρέθηκε ποσότητα 4.375 γραμμαρίων ηρωΐνης σε 16 ανισοβαρείς συσκευασίες και 3 γραμμαρίων κοκαΐνης, διαχωρισμένη σε 8 αυτοσχέδια φακελάκια. Στην οικία του πρώτου κατηγορουμένου βρέθηκαν 600 δολλάρια ΗΠΑ, καθώς και μία ζυγαριά ακριβείας, και στην οικία του δεύτερου κατηγορουμένου 5.000 ευρώ. Οι κατηγορούμενοι, που εδήλωσαν ότι είχαν φιλικές σχέσεις μεταξύ τους, είχαν ενωθεί (συμφωνήσει) κατά το τρίτο δεκαήμερο του μήνα Ιανουαρίου 2003 για τη διάπραξη κακουργηματικών πράξεων σχετικών με ναρκωτικές ουσίες, και ειδικότερα των ως άνω πράξεων (βλ. χαρακτηρισμό τους κατωτέρω). Σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω (όλα τα προεκτεθέντα προκύπτουν από τις αποδείξεις και ιδίως τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ...... και .....), οι κατηγορούμενοι κατά το χρονικό διάστημα από το τρίτο δεκαήμερο του μήνα Ιανουαρίου 2003 έως 6 Φεβρουαρίου 2003 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος κατείχαν από κοινού με την έννοια της φυσικής εξουσιάσεως τις ως άνω ναρκωτικές ουσίες, ώστε να μπορούν ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνουν την ύπαρξή τους και να τις διαθέτουν πραγματικά κατά τη βούλησή τους προς εμπορία, τις οποίες, λόγω της μεγάλης ποσότητάς τους, είχαν αποθηκεύσει από κοινού κατά το ίδιο πιο πάνω χρονικό διάστημα με σκοπό την εμπορία στο προαναφερόμενο υπόγειο διαμέρισμα. Ο δεύτερος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι δεν βρισκόταν την ημέρα εκείνη στο συγκεκριμένο διαμέρισμα. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν είναι πειστικός, γιατί οι προαναφερόμενοι μάρτυρες, όπως κατέθεσαν κατηγορηματικώς, είδαν και τους δύο κατηγορούμενους να ανεβαίνουν μαζί από το υπόγειο. Τις εν λόγω ποσότητες ναρκωτικών ουσιών (που αποτελούν οπωσδήποτε υπόλοιπα μεγαλύτερων αγνώστων ποσοτήτων αυτών), οι κατηγορούμενοι τις είχαν προδήλως αγοράσει από κοινού προσφάτως και δη κατά το χρονικό διάστημα από το τρίτο δεκαήμερο του μήνα Ιανουαρίου 2003 έως 6 Φεβρουαρίου 2003 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος από άγνωστα πρόσωπα αντί αγνώστου τιμήματος με σκοπό την εμπορία. Ο ισχυρισμός του πρώτου από αυτούς ότι τις είχε τοποθετήσει στο διαμέρισμά του τρίτο πρόσωπο, ονόματι ...., δεν είναι πειστικός. Η ύπαρξη της ζυγαριάς ακριβείας και η προσπάθειά του να αποκρύψει την ηρωΐνη μεταφέροντάς την στην ταράτσα ενδεικνύει ότι οι ναρκωτικές ουσίες ανήκαν σ'αυτόν και το συγκατηγορούμενό του. Εξάλλου, οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις ως άνω πράξεις κατ΄επάγγελμα, διότι από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει, και ειδικότερα από τις μεγάλες ποσότητες των ναρκωτικών που διέθεταν και τα σχετικώς μεγάλα χρηματικά ποσά που είχαν ως κεφάλαιο, προκύπτει ότι ενεργούσαν όχι ευκαιριακώς αλλά βάσει σχεδίου με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων αυτών και με σκοπό πορισμού εισοδήματος. Τέλος, το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι οι κατηγορούμενοι έζησαν έως το χρόνο των πράξεών τους έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, ούτε ότι ο πρώτο από αυτούς έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του. Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της συγκροτήσεως συμμορίας και της κατ΄εξακολούθηση αγοράς, κατοχής και αποθηκεύσεως ναρκωτικών ουσιών με την επιβαρυντική περίπτωση της κατ΄επάγγελμα τελέσεως των πράξεών τους και να απορριφθούν οι αντίθετοι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων ως προς την τελευταία αυτή περίσταση, καθώς και τα αορίστως, άλλωστε, προβαλλόμενα αιτήματά τους για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 περ. α' και δ' ΠΚ. Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Πενταμελές Εφετείο, αφού απέρριψε ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων, και ήδη αναιρεσειόντων, Χ2 και Χ1, για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπό τους των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.α' και εδ' δ' ΠΚ, κήρυξε ενόχους αυτούς για τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις της συγκροτήσεως συμμορίας και της κατ΄εξακολούθηση αγοράς, αποθηκεύσεως και κατοχής ναρκωτικών ουσιών με την επιβαρυντική περίπτωση της κατ΄επάγγελμα τελέσεως των πράξεών τους αυτών (άρθρ. 13 στ, 45, 94, 98, 187 παρ.3 ΠΚ και 4 παρ.1, 3 Πιν Α' περ. 5, Β' περ. 3, 5 παρ.1 περ. β' και ζ' και 2 και 8 του ν.1729/1987, όπως ισχύει) και επέβαλε σε καθένα από τους κατηγορουμένους ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών για την πρώτη (πλημμεληματική) πράξη και ποινή ισόβιας καθείρξεως και χρηματική ποινή 50.000 ευρώ για τις υπόλοιπες, ενώ διατάχθηκε η ισόβια απέλασή τους από τη χώρα μετά την οριστική έκτιση της ποινής τους. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, επαρκώς αιτιολογείται εν προκειμένω και η συνδρομή στο πρόσωπο αμφοτέρων των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως απ'αυτούς των πράξεων της από κοινού και κατ΄εξακολούθηση αγοράς, αποθηκεύσεως και κατοχής ναρκωτικών ουσιών κατ΄επάγγελμα, αφού αναφέρεται στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στα οποία περιγράφονται αναλυτικά όλες οι εν λόγω πράξεις της αγοράς, αποθηκεύσεως και κατοχής σημαντικών ποσοτήτων ηρωϊνης, καθώς και μικρής ποσότητας κοκαΐνης, αλλά και τα κατεχόμενα απ'αυτούς χρηματικά ποσά (σε ευρώ και δολλάρια), ότι στηρίζεται η κατ΄επάγγελμα τέλεση των εν λόγω πράξεων στην υποδομή που είχαν διαμορφώσει οι ίδιοι, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως των πράξεων αυτών προς το σκοπό πορισμού εισοδήματος, όπως αυτή (υποδομή) προκύπτει από τις μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών που διέθεταν και τα σχετικώς μεγάλα χρηματικά ποσά που είχαν ως κεφάλαιο, γεγονότα από τα οποία αποδεικνύεται ότι ενεργούσαν αυτοί όχι ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου. Σε σχέση δε με την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών των κατηγορουμένων περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του μεν πρώτου εξ αυτών των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α' και δ' ΠΚ, του δε δεύτερου της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α' ΠΚ, οι ισχυρισμοί αυτοί έτσι όπως είχαν προβληθεί με μόνη την αναφορά των σχετικών αυτών διατάξεων, και χωρίς τη μνεία οιουδήποτε περιστατικού από το οποίο να προκύπτει ο πρότερος έντιμος βίος αμφοτέρων των κατηγορουμένων και η ειλικρινής μετάνοια του πρώτου εξ αυτών, ήταν αόριστοι και συνεπώς απαράδεκτοι, εντεύθεν δε το Δικαστήριο δεν υποχρεούτο να απαντήσει, μάλιστα δε ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, στους ισχυρισμούς αυτούς των κατηγορουμένων και εκ περισσού προέβη στην απόρριψή τους με ιδιαίτερη αιτιολογία. Κατ΄ακολουθίαν των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ΄ και Ε' ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως των κρινομένων αιτήσεων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σε σχέση τόσο με την κατηγορία, όσο και με τους ανωτέρω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως πρέπει, να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές, στους άνω λόγους διαλαμβανόμενες, αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσία και γι'αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Περαιτέρω, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' και Η' ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως των κρινομένων αιτήσεων, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 94 ΠΚ και της υπερβάσεως εξουσίας για το λόγο ότι η ανωτέρω ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, που επιβλήθηκε σε καθένα από τους κατηγορουμένους για την πλημμεληματική πράξη, δε συγχωνεύθηκε στην ποινή της ισόβιας καθείρξεως που, επίσης, επιβλήθηκε σε καθένα απ'αυτούς για τις υπόλοιπες πράξεις, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού απαραίτητη προϋπόθεση για τον καθορισμό συνολικής ποινής, κατ΄άρθρο 94 του ΠΚ, είναι το "πρόσκαιρο" των επί μέρους ποινών, η οποία (προϋπόθεση) όμως δεν υφίσταται στην προκείμενη υπόθεση. Στο άρθρο 17 παρ.2 του ν.1729/1987, ορίζεται ότι για αλλοδαπούς που καταδικάζονται για παράβαση του νόμου αυτού σε ποινή καθείρξεως, το Δικαστήριο διατάσσει την ισόβια απέλασή τους από τη Χώρα, εκτός αν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, ιδίως οικογενειακοί, που δικαιολογούν την παραμονή τους, οπότε ισχύουν και γι'αυτούς οι ρυθμίσεις της παρ.1 του άρθρου αυτού. Για την εκτέλεση της απέλασης εφαρμόζεται το άρθρο 74 του Ποινικού Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η προβλεπόμενη ισόβια απέλαση αλλοδαπού, που έχει καταδικασθεί για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών (ν. 1729/1987, όπως ισχύει), αποτελεί παρεπόμενη ποινή και είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο, εκτός αν για την παραμονή του στη χώρα συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, ιδίως οικογενειακοί, τους οποίους, ως εξαίρεση του υποχρεωτικού κανόνα, ο καταδικασθείς οφείλει κατά τρόπο ορισμένο να επικαλεσθεί πριν από την απόφαση για την επιβολή της εν λόγω παρεπόμενης ποινής. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων Χ2 με το σχετικό λόγο αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεώς του αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι χωρίς αιτιολογία διέταξε την απέλασή του, παρά το ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό του σοβαροί λόγοι υγείας που επέβαλαν την παραμονή του στη χώρα. 'Όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο εν λόγω αναιρεσείων δεν επικαλέσθηκε σπουδαίους λόγους που να δικαιολογούν την παραμονή του στη Χώρα, ούτε υπέβαλε σχετικό αίτημα. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είχε υποχρέωση, επιβάλλοντας την παρεπόμενη ποινή της ισόβιας απελάσεως, να διαλάβει στην απόφασή του αιτιολογία περί μη συνδρομής σπουδαίων λόγων για την παραμονή του αναιρεσείοντος στη Χώρα, ενώ ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Κατ΄ακολουθίαν τούτων, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως του κατηγορουμένου Χ2, αναφορικά με την επιβολή της ισόβιας απελάσεώς του από τη Χώρα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, εφόσον ο 'Αρειος Πάγος, σύμφωνα με το άρθρο 514 εδ. τέταρτο ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 50 παρ.7 του ν.3160/2003, μπορεί, ακόμη και αν δεν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, αυτεπαγγέλτως να παραθέσει τα ελλείποντα από την προσβαλλόμενη απόφαση άρθρα του ποινικού νόμου που εφαρμόσθηκε, πολύ δε περισσότερο δικαιούται να πράξει τούτο και όταν ο αναιρεσείων είναι παρών, πρέπει, στην προκείμενη περίπτωση, να παρατεθούν στην προσβαλλόμενη απόφαση, τα άρθρα 17 παρ.2 του ν.1729/1987, όπως ισχύει, και 74 του ΠΚ που εφαρμόσθηκαν, αναφορικά με την επιβληθείσα στους κατηγορουμένους παρεπόμενη ποινή της ισόβιας απελάσεώς τους από τη χώρα, και τα οποία δεν έχουν παρατεθεί στην απόφαση αυτή. Η διάταξη του άρθρου 343 εδ.α' ΚΠοινΔ, κατά την οποία μετά τη λήψη των στοιχείων της ταυτότητας του κατηγορουμένου και τη νομιμοποίηση των λοιπών διαδίκων ο Εισαγγελέας απαγγέλλει με συνοπτική ακρίβεια την κατηγορία, δεν έχει εφαρμογή επί εφέσεως, κατ΄άρθρο 502 παρ.1 του ίδιου Κώδικα. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως του κατηγορουμένου Χ2 περί επελθούσας ακυρότητας της διαδικασίας, συνεπεία παραβιάσεως της άνω διατάξεως του άρθρου 343 εδ.α' του ίδιου Κώδικα, για το λόγο ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, "ο εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, παρέλειψε να απαγγείλει την κατηγορία και αρκέστηκε στην ανάπτυξη των εκθέσεων εφέσεων", είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος. Κατ΄ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως να απορριφθούν στο σύνολό τους, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει α) την από 5 Απριλίου 2005 (υπ'αριθ.πρωτ. 3154/6-4-2005) αίτηση του Χ2 και β) την από 4 Απριλίου 2005 (υπ'αριθ. 3153/6-4-2005) αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 2139/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για καθένα απ'αυτούς. Και Συμπληρώνει την υπ'αριθ. 2139/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την παράθεση στο σκεπτικό της των άρθρων 17 παρ.2 του ν. 1729/1987, όπως ισχύει, και 74 του ΠΚ, με βάση τα οποία, διατάχθηκε η ισόβια απέλαση των αναιρεσειόντων από τη Χώρα μετά την έκτιση της ποινής τους. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2006. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ