Αριθμός 1543/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ο. Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Χριστίνα Παπαπαναγιώτου . Του αναιρεσιβλήτου: Α. Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τανταρούδα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 727/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 599/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 1-11-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 15-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την διατήρηση αναστολής έως την έκδοση της απόφασης καθώς και την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Εισάγεται προς κρίση αναίρεση κατά απόφασης δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η οποία έκρινε για υπόθεση προσβολής της προσωπικότητας του ήδη αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος από μέρους της αντιδίκου του. ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα, ή απαράδεκτο. Ως απαράδεκτο νοείται το δικονομικό, δηλαδή εκείνο που δημιουργείται από την αθέτηση δικονομικής διατάξεως, έτσι ώστε η δικονομική ενέργεια να στερείται από τις αναγκαίες προϋποθέσεις του κύρους της (ΑΠ 640/2011, ΑΠ 558/08, ΑΠ 1739/08). Ειδικότερα για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία ζητείται η εκδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ('Αρθρ. 232 ΑΚ) πρέπει να αναφέρεται σ' αυτή το είδος της προσβολής, η παράνομη πράξη που την προκάλεσε, ο αιτιώδης σύνδεσμος και ότι ο προσβάλων τελούσε σε υπαιτιότητα, όχι όμως και η έκταση της βλάβης, η βαρύτητα του πταίσματος και οι λοιπές συνθήκες, όπως η περιουσιακή κατάσταση των μερών, η κοινωνική τους θέση, οι προσωπικές σχέσεις τους, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης που αποτελούν, είτε ιδιότητες των στοιχείων της ιστορικής βάσης της αγωγής, είτε περιστατικά που λαμβάνονται υπόψη για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος (ΑΠ 1189/2009). Αν στην αγωγή αναφέρονται πλείονες αδικοπρακτικές συμπεριφορές, δεν είναι, πρόδηλα, αναγκαίο, για την πληρότητα του αγωγικού δικογράφου, να αναφέρεται συγκεκριμένο ποσό χρηματική ικανοποίηση για κάθε επί μέρους, αδικαιοπρακτική συμπεριφορά, χωριστά, δοθέντος ότι η τέλεση αδικοπραξίας είναι ενιαία, ως συμπεριφορά άρα ο πρώτος λόγος αναφέρεται, ο οποίος για τον πιο πάνω λόγο επικαλείται την από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια είναι αβάσιμος. ΙΙΙ. Αναιρετικός λόγος, από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται πραγματικοί ισχυρισμοί αυτοτελείς, δηλαδή κάθε περιστατικό που, όταν ληφθεί υπόψη αφηρημένα, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση (Ολ. ΑΠ 3/97, ΑΠ 1799/08, ΑΠ 1015/08). 'Αρα δεν ιδρύεται ο παρών λόγος αν δεν λήφτηκαν υπ' όψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα των μερών περί την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνεται ως λόγος εφέσεως (ΑΠ 430/2011). Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, περί του αν ο Κ. Α. ήταν αποκλειστικός και μοναδικός μέτοχος της εταιρείας "Navimar Hellas Ltd", εν όψει της αγωγής από το άρθρο 932 ΑΚ, δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την παραπάνω έννοια, αλλά εκτίμηση των αποδείξεων και προσέγγιση του πραγματικού υλικού της υπόθεσης, από την πλευρά της αναιρεσείουσας. 'Αλλωστε, όπως στο ίδιο το δικόγραφο αναίρεσης μνημονεύεται, το Εφετείο έκρινε σχετικά και απέρριψε τον πιο πάνω ισχυρισμό, έστω και αν η αναιρεσείουσα έχει διαφορετική άποψη. Κατά ταύτα, και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος. Για τον ίδιο, ακριβώς λόγο, πρέπει ν' απορριφθεί και ο πέμπτος αναιρετικός λόγος, ο οποίος προβάλλει την από την πιο πάνω διάταξη πλημμέλεια, όσον αφορά τις πράξεις ανάληψης χρημάτων από τον κοινό λογαριασμό, το αν ο αναιρεσίβλητος δεν ήταν απλός σπουδαστής, αλλά είχε δραστηριότητα στο χώρο της ναυτιλίας, στο αν αυτός ανέλαβε διάφορα ποσά, το αν κατέβαλε κάποιο ποσό στην αναιρεσίβλητη, και στην ίδρυση της εταιρείας "Apostolos Apchoutalles Navimar Cyprus Ltd". 'Απαντα τα παραπάνω, αποτελούν ουσιαστικές προσεγγίσεις στις υποθέσεις, ανέλεγκτες από το παρόν Δικαστήριο (αρθρ. 561 πα. 1 Κ.Πολ.Δ.). Δεν συνιστούν δε τα "πράγματα", που απαιτεί η παραπάνω διάταξη. I.V. Ο από το άρθρο 559 αρ. 11 αναιρετικός λόγος καθιδρύεται πλην άλλων, και οσάκις το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκόμισαν με επίκληση (Ολ. ΑΠ. 2/2008, ΑΠ 1181/2010). Πρέπει δε το αποδεικτικό μέσο να έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 43/2002, ΑΠ 324/2008). Ο λόγος είναι αβάσιμος αν προκύπτει από την απόφαση πως λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα το οποία προσκομίστηκαν νόμιμα (ΑΠ 1763/2007). Αρκεί δε η γενική αναφορά στην απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας ή αξιολόγηση εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, ούτε ποια είναι η αποδεικτική βαρύτητα κάθε αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1413/2010, ΑΠ 1204/2008). Εδώ το Εφετείο αναφέρει, πως έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσης του, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν τα μέρη. Εκ τούτου, σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται, πως έλαβε υπ' όψιν άπαντα τα νομίμως προσαχθέντα έγγραφα μεταξύ των οποίων και το έγγραφο στο οποίο αναφέρεται "μεταβίβαση ιδρυτικού δικαιώματος". 'Αρα και ο τρίτος λόγος της έφεσης που προβάλλει την από το πιο πάνω άρθρο αιτίαση είναι επίσης αβάσιμος. IV. Περαιτέρω, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα ακόλουθα: "την 23-4-1998 η εναγομένη άσκησε προφορική μήνυση και στη συνέχεια κατέθεσε και μηνυτήρια αναφορά σε βάρος, εκτός άλλων και, του ενάγοντος. Δυνάμει αυτών ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος και του ενάγοντος για υπεξαγωγή εγγράφου και ειδικότερα ότι με σκοπό να βλάψει την εναγομένη απέκρυψε τα αναφερόμενα έγγραφα των οποίων δεν ήταν κύριος τα οποία ανήκαν στη ναυτιλιακή εταιρεία με την επωνυμία "NAVIMAR HELLAS LTD" ... μέτοχος της οποίας είναι και η εναγομένη. Η υπόθεση εκδικάσθηκε την 27-6-2002 και εκτός άλλων ο ενάγων καταδικάσθηκε με .... απόφαση του Β' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς σε ποινή φυλάκισης 5 μηνών ... Στη συνέχεια κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η υπόθεση εκδικάστηκε την 26-5-2005 και εκτός άλλων, ο ενάγων δυνάμει ... αποφάσεως του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, κηρύχθηκε αθώος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης. Κατά την εκδίκαση της ως άνω υποθέσεως σε πρώτο βαθμό την 27-6-2002 η εναγομένη, εξεταζόμενη ως πολιτικώς ενάγουσα, ενώπιον του Β' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς κατέθεσε, εκτός άλλων, ότι την 23-4-1998 καθώς μετέβαινε στα γραφεία των επιχειρήσεων "NAVIMAR", είδε σταθμευμένο εκεί το αυτοκίνητο του ενάγοντος, γεμάτο φακέλους της εταιρείας NAVIMAR HELLAS LTD . Οι φάκελοι ήταν λευκοί και έγραφαν μόνο το όνομα της εταιρείας. Ανέβηκε στο γραφείο και είδε ότι έλειπαν από τη βιβλιοθήκη ... όλοι οι φάκελοι. Επίσης, από ένα χρηματοκιβώτιο που κρατούσαν έγγραφα, έλειπαν και από εκεί έγγραφα. Στη συνέχεια δε κατέθεσε ότι, όταν είπε στον ενάγοντα να αφήσει τους φακέλους, εκείνους της είπε ότι είναι εντολή του πατέρα του και συνέχισε. Ότι απευθυνόμενη, εκτός άλλου, και προς αυτόν τους είπε ότι θα τους κυνηγήσει γι'αυτό που έκαναν. Τέλος, κατέθεσε ότι ο ενάγων ήξερε πολύ καλά τι έκανε, "είναι μεγάλα τα συμφέροντα και ήξερε τι έκανε". Ενώπιον δε του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς την 26-5-2005 η εναγομένη εξεταζόμενη στην κατ' έφεση δίκη ως πολιτικώς ενάγουσα κατέθεσε, εκτός άλλων, ότι μπήκε στην είσοδο της πολυκατοικίας και είδε τον ενάγοντα να κρατάει φακέλους στα χέρια του και να πηγαίνει προς το αυτοκίνητο του...., ότι του είπε που πάει τους φακέλους και ότι δεν έχει το δικαίωμα να παίρνει τους φακέλους, καθώς και ότι της απάντησε "αυτά πες τα με τον πατέρα μου" και μετά έφυγε με το αυτοκίνητο του. Επίσης κατέθεσε ότι τους φακέλους με τα έγγραφα τους πήρε ο Α. καθώς και ότι τα έγγραφα που πήραν, τα είχε αποθηκευμένα στη δισκέτα της και τα βρήκε από εκεί. Ότι ήταν περισσότεροι από 4 φάκελοι (γιατί είχε σχεδόν γεμίσει το πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου. Τέλος δε ότι οι φάκελοι που κατέβαζε ο Α. ήταν πολλοί και λευκοί. Περαιτέρω αποδεικνύεται την 31-7-2000 η εναγομένη κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς την από 26-7-2000 μήνυσή της κατά τριών προσώπων, μεταξύ των οποίων και ο ήδη ενάγων. Εξάλλου με την ίδια μήνυση ισχυρίζεται ότι ο Γ. Α. συνεπικουρούμενος από το τρίτο αναφερόμενο πρόσωπο και τον ήδη ενάγοντα, μεθόδευσε και πραγματοποίησε τη μεταφορά του συνόλου, σχεδόν, του αρχείου της εταιρείας (φαξ, τέλεξ, συμβάσεις, παραγγελίες κλπ) προς άγνωστη κατεύθυνση, με σκοπό να την αποστερήσει όλων των αποδεικτικών εγγράφων προασπίσεως των έννομων συμφερόντων του παιδιού της και των δικών της. Β)Με την ως άνω από 26-7-2000 μήνυση ασκήθηκε σε βάρος και του ενάγοντος ποινική δίωξη για απάτη κατά συναυτουργία, κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ). Στην από 3-3-2003 χωρίς όρκο εξέτασή της ως πολιτικώς ενάγουσας ενώπιον της Ανακρίτριας ΣT' Τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιώς η εναγομένη, εκτός άλλων, κατέθεσε ότι οι κατηγορούμενοι, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, από κοινού της παρέστησαν ψευδώς ότι ο σύζυγος της είχε ποσοστό 50% επί του συνόλου των μετοχών της ως άνω εταιρείας και ότι το υπόλοιπο 50% ανήκε στον Γ. Α., ενώ αυτό ήταν ψευδές γιατί μοναδικός μέτοχος της ως άνω εταιρείας ήταν ο αποβιώσας την 20-2-1997 σύζυγος της Κ. Α.. Ότι η πράξη τους αυτή έγινε αρχές Μαρτίου 1997 και έτσι εκείνη παραπλανήθηκε και στη συνέλευση των μετόχων της 14-3-1997 δέχθηκε ότι εκείνη και η ανήλικη θυγατέρα της ήταν μέτοχοι ποσοστού 50% των μετοχών, καθώς επίσης ότι με τον τρόπο αυτό ζημίωσαν οι κατηγορούμενοι εκείνη και τη θυγατέρα της κατά την αξία του ποσοστού 50% που υφάρπαξε ο Γ Α., η αξία του οποίου (ποσοστού) είναι τουλάχιστον 500.000.000 δραχμές. Στη συνέχεια κατέθεσε ότι οι κατηγορούμενοι της παρέστησαν ψευδώς περί τα τέλη Φεβρουαρίου 1997 ότι η ως άνω εταιρεία είχε πρόβλημα οικονομικής ρευστότητας και έτσι την έπεισαν να ανοίξουν τους υπ' αρ. ... και ... λογαριασμούς στην Τράπεζα ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΞΠΡΕΣ, κοινούς με αυτούς (στον πρώτο λογαριασμό δικαιούχοι ήταν η ίδια (εναγομένη), ο Γ. Α. και ο ενάγων, στο δεύτερο λογαριασμό δικαιούχοι ήταν η ίδια (εναγομένη), ο Γ. Α. και το αναφερόμενο τρίτο πρόσωπο). Ότι στους λογαριασμούς αυτούς την έπεισαν και μετέφερε χρήματα, που ήταν σε οικογενειακό λογαριασμό κοινό δικό της και του συζύγου της και έτσι την 25-2-1997, που άνοιξαν οι λογαριασμοί αυτοί, κατέθεσε στον πρώτο 300.000 δολάρια ΗΠΑ και στο δεύτερο 105.273,52 δολάρια ΗΠΑ. Ότι οι κατηγορούμενοι την έπεισαν να κάνει αυτό, γιατί της είπαν ότι τούτο γίνεται προσωρινά για τις ανάγκες της εταιρείας και ότι σύντομα θα της επέστρεφαν τα χρήματα. Ότι όμως τελικά αυτοί από τον πρώτο λογαριασμό το Μάρτιο του 1998 ανέλαβαν όλο το χρηματικό ποσό και έτσι εκείνη και η θυγατέρα της ζημιώθηκαν τουλάχιστον κατά το ποσό των ί 300.000 δολαρίων ΗΠΑ. Ως προς την υπεξαγωγή των εγγράφων, διευκρίνισε ότι η πράξη αυτή τελέστηκε τον Απρίλιο του 1998 από το Γ. Α. και τον ενάγοντα και ότι για την πράξη αυτή οι παραπάνω είχαν ήδη καταδικασθεί την 27-6-2002 από το Β' Μονομελές Πλημ/κείο Πειραιά οε φυλάκιση πέντε μηνών ο καθένας. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς με το υπ' αρ. 1858/2003 βούλευμά του αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του ενάγοντος για την ως άνω πράξη της απάτης ... Γ) Ακολούθως στην από 3-2-2003 ... αγωγή, που άσκησε μεταξύ άλλων και η εναγομένη και στρέφεται και κατά του ενάγοντος, παρέθεσε τα περιστατικά που εξέθετε στις παραπάνω μηνύσεις της ... Ακόμη στην παραπάνω αγωγή, την οποία ασκεί η εναγομένη μαζί με το αναφερόμενο νομικό πρόσωπο εκθέτει, ότι οι εναγόμενοι παράνομα και υπαίτια και μάλιστα ο δεύτερος και τρίτος εναγόμενος (δηλαδή ο ενάγων) με την προτροπή και άμεση συνεργεία του πρώτου εναγομένου ανέλαβαν ... από τον υπ'αρ. 2377616 δραχμικό λογαριασμό, που διατηρούσε η εταιρεία με την επωνυμία NAVIMAR HELLAS LTD, (και όχι όπως αναγράφεται στην ένδικη αγωγή η ήδη εναγομένη) στην Τράπεζα AMERICAN EXPRESS BANK ltd το συνολικό ποσό των 110.298.720 δραχμών ... και το οποίο ποσό τελικά αυτοί ιδιοποιήθηκαν γνωρίζοντας ότι δεν τους ανήκει. Δ) Των παραπάνω πραγματικών περιστατικών έλαβαν γνώση τρίτα πρόσωπα όπως οι Γραμματείς, οι Εισαγγελείς, οι Δικαστές που επιλήφθηκαν αυτών και το ακροατήριο των Δικαστηρίων όσον αφορά τις καταθέσεις της εναγομένης κατά την εκδίκαση της υπεξαγωγής εγγράφων, αλλά και όσοι με διάφορους τρόπους επιλήφθηκαν της παραπάνω με αρ. 1516/2003 αγωγής, με την άσκηση της οποίας διευρύνθηκε ο κύκλος των προσώπων που έλαβε γνώση των περιστατικών αυτών, στα οποία πλέον συμπεριλήφθηκαν και ο δικαστικός επιμελητής που την κοινοποίησε, οι δικαστικοί υπάλληλοι και δικαστές που έλαβαν γνώση του περιεχομένου της ... Εξάλλου, από το συνδυασμό των καταθέσεων αυτών με την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προέκυψαν τα εξής: α) ότι η εναγομένη εργαζόταν στις επιχειρήσεις των αδελφών Α. τα γραφεία των οποίων στεγαζόταν, όπως και τα γραφεία της εφοπλιστικής επιχείρησης του ως άνω μάρτυρος Κ. Α., στην επί της οδού … οικοδομή, απ' όπου φέρεται ότι αφαιρέθηκαν οι φάκελοι της "NAVIMAR HELLAS LTD", β) ότι η ίδια είχε άμεση πρόσβαση στους φακέλους αυτούς (βλπ κατάθεση του από την πλευρά του εξετασθέντος μάρτυρος Β. Δ. στο τέλος της σελίδας 27 των πρακτικών του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) και γ) ότι μεταξύ αυτής και του αδελφού του συζύγου της είχαν ήδη δημιουργηθεί εντάσεις εξ ' αφορμής του ζητήματος της συμμετοχής ή μη του Γ. Α. στην ως άνω εταιρία. Τα περιστατικά όμως αυτά σε συνδυασμό με όσα αναφέρει στις παραπάνω μηνύσεις της, τα οποία επαναλαμβάνει στις ενώπιον των ως άνω ποινικών δικαστηρίων και του ανακριτή ανώμοτες καταθέσεις της και περιλαμβάνει στο περιεχόμενο της, μεταξύ άλλων και εναντίον του ενάγονται στρεφόμενης αγωγής, οδηγούν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα, ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να γίνει η υπεξαγωγή εγγράφων την 23/4/1998. Και τούτο διότι ο Γ. Α., ο οποίος, ούτως η άλλως, κατά τα όσα η εναγομένη αναφέρει στην από 26-7-2000 μήνυση της, φέρεται γνωρίζει ότι η εταιρία ανήκει μόνο στον θανόντα αδελφό του, αν επεδίωκε να αποκρύψει απ' αυτήν τα στοιχεία που αποδείκνυαν την έκταση της δραστηριότητας της συγκεκριμένης εταιρίας, το ύψος και την προέλευση των κερδών της και τέλος την ανυπαρξία της δικής του συμμετοχής σ'αυτήν, θα είχε ενεργήσει προς την κατεύθυνση αυτή από το Μάρτιο με αρχές Απριλίου 1997, αμέσως μετά τη μεταξύ τους συναινετική διευθέτηση των οικονομικών ζητημάτων της εταιρίας, όταν ακόμη εκείνη, κατά τα όσα αναφέρει, πίστευε ότι σ'αυτήν συμμετείχαν και οι δύο αδελφοί. Από τότε όμως μέχρι την 23-4-1998, ημέρα τέλεσης της φερομένης υπεξαγωγής εγγράφων από τον ενάγοντα παρήλθε ένα και πλέον έτος, κατά τη διάρκεια του οποίου η εναγομένη είχε άμεση πρόσβαση καθημερινά στα έγγραφα της εταιρίας "NAVIMAR HELLAS LTD" και κατ'επέκταση τη δυνατότητα να έχει στη διάθεση της από τους φακέλους αυτούς οποιοδήποτε έγγραφο ή έγγραφα, που θα της παρείχαν τα αναγκαία στοιχεία σχετικά με το ότι τα προερχόμενα από την εταιρία αυτή κέρδη ανήκαν μόνο στους κληρονόμους του Κ. Α., δηλαδή σ'εκείνη και την ανήλικη θυγατέρα της. Επομένως, βάσει των όσων η ίδια ισχυρίζεται για τον επιδιωκόμενο με την φερομένη υπεξαγωγή σκοπό του ενάγοντα, δεν μπορεί να εξαχθεί με την κοινή λογική το συμπέρασμα ότι τελέσθηκε υπεξαγωγή των εγγράφων αυτών, αφού, ο ενάγων, ακόμη και αν είχε σκοπό να της αποστερήσει με τον τρόπο αυτό τα αναγκαία για την απόδειξη των συμφερόντων της στοιχεία, θα ήταν αμφίβολο κατά πόσο θα επετύγχανε τούτο, αφού δεν γνώριζε και δεν μπορούσε αντικειμενικά να γνωρίζει αυτός και οι συμμέτοχοι του, αν η εναγομένη είχε εξάγει αντίγραφα από τα περιεχόμενα στους φακέλους αυτούς έγγραφα και ποια συγκεκριμένα. Η εναγομένη συνεπώς γνώριζε ότι ο ενάγων δεν αφαίρεσε τα έγγραφα της "NAVIMAR HELLAS LTD" εκείνη την ημέρα, πλην όμως για λόγους που εκείνη μόνο γνωρίζει και δεν αφορούν τη συγκεκριμένη υπόθεση, δημιούργησε επεισόδιο και στη συνέχεια προέβη στη σε βάρος του ενάγοντα μήνυση της υπεξαγωγής εγγράφων. ΣΤ) Ως προς τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την απάτη, κατά τους λοιπούς εκφερόμενους τρόπους και χρόνους, πλην της από 26-7-2000 μηνύσεως, όπως προαναφέρθηκε, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων ουδέποτε συμμετείχε στις συνελεύσεις, κατά τις οποίες αποφασίστηκε η μεταφορά των αναφερομένων. Η μοναδική συμμετοχή του είναι ότι ορίστηκε συνδικαιούχος μαζί με την εναγομένη και τον πατέρα του στον υπ' αρ. ... λογαριασμό, από τον οποίο, με εντολή του πατέρα του ανέλαβε χρήματα, τα οποία και του έδωσε χωρίς να γνωρίζει λεπτομέρειες για τον τρόπο διαχείρισης τους, Η εναγομένη γνώριζε ότι, όσα κατέθετε και επικαλούταν σχετικά με τη συναυτουργία του ενάγοντα στην ως άνω σε βαθμό κακουργήματος φερομένη σε βάρος της απάτη, ήταν ψευδή αφού αφορούσαν υποτιθέμενες πράξεις που έγιναν από τον ενάγοντα ενώπιον της. Ακόμη ως εκκαλούσα στην έφεσή της ισχυρίζεται ότι ουδέποτε αυτή ανέφερε στην από 26-07-2000 μήνυσή της, αλλά και στην από 3-3-2003 χωρίς όρκο κατάθεση της ενώπιον της Τακτικής Ανακρίτριας του ΣΤ Τμήματος Πειραιά, ότι ο ενάγων την εξαπάτησε παριστάνοντας της ψευδώς ότι ο σύζυγος της είχε ποσοστό 50% στη Λιβεριανή εταιρία NAVIMAR HELLAS LTD" και ότι το υπόλοιπο 50% ανήκε στο Γ. Α. με αποτέλεσμα τη μεταφορά ποσών ύψους 300.000 και 105.273,52 δολάρια ΗΠΑ που της ανήκαν στους κοινούς με τον Γ. Α. τον ενάγοντα και εκείνη με αρ. ... και ... λογαριασμούς στην Τράπεζα ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΞΠΡΕΣ, αλλά την εξαπάτηση διέπραξαν ο Γ. Α. και ο Κ. Β.. Ωστόσο όσα κατέθεσε στη μήνυση της σχετικά με το ζήτημα αυτό, επανέλαβε εξεταζόμενη χωρίς όρκο ως πολιτικώς ενάγουσα στην Ανάκριση, εμμένοντας στη θέση ότι ο ενάγων μαζί με τους Γ. Α. και Κ. Β. ήταν συναυτουργός στη φερομένη σε βάρος της απάτη ... Επίσης στη με αριθ. κατάθεσης δικογράφου 1516/2003 αγωγή της επαναλαμβάνει χωρίς καμία διάκριση ότι εξαπατήθηκε από τους εναγομένους μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνει και τον ενάγοντα. Τα παραπάνω περιστατικά, τα οποία εξέθεσε για τον ενάγοντα με τους τρόπους που αναφέρθηκαν και διέδωσε σε τρίτους στις 27-6-2002, το Φεβρουάριο του έτους 2003, στις 3-3-2003 και στις 26-5-2005 αποτελούν γεγονότα κατά την έννοια των άρθρων 362 και 363 ΠΚ. Η τελευταία ως εκ τούτου θέλησε και τελικά ισχυρίσθηκε και διέδωσε, ενώπιον τρίτων, για τον ενάγοντα αναληθή περιστατικά γνωρίζοντας την αναλήθειά τους. Με τον προαναφερόμενο δε τρόπο η εναγομένη επεδίωξε και πέτυχε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος. Ζ) Εξάλλου από τα παραπάνω επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, φοιτητής ακόμη το έτος 1997 στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο και αργότερα διπλωματούχος ναυπηγός μηχανολόγος, λόγω των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της οικογενείας του, ήταν γνωστός σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας του Πειραιά και ιδιαίτερα σε επιχειρηματικούς σε σχέση με τη ναυτιλία κύκλους, όπου ανεζήτησε και το αντικείμενο της επικείμενης επιχειρηματικής και επιστημονικής ενασχόλησης του μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του ως ναυπηγός μηχανικός. Οι επί σειρά ετών από μέρους της εναγομένης παραπάνω συκοφαντικές για το πρόσωπό του διαδόσεις, που τον παρουσίαζαν ως πρόσωπο ελλειμματικού ήθους, ήσαν ικανές να προκαλέσουν στο κοινωνικό, επαγγελματικό και φιλικό του περίγυρο δυσμενείς για κείνον κρίσεις και να επιφέρουν την αμφισβήτηση της προσωπικότητάς του ως έντιμου και άξιου εμπιστοσύνης ανθρώπου. Κατά συνέπεια από την περιγραφείσα παράνομη και υπαίτια από μέρους της εναγομένης συμπεριφορά προσεβλήθη η προσωπικότητα του και παράλληλα κινδύνευσε το επαγγελματικό του μέλλον, με αποτέλεσμα να διακατέχεται από συναισθήματα θλίψης, αγανάκτησης και αδικίας ήτοι ενδιάθετες ψυχικές καταστάσεις, παραγωγικές ηθικής του βλάβης". Με αυτό το περιεχόμενο, η απόφαση διαλαμβάνει επαρκείς, σαφείς και ουδόλως αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν, πλήρως, το διατακτικό της το αν οι αιτιολογίες αποτελούν κατά την αναιρεσείουσα "μονότονη, ασαφή, αόριστη και στερεότυπη" αναφορά, στο πραγματικό υλικό της υπόθεσης, δεν συνιστά πρόδηλα, έλλειψη αιτιολογίας. Επίσης δεν αποτελεί έλλειψη αιτιολογίας, η διαφορετική προσέγγιση του αποδεικτικού υλικού από την αναιρεσείουσα. Δεν αποτελεί επίσης ασαφή αιτιολογία ή άρνηση των αποδοχών της απόφασης του Εφετείου από την τελευταία. Κατά ταύτα, και ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, προτείνεται αβασίμως. Συνακόλουθα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (αρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1-11-2010 αίτηση της Ο. Γ., για αναίρεση της με αριθμό 599/2010 απόφασης του Εφετείου Πειραιά. Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ