Αριθμός 654/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολική διάδοχος δια συγχωνεύσεως-απορροφήσεως από αυτήν της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παρασκευά Αρβανιτάκη. Της αναιρεσίβλητης: Θ. συζ. Χ. Μ., το γένος Β. Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αλέξανδρο Καρδασιάδη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2003 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 184/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 876/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 22-12- 2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 4-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.-Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 876/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απερρίφθη κατ' ουσίαν η από 13-3-2008 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 184/2005 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε κάνει δεκτή ανακοπή του άρθρου 936 ΚΠολΔ της ήδη αναιρεσίβλητης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 2.- Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ η καταχρηστική, κατά την έννοια αυτού, άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται. Τούτο δε ορίζεται και με το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, που αναφέρεται γενικώς και αδιακρίτως στην άσκηση κάθε δικαιώματος. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι εκείνος που ασκεί την από το άρθρο 936 ΚΠολΔ ανακοπή προς απόκρουση της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτελέσεως και διατήρηση έτσι της υπέρ αυτού επί του αντικειμένου της εκτελέσεως καταστάσεως, μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγο (βάση) της ανακοπής του κάθε δικαίωμα, δυνάμει του οποίου αποκρούεται εν όλω ή εν μέρει, το επί του αντικειμένου της εκτελέσεως ουσιαστικό δικαίωμα του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη, επομένως και το από το άρθρο 281 ΑΚ δικαίωμα (ουσιαστικό δικαίωμα) να αποκρούσει το δικαίωμα του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη ως καταχρηστικώς ασκούμενο. Τούτο δε διότι ο επισπεύδων ως ασκών τα δικαιώματα του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη, υπόκειται στους περιορισμούς στους οποίους θα υπέκειτο και ο τελευταίος αυτός εάν ασκούσε το δικαίωμά του (άρθρο 1005 παρ. 1 ΚΠολΔ). Οπότε καθισταμένου του εν λόγω δικαιώματος του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη ανενεργούς από το λόγο αυτό, η επισπευδόμενη και επ' αυτού (δικαιώματος του οφειλέτη) ερειδομένη αναγκαστική εκτέλεση, όπως και η με αυτήν επιδιωκόμενη και συνιστώσα άσκηση επίσης ουσιαστικού δικαιώματος, πραγμάτωση της απαιτήσεως του δανειστή, αποβαίνει έναντι του τρίτου ανενεργός και συνεπώς άκυρη (ΟλΑΠ 448/1984, ΑΠ 1132/2011). Εξάλλου, για να χαρακτηρισθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, εκτός από την αδράνεια του δικαιούχου για μεγάλο χρονικό διάστημα, πρέπει να συντρέχουν επίσης: α) συμπεριφορά αυτού που δημιουργεί εύλογα την πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμα, β) δημιουργία καταστάσεως που δε δικαιολογεί τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος και γ) η ανατροπή της καταστάσεως να έχει επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΟλΑΠ 1/1997). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 2/2013, 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 8-1-2003 ανακοπή η ήδη αναιρεσίβλητη εξέθετε, ότι δυνάμει του .../19-4-1990 προσυμφώνου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Γκάτση-Μανωλάκη, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της δεύτερης των καθ' ων η ανακοπή, Α. Κ., (η οποία δεν είναι εδώ διάδικος), η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να της πωλήσει και μεταβιβάσει, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, τα αναφερόμενα σ' αυτή δύο διαμερίσματα μιας οικοδομής, την ανέγερση της οποίας είχε αναλάβει αυτή κατά το σύστημα της αντιπαροχής επί του περιγραφομένου σ' αυτήν οικοπέδου με το .../29-12-1989 προσύμφωνο- εργολαβικό συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου. Ότι η δεύτερη των καθ' ων η ανακοπή, η οποία κατέστη αποκλειστική κυρία των ως άνω διαμερισμάτων με το .../1991 οριστικό συμβόλαιο μεταβιβάσεως ποσοστών οικοπέδου εξ αδιαιρέτου της ανωτέρω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, της παρέδωσε την κατοχή των διαμερισμάτων αυτών κατά τον Αύγουστο 1992 και τη νομή αυτών κατά τον Μάιο 1994, μετά την ολοσχερή εξόφληση του συμφωνημένου τιμήματος, την οποία (νομή) έκτοτε ασκεί χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από τη δεύτερη των καθ' ων, με αποτέλεσμα να της δημιουργηθεί εύλογα η πεποίθηση ότι αυτή δεν θα ασκήσει το δικαίωμα κυριότητάς της επ' αυτών. Περαιτέρω, εξέθετε ότι η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η πρώτη των καθ' ων η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσα, προς ικανοποίηση χρηματικής απαιτήσεώς της κατά της δεύτερης των καθ' ων η ανακοπή, επέβαλε με την 1201/9-6-2003 κατασχετήρια έκθεση, αναγκαστική κατάσχεση επί των ως άνω δύο διαμερισμάτων, ο πλειστηριασμός των οποίων ορίσθηκε για τις 23-7-2003, πλην όμως κατά την ημερομηνία αυτή αναβλήθηκε και έκτοτε δεν ορίσθηκε νέα ημερομηνία για τη διενέργειά του. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσε α) να αναγνωριστεί νομέας των ως άνω διαμερισμάτων και β) να κηρυχθεί άκυρη η αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται σε βάρος των ακινήτων αυτών, καθόσον η ενέργεια αυτή της πρώτης των καθ' ων υπερβαίνει, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα (στην ανακοπή) τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του .../29-12-1989 προσυμφώνου...της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ..., η δεύτερη των καθ' ων η ανακοπή Α. Κ., η οποία ήταν εργολάβος οικοδομών, ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει επί ενός οικοπέδου, εκτάσεως 3074,54 τ.μ. ..., με δικές της δαπάνες, ένα συγκρότημα τριώροφων παραθεριστικών κατοικιών κατά το σύστημα της αντιπαροχής ... Ως αντάλλαγμα για την ανέγερση των ως άνω κατοικιών οι οικοπεδούχοι ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν στην εργολάβο, πλην των άλλων και τους εξής διαιρετούς χώρους: α) ένα αυτοτελές και διαιρετό διαμέρισμα του δευτέρου υποσυγκροτήματος, που βρίσκεται στον ανώγειο όροφο ..., εμβαδού καθαρού 30 τ.μ. και β) ένα αυτοτελές και διαιρετό διαμέρισμα του δευτέρου υποσυγκροτήματος, που βρίσκεται στον πρώτο επάνω από το ανώγειο όροφο ..., εμβαδού καθαρού 30 τ.μ. Ακολούθως με το υπ' αριθμ. .../2-4-1991 οριστικό συμβόλαιο της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, τα ως άνω δύο διαμερίσματα μεταβιβάστηκαν από τους οικοπεδούχους κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, στη δεύτερη των καθ' ων. Όμως η τελευταία, πριν από την κατάρτιση του ανωτέρω οριστικού συμβολαίου, με το υπ' αριθ. .../19-4-1990 προσύμφωνο της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου-, υποσχέθηκε να πωλήσει και να μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, τα ως άνω διαμερίσματα στην ανακόπτουσα Θ. χήρα Χ. Μ. (ήδη αναιρεσίβλητη), αντί τιμήματος 7.670.000 δραχμών, το οποίο και καταβλήθηκε τμηματικά μέχρι τις 30-5-1994 ... Στις 30-5-1994 και αφού είχε ήδη εξοφληθεί ολοσχερώς το τίμημα πωλήσεως, η δεύτερη των καθ' ων παρέδωσε στην ανακόπτουσα τη νομή των ως άνω διαμερισμάτων ..., Έκτοτε η ανακόπτουσα νέμεται και κατέχει τα εν λόγω διαμερίσματα με διάνοια κυρίου, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση τους πράξεις νομής και κατοχής και ειδικότερα, αφού προέβη στην κατάλληλη επίπλωσή τους και στη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου τους, χρησιμοποιεί αυτά ως παραθεριστική κατοικία της ιδίας και της οικογενείας της ... εν γνώσει της δεύτερης των καθ' ων η ανακοπή, η οποία καμία αντίρρηση ή διαμαρτυρία δεν προέβαλλε, αποξενωθείσα εντελώς από τη νομή αυτών και έτσι δημιουργήθηκε σ' αυτήν (ανακόπτουσα) ενόψει και της ολοσχερούς εξοφλήσεως του τιμήματος εύλογα η πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμα κυριότητάς της επ' αυτών. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πρώτη των καθ ων η ανακοπή ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", προς ικανοποίηση χρηματικής απαιτήσεως της κατά της δεύτερης των καθ ων η ανακοπή Α. Κ., η οποία είχε επιδικασθεί... διαταγή πληρωμής...στην ανώνυμη Τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ", της οποίας κατέστη καθολική διάδοχος κατόπιν απορροφήσεως της με συγχώνευση απ' αυτή ... επέβαλε, με την υπ' αριθμ. 1201/9-6-2003 κατασχετήρια έκθεση ..., αναγκαστική κατάσχεση στα ως άνω διαμερίσματα, τα οποία μέχρι σήμερα δεν έχουν εκπλειστηριαστεί. Όμως με βάση τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, η άσκηση του δικαιώματος της καθ' ης η εκτέλεση (δεύτερης των καθ ων η ανακοπή) προς διεκδίκηση της κυριότητας των κατασχεθέντων ως άνω ακινήτων, το οποίο (δικαίωμα) ασκείται εν προκειμένω από την πρώτη των καθ' ων η ανακοπή-επισπεύδουσα την εκτέλεση, υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και συνεπώς είναι καταχρηστική, καθόσον η απώλεια της νομής της ανακόπτουσας επί των κατασχεθέντων ως άνω ακινήτων θα έχει επαχθείς συνέπειες για την τελευταία, καθόσον αυτή ούτε καν την απαίτησή της προς απόδοση του καταβληθέντος τιμήματος θα μπορεί να ικανοποιήσει λόγω της αφερεγγυότητας της καθ' ης η εκτέλεση, πέραν της οικονομικής επιβαρύνσεως που θα υποστεί από την εμπλοκή της σε δικαστικούς αγώνες με αυτήν, η οποία, σημειωτέον είναι και άγνωστης διαμονής. Κατά συνέπεια το δικαίωμα κυριότητας της καθ' ης η εκτέλεση οφειλέτριας επί των κατασχεθέντων ως άνω ακινήτων κατέστη από το λόγο αυτό ανενεργό, η δε επισπευδομένη κατ' αυτού (δικαιώματος της οφειλέτριας) αναγκαστική εκτέλεση, καθώς και η πραγμάτωση της απαιτήσεως της πρώτης των καθ ων, που επιδιώκεται με αυτήν, αποβαίνει έναντι της ανακόπτουσας ανενεργός και συνεπώς άκυρη ... Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι η μη κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου μεταβιβάσεως της κυριότητας των κατασχεθέντων ως άνω ακινήτων πριν από την επιβολή της προσβαλλομένης αναγκαστικής κατασχέσεως, οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα της ανακόπτουσας, στην οποία με το προαναφερόμενο προσύμφωνο είχε παρασχεθεί από την καθ ης η εκτέλεση το δικαίωμα να προβεί στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου με αυτοσύμβαση, και αληθινός να θεωρηθεί δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή και δεν αίρει την κρίση του Δικαστηρίου περί καταχρηστικότητας της ασκήσεως του δικαιώματος κυριότητας της καθ' ης η εκτέλεση επί των ακινήτων αυτών". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη ανακοπή και στη συνέχεια απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού, υπό τα εκτιθέμενα στην ανακοπή περιστατικά, τα οποία και ανελέγκτως κρίθηκαν ουσιαστικώς βάσιμα (από αυτό), συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της και δεν αρκέστηκε σε λιγότερα από εκείνα που η διάταξη αυτή απαιτεί. Είναι, συνεπώς, αβάσιμοι οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι, κατ' ορθή υπαγωγή, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθ.14 που αναφέρεται στην αίτηση, αναφορικά με το δεύτερο λόγο), με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος, γιατί καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ, τον οποίο το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσεως, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς το ρηθέν ζήτημα, είναι αβάσιμος Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει η κρινόμενη αίτηση η οποία δεν περιέχει άλλο λόγο να απορριφθεί, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), καθώς ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-12-2010 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" για αναίρεση της 876/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ