Αριθμός 2239/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποιν.Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη-Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέτα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (λόγω κωλύματος του Εισαγγελέα) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 14670Α/2007 αποφάσεως του Τριμελούε Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Χ1 που δεν παρέστη και πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία "ΙΝΦΟ ΚΟΥΕΣΤ Α.Ε.Β.Ε." που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Καζιάνη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 14670Α/2007 απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουνίου 2007 αίτησή του, που συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Αγγελικής Ανυφαντή και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1032/2007. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και την πληρεξουσία δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 505 παρ.2 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ.2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η υπέρβαση εξουσίας. Κατά τη διάταξη του άρ. 46 του ΚΠΔ, αν ο παθών θέλει να ζητήσει τη δίωξη αξιόποινης πράξης, υποβάλλει την έγκληση, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο αρ. 42 παρ. 2 και 3. Στο άρθρο δε 42 παρ. 2 ορίζεται μεταξύ άλλων, ότι η μήνυση γίνεται απ' ευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αλλά και στους άλλους (προ)ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο το μηνυτή, είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας, προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της μήνυσης, μπορεί δε να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα (στην τελευταία περίπτωση), πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική Αρχή ή δικηγόρο. Εξάλλου, κατά το αρ. 18 του κωδικοποιημένου (με το β.δ. 174/1963) Ν. 2190/1920, "1. Η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως υπό του διοικητικού συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικά. 2. Το καταστατικό δύναται να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρία εν γένει ή σε ορισμένου μόνον είδους πράξεις...". Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει, ότι η εκπροσώπηση της ανωνύμου εταιρίας έχει ανατεθεί στο διοικητικό της συμβούλιο, το οποίο κατ' αρχή ενεργεί συλλογικά. Δύναται όμως το διοικητικό συμβούλιο, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη ρύθμιση στο καταστατικό, να αναθέσει την εκπροσώπηση της εταιρίας (δικαστικώς ή εξωδίκως), είτε την ενέργεια ορισμένης ή ορισμένων πράξεων, σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, τα οποία μπορεί να είναι μέλη του ή και τρίτοι. Στην περίπτωση αυτή, η εκπροσώπηση αφορά ευθέως το νομικό πρόσωπο της εταιρίας, ο οριζόμενος δε από το διοικητικό συμβούλιο, ως υποκατάστατος αυτού (μέλος του ή τρίτος), ενεργεί ως όργανο εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της εταιρίας, κατά τα αρ. 65, 67 και 68 του ΑΚ, δηλαδή ως καταστατικό όργανο αυτής (εταιρίας) και δεν έχει ανάγκη άλλης, ειδικής ή μη εγγράφου πληρεξουσιότητας ή (δήλωσης) εξουσιοδότησης και βεβαίωσης της γνησιότητας της υπογραφής του εντολέα, όπου κατά νόμο απαιτείται τέτοια πληρεξουσιότητα ή εξουσιοδότηση, όπως Ι έχει ανάγκη ο κατά το αρ. 211 του ΑΚ αντιπρόσωπος ή ο και τα το αρ. 713 του ίδιου Κώδικα εντολοδόχος. Αρκεί δηλαδή ! στην περίπτωση αυτή για την υποβολή έγκλησης, από μέ-1 ρους της εταιρίας, επικυρωμένο αντίγραφο της πράξεως του διοικητικού συμβουλίου της, με την οποία ανατίθεται η ενέργεια αυτή σε μέλος του ή σε τρίτον και δεν είναι αναγκαία και η βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής των μελών του διοικητικού συμβουλίου, από Αρχή ή δικηγόρο. Στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή όταν, παρά την ύπαρξη αποφάσεως του ΔΣ της εγκαλούσης εταιρείας, διατυπουμένης σε πρακτικό αυτής, που αναθέτει την υποβολή εγκλήσεως σε μέλος του ή σε τρίτον, απαιτηθεί περαιτέρω και βεβαίωση της γνησιότητος της υπογραφής των μελών του άνω Δ.Σ. και λόγω ελλείψεως αυτής το δικαστήριο κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη ή παύει οριστικώς αυτήν (ποινική δίωξη), καθιστά την απόφαση αναιρετέα για υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ.1 Η ΚΠΔ). Στην εξεταζομένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αυτό δέχθηκε τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 4 § 1 εδ. α' του Ν. 2408/1996, η ποινική δίωξη για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών ασκείται μόνον ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 18 § 1 του Ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το ΒΔ 174/1963 "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικόν δύναται να ορίσει, ότι εν ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρείαν, εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου νόμου ορίζει στην παρ. 2 ότι "Το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν'αποφασίζει πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 § 4 του Ν. 2339/95, "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρίας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του Ν. 2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή, καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα δικαστήρια, και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται [18 § 1] το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο [22 § 1] είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 § 2 και 22 § 3 του Ν. 2190, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκατάστασης του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνον εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 § 1 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσώπησης της ΑΕ. Επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρίας να ορίζει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν [δικαστικώς ή εξωδίκως] την εταιρία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 ξ 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχείρισης όσο και την εκπροσώπηση της εταιρίας. Αντίθετα όμως προς το άρθρο 18 § 2 το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 ξ 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατόν να αποφασιστεί από το ΔΣ μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 § 3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο και όχι μόνον προς μέλη του ΔΣ ή διευθυντές της εταιρίας. Προϋποθέτει όμως σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας. Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 § 2 ή 22 § 3, το τρίτο πρόσωπο προς το οποίο το όργανο της εταιρίας, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης αντίστοιχα πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρίας δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνήσιου της υπογραφής των μελών του ΔΣ, όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή έγκλησης ή για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής. Αρκεί στην περίπτωση αυτή για την υποβολή εγκύρου εγκλήσεως από μέρους της εταιρίας, επικυρωμένο αντίγραφο της πράξεως του διοικητικού συμβουλίου της, με την οποίαν ανατίθεται η ενέργεια αυτή σε μέλος του ή σε τρίτον [Ολ ΑΠ 4/2006, ΑΠ 546/2005]. Στην περίπτωση όμως που το διοικητικό συμβούλιο της Ανώνυμης εταιρίας, για την υλοποίηση σχετικής απόφασης του, αναθέσει σε τρίτο, ως προς τον οποίον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 § 2 ή 22 § 3 του Ν. 2190/1920, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξης που τελέσθηκε σε βάρος της εταιρίας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος-εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφαση του και το οποίο προσαρτάται στην εγχείριζα μένη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 ξ 1 εδ. γ' ΚΠΔ [Ολ ΑΠ 4/2006]. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το άρθρο 12 του καταστατικού της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝFO-QUEST Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρία Προϊόντων και Υπηρεσιών Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών", "Η εταιρία εκπροσωπείται επί Δικαστηρίων και εξωδίκως υπό του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής ενεργούντος συλλογικώς. Το ΔΣ έχει το δικαίωμα να αναθέτει εις εν ή πλείονα μέλη αυτού ή εις άλλα πρόσωπα την εκπροσώπησιν της εταιρείας γενικώς ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις, δικαστικάς ή εξώδικους........". Με βάση τα ανωτέρω οριζόμενα στο άρθρο 12 του καταστατικού, το ΔΣ της ως άνω εταιρίας κατά τη συνεδρίαση της 18-3-2003, στην οποίαν συμμετείχαν ο πρόεδρος και τα λοιπά επτά [7] μέλη του εξουσιοδότησε τη δικηγόρο Αθηνών Θεοδώρα Καζιάνη, προκειμένου να εκπροσωπήσει την εταιρία κατά την υποβολή και εκδίκαση της μήνυσης της εταιρίας κατά του Χ1 για την εν γνώσει του έκδοση ακάλυπτων επιταγών, και να υποστηρίζει αυτήν ενώπιον του ακροατηρίου. 'Ετσι, εφόσον υπάρχει σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας [άρθρο 12] που επιτρέπει στο διοικητικό συμβούλιο την κατά το άρθρο 22 §3 μεταβίβαση εξουσιών του, η ως άνω ορισθείσα δικηγόρος είχε την ιδιότητα του υποκατάστατου του ΔΣ της εταιρίας, δηλαδή θα ενεργούσε ως καταστατικό όργανο εκπροσώπησης της εταιρίας κατά την υποβολή της από 2-4-2003 εγκλήσεως της τελευταίας κατά του κατηγορούμενου και συνεπώς δεν ήταν απαραίτητη η βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής των μελών του ΔΣ, για τη χορήγηση της εξουσιοδότησης αυτής. Πλην όμως η πράξη του ΔΣ με την οποίαν χορηγήθηκε η εξουσιοδότηση αυτή δεν είναι επικυρωμένη, αφού το προσκομισθέν απόσπασμα από το βιβλίο πρακτικών του ΔΣ δεν είναι επικυρωμένο από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, όπως απαιτείται στο άρθρο 449 του ΚΠολΔ, αλλά φέρει απλά την υπογραφή του προέδρου και δ/ντος συμβούλου της εταιρίας, το γνήσιο της οποίας βεβαιώθηκε από την προαναφερόμενη δικηγόρο. Με βάση τα προεκτεθέντα, δεν υπεβλήθη νομότυπα η έγκληση κατά του κατηγορούμενου και επομένως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η ασκηθείσα κατ' αυτού ποινική δίωξη. Με αυτά, όμως που εδέχθη το δικαστήριο αυτού, υπερέβη την εξουσία του και κατέστησε την απόφασή του αναιρετέα, γιατί, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην μείζονα νομική σκέψη, η υποβαλούσα την έγκληση Θεοδώρα Καζιάνη του Σπυρίδωνα ενήργησε, όπως προκύπτει και από την παραδεκτή επισκόπηση του καταστατικού της εν λόγω μηνύτριας εταιρείας (άρθρο 12) σύμφωνα με το οποίο το ΔΣ δύναται να αναθέσει την εκπροσώπηση της εταιρείας και σε ένα ή περισσότερα άλλα πρόσωπα ή μέλη του ή μη γενικώς ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις ως καταστατικό όργανο αυτής και όχι ως εντολοδόχο της με περαιτέρω συνέπεια να μη απαιτείται στο απόσπασμα του πρακτικού του ΔΣ αυτής να βεβαιώνεται η γνησιότητα της υπογραφής των μελών του ΔΣ της εγκαλούσης από δικηγόρο, δημόσια αρχή κλπ. κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 42 παρ.2 ΚΠΔ. Επομένως ο συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 Η ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος κατ΄ουσίαν. Κατ΄ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο με σύνθεση διαφορετική από εκείνη της αναφερόμενης αποφάσεως. Για τους λόγους αυτούς Αναιρεί την υπ'αριθμ. 14670Α/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εδίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Δεκεμβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ