Αριθμός 746/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Δημήτριο Κατωπόδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μαρκάτο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/12/1989 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 156/1990 του ιδίου Δικαστηρίου, 97/1991 μη οριστική, 393/1995 μη οριστική και 40/2003 οριστική του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Μυτιλήνης). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12/1/2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 17/1/2013 έκθεσή της, με την οποία προτείνει την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 564 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τρία χρόνια και αρχίζει από την δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη. Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 12 παρ.1 και 2 ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκαν η μεν πρώτη με την παρ.3 του άρθρου 28 ν. 2579/1998, η δε δεύτερη με το άρθρο 42 ν. 2721/1999, ορίζονται τα εξής: "1. Μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την άσκηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου από μέρους του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, του οποίου η νομική Υπηρεσία και η δικαστική εκπροσώπηση διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους ή από μέλη του, το αναιρεσείον αποστέλλει στο Ν.Σ.Κ. αντίγραφο του αναιρετηρίου, των προσβαλλομένων αποφάσεων, των εισαγωγικών εγγράφων της κύριας δίκης και των παρεμπιπτουσών δικών καθώς και των προτάσεων των διαδίκων. 2. Το κατά την επόμενη παράγραφο αρμόδιο τμήμα του Ν.Σ.Κ. μέσα σε τρεις μήνες από την άσκηση της αναίρεσης, αποφαίνεται αιτιολογημένα για το κατά τη γνώμη του παραδεκτό της, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη και τη νομολογία του οικείου δικαστηρίου. Αν μέσα στην ανωτέρω προθεσμία των τριών (3) μηνών ο εξουσιοδοτημένος δικαστικός πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος δεν καταθέσει στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο έχει κατατεθεί η αναίρεση, κυρωμένο αντίγραφο θετικής γνώμης, η αίτηση αναίρεσης θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και δεν διαβιβάζεται στο δικαστήριο που απευθύνεται. Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη από 31-1-2006 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 40/2003 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, έχει ασκηθεί εμπροθέσμως στις 31 Ιανουαρίου 2006 εντός της προθεσμίας των τριών (3) ετών από τη δημοσίευση στις 6 Φεβρουαρίου 2003 της προσβαλλομένης αποφάσεως εφόσον δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας επίδοση της αποφάσεως αυτής. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ.1 και 2 ν. 2298/1995 οι οποίες έχουν εφαρμογή εν προκειμένω ως εκ του χρόνου άσκησης της αίτησης αναίρεσης (Ιανουάριος 2006), καθόσον το άρθρο 12 του άνω νόμου καταργήθηκε ήδη με την παράγραφο 9 του άρθρου 13 ν.3790/2009 με έναρξη ισχύος 7-8-2009, ο εξουσιοδοτημένος δικαστικός πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, κατέθεσε στη γραμματεία του Εφετείου Αιγαίου, στο οποίο κατατέθηκε η αναίρεση, μέσα στην προθεσμία των ως άνω τριών (3) μηνών ήτοι στις 26 Απριλίου 2006, κυρωμένο αντίγραφο θετικής γνώμης του Ε' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό της ένδικης αίτησης αναιρέσεως. Επομένως, παραδεκτώς έχει ασκηθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.1, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Ο δε εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης συντρέχει όταν υπάρχει παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου εφόσον ο κανόνας αυτός απετέλεσε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Η προϋπόθεση αυτή δεν συντρέχει όταν ο φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας ιστορικώς μόνον αναφέρεται στην απόφαση και μάλιστα σε αιτιολογίες πλεοναστικές που δεν στηρίζουν το διατακτικό της. Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με το μοναδικό λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου που ρυθμίζουν τον τρόπο απόκτησης κυριότητας επί των δημοσίων κτημάτων με έκτακτη χρησικτησία πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα ήτοι των Ν. 8 παρ.1 (Κωδ. 7.39), Ν. 9 παρ.1 Βασ. (50.14), Ν. 2 παρ. 20 Πανδ.(41-4), Ν. 6 Πανδ. (44.3), Ν. 76 Πανδ. (18.1), Ν.73 ΠΑΡ.3 ΠΑΝΔ (23.3) σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 ν. της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" και του άρθρου 51 ΕισΝΑΚ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 2 ν. 147/1914, δέχθηκε ότι "ακόμη και με την εκδοχή ότι το επίδικο ανήκε κάποτε ως χορτολιβαδική έκταση στο εκκαλούν (δηλ. το Δημόσιο), πρέπει να γίνει δεκτό ότι το τελευταίο απώλεσε την εν λόγω κυριότητά του με τη συνεχή εκ μέρους του Γ.Β. (απώτερου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος) καλόπιστη 30ετή νομή μέχρι τις 11-9-1915", πλην όμως, απόκτηση της κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις Β.Ρ.Δ. δεν είναι νοητή για ακίνητα που βρίσκονται στη νήσο Λέσβο όπου ίσχυε ο γενικός νόμος "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 και ειδικότερα μέχρι του έτους απελευθέρωσης της νήσου το έτος 1912 ως τμήμα της οθωμανικής αυτοκρατορίας και ακολούθως δυνάμει του άρθρου 2 του νόμου 147/1914 με τον οποίο διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες οι ανωτέρω διατάξεις περί γαιών. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της συμπροσβαλλομένης με την αίτηση αναιρέσεως, κατ' άρθρο 553 παρ.2 ΚΠολΔ, με αριθμό 97/1991 μη οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου, η ένσταση που είχε προβάλει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατά της ένδικης περί αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου κειμένου στη νήσο Λέσβο αγωγής του αναιρεσιβλήτου ότι η επίδικη έκταση κατά το μεγαλύτερο μέρος της είναι δημόσια, απορρίφθηκε ως αόριστη, υποχρεώθηκε δε ο αναιρεσίβλητος-ενάγων να αποδείξει τα θεμελιούντα την αγωγή του πραγματικά περιστατικά ότι δηλαδή έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου από αγορά δυνάμει νομίμως μεταγραφέντων συμβολαίων αλλά και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία με την προσμέτρηση και της νομής των δικαιοπαρόχων του από του έτους 1940 και εντεύθεν. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης υπ' αριθ. 40/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου με αυτή το δικάσαν Εφετείο μετά από εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: Το επίδικο ακίνητο, βρίσκεται στη θέση "Πεταλίδι" της κτηματικής περιφέρειας Μυστεγνών Λέσβου, υπό την ονομασία "Πλατούδα", έχει έκταση κατά μεν τον τίτλο κτήσης 250 στρεμμάτων ή όσης και αν είναι, κατά δε νεώτερη καταμέτρηση 221,588,094 στρεμμάτων, και συνορεύει βόρεια με θάλασσα, νότια με ελαιόκτημα Ε. χήρας Γ. Β., βράχο και κρημνό, δυτικά με ιδιοκτησίες Ν. Μ., Χ. Σ., Γ. Σ., κληρ. Γ. Β. και με κρημνό και ανατολικά με ιδιοκτησία Ν. Μ., ροή υδάτων και θάλασσα. Το ακίνητο αυτό περιήλθε στον ενάγοντα με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα εξ αγοράς από τον Ν. Μ. ή Α. με τα νομίμως έκτοτε μεταγεγραμμένα υπ' αριθμούς .../26-6-1964 και .../31-8-1964 πωλητήρια συμβόλαια του τότε συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Σάββα Σαμαρίδη. Στον δικαιοπάροχο του ενάγοντος (πωλητή) Ν. Μ. ή Α. περιήλθε το ανωτέρω ακίνητο από τα "Φιλανθρωπικά Καταστήματα Μυτιλήνης" δυνάμει του υπ' αριθμό .../16-9-1959 συμβολαίου ανταλλαγής ακινήτων του τέως συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Ιορδάνη Σαχπάλογλου, νομίμως μεταγεγραμμένου. Στα Φιλανθρωπικά Καταστήματα Μυτιλήνης περιήλθε το ακίνητο εκ κληρονομιάς, καταλειφθείσης σ' αυτά από τον αποβιώσαντα στις 24-11-1940 Γ. Α. Β., δυνάμει της από 10-6-1929 ιδιόγραφης διαθήκης του, δημοσιευθείσης από το Πρωτοδικείο Μυτιλήνης κατά τη συνεδρίαση της 24-11-1940, σε συνδυασμό με γενόμενο συμβιβασμό μεταξύ του εν λόγω Ιδρύματος και της Ε. χήρας Γ. Β., με το υπ' αριθμό .../9-7-1941 συμβόλαιο συμβιβασμού του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Αναστασίου Παπανικόλα που μεταγράφηκε νόμιμα. Στον κληρονομηθέντα υπό των Φ.Κ.Μ. διαθέτη Γ. Β. απώτερο δικαιοπάροχο των προαναφερθέντων περιήλθε το επίδικο ακίνητο, κατά ρητή σημείωση στην άνω διαθήκη, "από αμνημονεύτου" (χρόνου, προφανώς). Ειδικότερα αποδεικνύεται ότι ο τελευταίος το κατείχε με διάνοια κυρίου τουλάχιστον από το έτος 1885 και εφεξής μέχρι τον επισυμβάντα στις 24-11-1940 θάνατό του ασκώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις που αναφέρονται κατωτέρω. Κατόπιν τούτου και με την εκδοχή ακόμη ότι το επίδικο ανήκε κάποτε ως χορτολιβαδική έκταση στο εκκαλούν, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το τελευταίο απώλεσε την εν λόγω κυριότητά του με τη συνεχή εκ μέρους του Γ. Β. καλόπιστη 30ετή νομή μέχρι τις 11-9-1915. Το επίδικο ακίνητο λόγω της εδαφικής μορφολογίας του, κείμενο σε πετρώδες και βραχώδες επικλινές έδαφος αποτελεί άγονη αγροτική έκταση καλυπτόμενη μερικώς από νανώδεις θάμνους, είναι ανεπίδεκτη καλλιέργειας και προσφέρεται μόνο για βοσκή και φύλαξη ζώων. Πράγματι καθόλη τη διάρκεια του περασμένου αιώνα αυτό εχρησιμοποιείτο από τους εκάστοτε κυρίους του ως βοσκότοπος. Συγκεκριμένα ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος Γ. Β. το εξεμίσθωνε στους τότε κτηνοτρόφους της περιοχής Μυστεγνών Γ. Δ. και Ι. Δ. για να βοσκούν τα ζώα τους. Στη συνέχεια τα Φιλανθρωπικά Καταστήματα Μυτιλήνης -κληρονόμος του Γ. Β. εξεμίσθωναν αυτό στον Γ. Μ.. Ο τελευταίος, στον οποίο περιήλθε το επίδικο λόγω ανταλλαγής που έκανε με τα Φιλανθρωπικά Καταστήματα Μυτιλήνης αρχικά το χρησιμοποιούσε προς χρήση και για τη βόσκηση των δικών του προβάτων αργότερα δε το εξεμίσθωνε στον Ε. Σ.. Τέλος, από το έτος 1964 που το αγόρασε ο ενάγων το εκμισθώνει συνεχώς, αρχικά προς τον Κ. και από το 1970 προς τον Α. Μ. και τον γιό του (και εξετασθέντα μάρτυρα) Γ. Μ.. Τα Φιλανθρωπικά Καταστήματα το εξεμίσθωναν κατόπιν δημοπρασίας, εντός δε του επιδίκου υπήρχε και πέτρινο καλύβι που το χρησιμοποιούσαν οι εκάστοτε μισθωτές κτηνοτρόφοι σαν μαντρί. Από τα προαναφερθέντα καθίσταται σαφές ότι το επίδικο ακίνητο ενέμοντο με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο αρχικά ο Γ. Β., εν συνεχεία το Ίδρυμα "Φιλανθρωπικά Καταστήματα Μυτιλήνης" με τους νόμιμους εκπροσώπους και τα όργανά του από το έτος 1940, οπότε περιήλθε σ' αυτό από κληρονομιά του Γ. Β., μέχρι το έτος 1959,από το έτος 1959 ο Ν. Μ. ή Α. μέχρι το έτος 1964 που το επώλησε στον ενάγοντα και ο τελευταίος από το 1964 μέχρι τον χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής δηλαδή μέχρι το έτος 1990. Αντιθέτως το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε απέκτησε κυριότητα ή ενεφανίσθη διεκδικώντας κυριότητα επ' αυτού, ούτε άσκησε ποτέ οποιαδήποτε διακατοχή πράξη επί του επιδίκου". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκανε δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως και ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε ότι αυτός είναι κύριος του επιδίκου ακινήτου. Κατόπιν των παραπάνω, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής διότι η αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση ότι "κατόπιν τούτου και με την εκδοχή ακόμη ότι το επίδικο ανήκε κάποτε ως χορτολιβαδική έκταση στο εκκαλούν, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το τελευταίο απώλεσε την εν λόγω κυριότητά του με τη συνεχή εκ μέρους του Γ.Β. καλόπιστη 30ετή νομή μέχρι τις 11-9-1915", έγινε εκ περισσού, το δε διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αποκλειστικά στην αιτιολογία της ότι αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου αφενός μεν παραγώγως δυνάμει συμβολαίου, αιτία πωλήσεως, νομίμως μεταγραφέντος, αφετέρου δε πρωτοτύπως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία νεμόμενος τούτο με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο από της αγοράς του το έτος 1964 και εντεύθεν μέχρι την κατά το έτος 1990 άσκηση της αγωγής, προσμετρουμένης και της νομής των δικαιοπαρόχων του από του έτους 1940 και μετέπειτα και ότι το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου ούτε άσκησε ποτέ οποιαδήποτε διακατοχική πράξη επί του επιδίκου ακινήτου. Κατ' ακολουθία των παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ως ηττώμενος διάδικος κατά το νόμιμο αίτημα του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη αυτού (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ) μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ.1 και 3 ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝ ΚΠολΔ, 5 παρ.12 ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134.423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης) όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12-1-2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 40/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου. Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Απριλίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ