Αριθμός 1209/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Γεωργόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑXA ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ" και ήδη "GENERALI HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιλτιάδη Σφουντούρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 18-1-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4007/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 330/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-5-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Στην παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (A` 104) ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020-31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων. Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους". Στην ερευνώμενη υπόθεση, με την, από 4-5-2020 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 44/45/3-6-2020), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 330/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισης [άρθρ. 681A, 666, 667 και 670 έως 676 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015], επί της από 30-5-2016 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 5692/395/2016) έφεσης του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της με αριθμ. 4007/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε η από 2-2-2015 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 1304/2015) αγωγή του. Με αυτήν, ισχυριζόμενος ότι, κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρονται στην αγωγή, ο πρώτος εναγόμενος Η. Π. (μη διάδικος στη παρούσα δίκη), οδηγώντας το με αριθμ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στην δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, προκάλεσε από υπαιτιότητά του (αμέλεια), τον τραυματισμό του, ως οδηγού της με αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, ζήτησε, να αναγνωριστεί ότι οφείλουν να του καταβάλουν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 98.594,88 ευρώ. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά, και απέρριψε στην ουσία την ως άνω έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Η υπό κρίση, αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, που ασκήθηκε, με την κατάθεσή της στις 30-6-2020 στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιά, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, (δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσίευσης της με αριθμ. 330/31-5-2018 (προσβαλλόμενης) απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (1-6-2018), αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της, άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε 1-6-2020, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες), σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 74 παρ.1 εδ. α' του ν. 4690/2020, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Εφετείου Πειραιά στις 30-6-2020) και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 62 εδ. α`του ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται, σύμφωνα με το άρθρο 73 του ΚΠολΔ, αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης. Κατά το άρθρο 68 παρ. 1 και 2 του ΚΝ 2190/1920 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του π.δ/τος 498/1987, η συγχώνευση ανωνύμων εταιριών, μπορεί να πραγματοποιηθεί είτε με απορρόφηση, είτε με σύσταση νέας εταιρίας, είτε με εξαγορά της μιας από την άλλη. Συγχώνευση με απορρόφηση, είναι πράξη με την οποία μία η περισσότερες εταιρίες (απορροφούμενες), οι οποίες λύνονται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση, μεταβιβάζουν σε άλλη υφιστάμενη ανώνυμη εταιρία (απορροφούσα) το σύνολο της περιουσίας τους (ενεργητικό και παθητικό) υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου. Κατά το άρθρο 75 παρ.1 του ιδίου Νόμου (όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 του ως άνω π.δ/τος), από την καταχώρηση στο Μητρώο των Ανωνύμων Εταιριών της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης, που προβλέπεται από το άρθρο 74, ολοκληρώνεται η συγχώνευση και επέρχονται αυτοδίκαια και ταυτόχρονα, χωρίς καμία άλλη διατύπωση, τόσο για τις συγχωνευόμενες εταιρίες όσο και έναντι τρίτων τα ακόλουθα αποτελέσματα: α) Η απορροφούσα εταιρία υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των απορροφούμενων εταιριών και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή (Ολ.ΑΠ 12/1999, ΑΠ 598/2021, ΑΠ 1298/2021, ΑΠ 591/2017), β) ..., γ) Η απορροφούμενη ή οι απορροφούμενες εταιρίες παύουν να υπάρχουν, χωρίς να μεσολαβήσει εκκαθάριση, εξαφανίζονται ως υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και η νέα εταιρία, καθίσταται διάδοχος των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αυτών (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 598/2021, ΑΠ 1298/2021, ΑΠ 968/2015, ΑΠ 1182/2012). Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από την απορροφούσα εταιρία ή κατ` αυτής, χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση από μέρους της για τη συνέχιση και χωρίς να επέρχεται, λόγω της συγχώνευσης, βίαιη διακοπή της δίκης, ούτε να απαιτείται δήλωση για την επανάληψή τους (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 335/2015). Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι από την καταχώρηση της εγκριτικής απόφασης του αρμόδιου Υπουργού, κατά τις διατάξεις του άρθρου 7β του Κ.Ν. 2190/1920 (β.δ. 174/1963), επί δικών που έχουν αρχίσει με συμμετοχή της απορροφούμενης εταιρίας, νομιμοποιείται ενεργητικώς, αλλά και παθητικώς, για τη συνέχιση των δικών αυτών, επομένως επί άσκησης αναίρεσης ως αναιρεσείουσα ή αναιρεσίβλητη, μόνον η απορροφούσα εταιρία, αφού η απορροφηθείσα έχει παύσει να υπάρχει ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο και επομένως δεν έχει ικανότητα να είναι διάδικος (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 598/2021, ΑΠ 312/2015, ΑΠ 1737/2013). Η απευθυνόμενη αναίρεση κατά του νομικού προσώπου στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του οποίου υπεισήλθε πλέον, μετά την τελευταία συζήτηση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αυτοδικαίως εκ του νόμου άλλο νομικό πρόσωπο, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει την επελθούσα μεταβολή του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τον καθολικό διάδοχο του νομικού προσώπου, που καλείται προς τούτο ή εμφανίζεται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου (ΑΠ 1276/2021).Στην ερευνώμενη υπόθεση, η αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "AXA ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, συγχωνεύθηκε, με απορρόφηση, από την παριστάμενη στη παρούσα δίκη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "GENERALI HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", με την με αριθμ. 2558925ΑΠ/30-11-2021 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων [ΑΔΑ: ΩΔΞ846ΜΤΛΡ-Θ20] και καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.Μ.Η. με κωδικό αριθμό καταχώρησης 2765080, με συνέπεια η απορροφούσα εταιρία να υποκαθίσταται από την καταχώρηση αυτή, σε όλα γενικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφηθείσας εταιρίας, της μεταβίβασης αυτής εξομοιούμενης με καθολική διαδοχή, ενώ η απορροφηθείσα εταιρία, έπαυσε να υπάρχει, σύμφωνα με τις προαναφθείσες διατάξεις του άρθρου 75 παρ.1 στοιχ. α` και γ` του π.δ/τος 498/1987. Επομένως, αφότου έγινε η καταχώριση αυτή, έπαψε να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο η εταιρία με την επωνυμία "AXA ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και στη θέση της υπεισήλθε, ως καθολική διάδοχος, η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "GENERALI HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, η οποία απορρόφησε την αρχικώς αναιρεσίβλητη και, έτσι, υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφηθείσας εταιρίας και συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες. Επομένως, νόμιμα χωρεί η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης με τον καθολικό διάδοχο του νομικού προσώπου, στη θέση του αναιρεσιβλήτου. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ.β` και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ` αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 263/2022, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 551/2020). Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 453/2022, ΑΠ 649/2022, ΑΠ 12/2020). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 263/2022, ΑΠ 867/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 85/2019, ΑΠ 88/2019). Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ` άρθρ. 4 του ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. (ν. 2696/1999), δεν θεμελιώνει αυτή καθ`εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ., για την εφαρμογή του Κώδικα αυτού νοείται ως ισόπεδος οδικός κόμβος "κάθε ισόπεδη συμβολή, διακλάδωση ή διασταύρωση οδών, συμπεριλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές", ενώ με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 3, 12 παρ. 1 εδαφ. β', 19 παρ. 1, 2, 3 και 26 παρ. 4 του ν. 2696/1999 [Κ.Ο.Κ.], ορίζεται ότι: ''στους κόμβους η προτεραιότητα ορίζεται με κατάλληλη σήμανση'' [άρθρ. 26 παρ. 4], ενώ "οι ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες [... μέχρι ...] τοποθετούνται για να πληροφορούν αυτούς που χρησιμοποιούν τις οδούς για τις ειδικές υποχρεώσεις, περιορισμούς ή απαγορεύσεις, προς τις οποίες πρέπει αυτοί να συμμορφώνονται. Η σημασία των πινακίδων αυτών είναι... Ρ2 Υποχρεωτική διακοπή πορείας (STOP). Η πινακίδα αυτή, που τοποθετείται πριν από κόμβο, σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος πριν από την είσοδο στον κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα τα οποία κινούνται στην οδό, προς την οποία, πλησιάζει... " (άρθρ. 4 παρ. 3) και "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημίες σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών ..." (άρθρ. 12 παρ. 1). Εξάλλου, κατά το άρθρο 21 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου: "1. ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση την κατεύ8υνση και την ταχύτητά τους. 2. Πριν από κάθε ελιγμό, ο οδηγός υποχρεούται να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτόν τους δείκτες κατεύθυνσης, αν δε αυτοί δεν λειτουργούν, υποχρεούται να δώσει τα ακόλουθα σήματα με το χέρι: α) Έκταση του βραχίονα για στροφή προς την κατεύθυνση αυτού, β) Κάμψη του βραχίονα προς τα πάνω για στροφή προς την αντίθετη πλευρά αυτού, γ) Κάμψη του βραχίονα προς τα κάτω, για τον ελιγμό στάθμευσης". Ακόμη, κατά το άρθρο 23 παρ. 1 του ίδιου νόμου: " 1. Ο οδηγός, προκειμένου να αλλάξει κατεύθυνση προς τα δεξιά, υποχρεούται να κινηθεί έγκαιρα προς το δεξιό άκρο του οδοστρώματος και να πραγματοποιήσει τη στροφή κατά το δυνατόν κλειστή''. Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 10/2020, ΑΠ 224/2023). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ'αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 453/2022, ΑΠ 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.ΑΠ 15/2006, ΑΠ 453/2022, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 38/2020). Συνεπώς, ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών. Δηλαδή, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.ΑΠ 1/2020, ΑΠ 453/2022). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020). Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την 330/2018 (προσβαλλόμενη) απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Πειραιά, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: '' ...Την 29-7-2014, στην περιοχή της Σαλαμίνας, περί ώρα 12:50 μ.μ., ο ενάγων και ήδη εκκαλών, (ήδη αναιρεσείων) Γ. Μ., ηλικίας τότε 67 ετών, επέβαινε επί της με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας του, μάρκας NANJING JINCHEN, ιδιοκτησίας του, κινούμενος επί της οδού Βασ. Γεωργίου. Η οδός Βασ. Γεωργίου έχει πλάτος 7m και, πριν από τη συμβολή της στον κόμβο που σχηματίζεται από τις οδούς Λεωφόρος Αιαντείου και οδός Βασ. Κωνσταντίνου, έχει πινακίδα Ρ-2 (SΤΟΡ), που σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος πριν από την είσοδο στον κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα τα οποία κινούνταν στην οδό, προς την οποία το πρώτο όχημα πλησιάζει (άρθρ. 4 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ.). Σημειωτέον ότι ο ενάγων, κατά τον κρίσιμο χρόνο του ατυχήματος, κατά παράβαση του άρθρου 94 παρ. 3 περ. α' του ν. 2696/1999, στερούνταν της σχετικής άδειας ικανότητος οδήγησης, περιστατικό από το οποίο συνάγεται ότι δεν είχε τις αναγκαίες γνώσεις και την επιδεξιότητα για να οδηγεί, επιπλέον, δε, δεν φορούσε προστατευτικό κράνος και η μοτοσικλέτα που οδηγούσε ήταν ανασφάλιστη για τις έναντι τρίτων ζημίες. Οι επικρατούσες καιρικές συνθήκες την ημέρα εκείνη (μεσημέρι με καλοκαιρία) δεν περιόριζαν την ορατότητα των κυκλοφορούντων οδηγών (βλ. έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος). Κατά την ίδια χρονική στιγμή, ο Η. Π., κινούμενος με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα, που λόγω του ότι κινείτο σε κατοικημένη περιοχή, δεν υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 50 χλμ. την ώρα (άρθρ. 20 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ.), οδηγούσε το με αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας HYUNDAI, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην εναγόμενη (ήδη αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρεία. Ο προαναφερόμενος οδηγός του αυτοκινήτου, επιθυμώντας να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά, προκειμένου, αφού εισέλθει στον υπάρχοντα κόμβο, να κινηθεί επί της οδού Βασ. Κωνσταντίνου, έθεσε σε λειτουργία τους αριστερούς δείκτες κατεύθυνσης του οδηγούμενου οχήματος, όπως όφειλε, κατ' άρθρ. 21 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ. και, αφού, έλεγξε την κυκλοφορία, άρχισε να εκτελεί την αριστερή στροφή εντός του κόμβου, η προτεραιότητα στον οποίο, οριζόμενη με την ως άνω ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα (άρθρ.26 παρ. 4 του Κ.Ο.Κ.), ανήκε σ' αυτόν. Κατά τη στιγμή, που το όχημα του, ολοκληρώνοντας την τροχιά της αριστερής στροφής, επιχείρησε να καταλάβει, όπως όφειλε, κατ' άρθρ. 23 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ., τη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος της οδού Βασ. Κωνσταντίνου και πριν ακόμη, ευθυγραμμιστεί επί της οδού αυτής, αντιλήφθηκε αιφνιδίως, μπροστά και δεξιά του την οδηγούμενη από τον ενάγοντα μοτοσικλέτα, ο οδηγός της οποίας, έχοντας πρόθεση να εκτελέσει δεξιά στροφή, προκειμένου να εισέλθει, ομοίως, στην οδό Βασ. Κωνσταντίνου, δεν είχε διακόψει, προηγουμένως, όπως όφειλε, την πορεία του, στη συμβολή της οδού Βασ. Γεωργίου με την οδό Βασ. Κωνσταντίνου, προκειμένου να παραχωρήσει προτεραιότητα στο, με κανονική ταχύτητα κινούμενο και ήδη, εισερχόμενο-διαθέτοντας προτεραιότητα-εντός του κόμβου όχημα, αλλά εξακολούθησε να κινείται και να εισέρχεται απρόσεκτα στον κόμβο, όπου και άρχισε να εκτελεί δεξιά στροφή, χωρίς προηγουμένως και καθ' όλη τη διάρκεια του δεξιού ελιγμού του, να έχει θέσει σε λειτουργία τους δεξιούς δείκτες κατεύθυνσης της μοτοσικλέτας, όπως όφειλε, κατ' άρθρ. 23 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ. και να την πραγματοποιήσει, όπως όφειλε, κατ' άρθρ. 23 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ. και, χωρίς να έχει βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, που κινούνταν μπροστά ή πλάι του, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους και ακόμη, χωρίς να πραγματοποιήσει τη δεξιά στροφή, κατά το δυνατόν κλειστή, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί, αιφνιδίως, στην πορεία του άλλου οχήματος, πριν αυτό ολοκληρώσει την κανονικά επιχειρούμενη αριστερή στροφή του στην οδό Βασ. Κωνσταντίνου και τα δύο οχήματα, παρά την τροχοπέδηση που επιχείρησε το επιβατηγό αυτοκίνητο, να συγκρουσθούν, το μεν επιβατηγό αυτοκίνητο με το εμπρόσθιο δεξιό του τμήμα, η, δε, μοτοσικλέτα, με την αριστερή πλευρά της (βλ. έκθεση αυτοψίας και προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος). Συνεπεία της επαφής τους αυτής, ο ενάγων έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο οδόστρωμα με αποτέλεσμα να υποστεί κάταγμα στην αριστερή του κνήμιη, κάταγμα ωμοπλάτης και θλαστικό τραύμα τριχωτού κεφαλής (βλ. την από .../2014 και με αριθμ. ... ιατρική βεβαίωση του ΘΡΙΑΣΙΟΥ νοσοκομείου, που συνετάγη από τον ιατρό Χ. Ι.). Η ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του μάρτυρος του ενάγοντος, Α. Ρ., ότι αντιλήφθηκε τον ενάγοντα να διακόπτει την πορεία του προ της πινακίδας SΤΟΡ, δεν κρίνεται πειστική, διότι από την επισκόπηση των φωτογραφιών και των σχεδιαγραμμάτων του τόπου του ατυχήματος, που ο ενάγων προσκομίζει, η θέση στην οποία βρισκόταν επί της οδού Βασ. Κωνσταντίνου, μέσα στο αυτοκίνητο του ο ανωτέρω μάρτυρας, δίπλα στην υπάρχουσα στην πορεία του πινακίδα SΤΟΡ, δεν του παρείχε πλήρη πλευρική ορατότητα, λόγω του χαμηλότερου σημείου του εδάφους αλλά και των διαφημιστικών πινακίδων που υπάρχουν επάνω στην περίφραξη από συρματόπλεγμα του παρακειμένου ακαλύπτου οικοπέδου, ώστε να μπορεί να βλέπει το σημείο επί της οδού Β. Γεωργίου, όπου και ευρίσκετο η πινακίδα SΤΟΡ και μάλιστα αρκετά μέτρα προ του κόμβου, ώστε να έχει σαφή και άμεση αντίληψη της κίνησης και των ενεργειών του ενάγοντος. Από το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας αποδεικνύεται, εξάλλου, ότι η Λ. Αιαντείου επί της οποίας αρχικώς εκινείτο, το αυτοκίνητο του Η. Π., παρουσιάζει ανωφέρεια και έχει προτεραιότητα έναντι όλων των υπολοίπου οδών που συμβάλλουν στον κόμβο, οι οποίες έχουν σήμανση με ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα SΤΟΡ, η θέση, δε, της ως άνω ρυθμιστικής πινακίδας σε απόσταση περίπου 15-20 μέτρων, από το σημείο της σύγκρουσης, δεν στερούσε από τον επί της ανωφερούς οδού Βασ. Γεωργίου κινούμενο οδηγό, τη δυνατότητα να έχει απεριόριστη ορατότητα εποπτεία και έλεγχο της κυκλοφορίας τόσο επί του συγκεκριμένου ιδιαζούσης μορφολογίας οδικού κόμβου, όσο και επί της οδού Λεωφ. Αιαντείου, από όπου εισήλθε κανονικά στον κόμβο το ανωτέρα επιβατηγό όχημα. Τέλος, όπως αόριστα καταθέτει και ο μάρτυρας του ενάγοντος Α. Ρ., το ατύχημα έλαβε χώρα έξω από το κατάστημα με την επωνυμία K., χωρίς, ωστόσο, να προσδιορίζει την ακριβή θέση προ του ως άνω καταστήματος και χωρίς τούτο να αποδεικνύει ότι, κατά το χρόνο της σύγκρουσης των δύο οχημάτων, ο ενάγων είχε ευθυγραμμίσει την μοτοσικλέτα του στην οδό Βασ. Κωνσταντίνου. Συνεπώς αναπόδεικτος τυγχάνει και ο σχετικός ισχυρισμός του ενάγοντος ότι κατά τη στιγμή της σύγκρουσης των δύο οχημάτων, η μοτοσικλέτα του βρισκόταν ήδη ευθυγραμμισμένη επί της οδού Βασ. Κωνσταντίνου. Εν όψει των ανωτέρω αποκλειστικά υπαίτιος της επίδικης σύγκρουσης κρίνεται ο ενάγων, ο οποίος, χωρίς να οδηγεί, όπως όφειλε και μπορούσε, όπως κάθε μέσος συνετός οδηγός, με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, αποφεύγοντας οποιαδήποτε συμπεριφορά, που θα ήταν ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο την κυκλοφορία (άρθρ. 12 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ., ενώ στην πορεία του, επί της οδού Βασ. Γεωργίου, υπήρχε πινακίδα Ρ-2 (SΤΟΡ), μη συμμορφούμενος με την υποχρέωση που επιβάλλεται από ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα Ρ-2 (άρθρ. 4 παρ. 12 του Κ.Ο.Κ.), δεν διέκοψε υποχρεωτικά την πορεία του οχήματός του πριν από την είσοδό του στον κόμβο, για να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα, που κινούνταν στην οδό προς την οποία πλησίαζε, ούτε κατέβαλε ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και άρχισε να εκτελεί τη δεξιά στροφή, χωρίς να έχει θέσει εγκαίρως και καθ' όλη τη διάρκεια του δεξιού ελιγμού του, τους δεξιούς δείκτες κατεύθυνσης της μοτοσικλέτας του, όπως όφειλε, κατ' άρθρ. 23 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ. και χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, που κινούνταν μπροστά ή πλάι του, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητα τους και χωρίς να πραγματοποιήσει, τέλος, τη δεξιά στροφή, κατά το δυνατόν κλειστή, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί, αιφνιδίως, στην πορεία του άλλου οχήματος, πριν αυτό ολοκληρώσει την κανονικά επιχειρούμενη αριστερή στροφή του, οδηγώντας κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 26 παρ. 1, 21 παρ. 1 παρ. 2 και παρ. 3 του Κ.Ο.Κ., ενώ ο οδηγός του επιβατηγού οχήματος δεν βαρύνεται με οποιαδήποτε υπαιτιότητα στην επέλευση του ατυχήματος, καθώς εισήλθε στον κόμβο, έχοντας προς τούτο προτεραιότητα και κινούμενος με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα, ενόψει και του ότι εκινείτο και σε ανωφέρεια διαθέτοντας προτεραιότητα, αιφνιδιάσθηκε, δε, από την όλως αιφνίδια παρεμβολή του άλλου οχήματος, στην κανονική του πορεία πριν την ολοκλήρωση του αριστερού ελιγμού του και πριν την ευθυγράμμιση του στην οδό Βασ. Κωνσταντίνου. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε, ομοίως, ως αποκλειστικά υπαίτιο για την επέλευση της επίδικης σύγκρουσης τον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει ο περί του αντιθέτου λόγος της έφεσης, όπως και η έφεση στο σύνολο της να απορριφθεί ...''. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε την, από 30-5-2016, έφεση κατ` ουσία, δεχόμενο αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και έτσι επικύρωσε την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914 του ΑΚ, 10 του ν. ΓΠΝ/1911 και 12 παρ. 1, 26 παρ. 1, 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και δη το μεν ότι η πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης των οχημάτων οφείλεται αποκλειστικά στην, κατά τα ως άνω, αμελή οδηγική συμπεριφορά του ενάγοντος, ο οποίος, οδηγώντας την με αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο αυτής, ώστε να μπορεί, ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ενώ στην πορεία του, επί της οδού Βασιλέως Γεωργίου, επί της οποίας κινείτο, υπήρχε ρυθμιστική πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας Ρ-2 (SΤΟΡ), δεν συμμορφώθηκε με την υποχρέωση αυτή και δεν διέκοψε υποχρεωτικά την πορεία του οχήματός του πριν από την είσοδό του στον κόμβο, ώστε να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα, που κινούνταν στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου στην οποία πλησίαζε, ούτε κατέβαλε ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και άρχισε να εκτελεί τη δεξιά στροφή, με σκοπό να εισέλθει στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου και να κινηθεί προς την πλατεία Αιαντείου, χωρίς να έχει θέσει εγκαίρως και καθ' όλη τη διάρκεια του δεξιού ελιγμού του, τους δεξιούς δείκτες κατεύθυνσης της μοτοσικλέτας του, όπως όφειλε, καθώς και χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, που κινούνταν μπροστά ή πλάι του και οι οποίοι είχαν προτεραιότητα, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί, αιφνιδίως, στην πορεία του, έχοντος προτεραιότητα έναντι αυτού, ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη με αριθμ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, πριν αυτό ολοκληρώσει την κανονικά επιχειρούμενη αριστερή στροφή του από την Λεωφόρο Αιαντείου, όπου κινείτο προς την οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου, το δε ότι, ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον οδηγό του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, εφόσον αυτός, οδηγούσε το ως άνω αυτοκίνητό του, με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, κινούμενος με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα η οποία δεν υπερέβαινε αυτή των 50 χλμ/ώρα, ενόψει και του ότι κινείτο σε ανωφέρεια, έχοντας προτεραιότητα έναντι του κινούμενου στην οδό Βασιλέως Γεωργίου ενάγοντος-οδηγού, αιφνιδιάσθηκε, δε, από την όλως αιφνίδια παρεμβολή του τελευταίου στην κανονική του πορεία πριν την ολοκλήρωση του αριστερού ελιγμού του και πριν την ευθυγράμμιση του στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου, δικαιολογούν την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος και την απόρριψη της ένδικης αγωγής του ενάγοντος-αναιρεσείοντος. Επίσης, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη αυτά των περιστάσεων και των ειδικότερων συνθηκών της σύγκρουσης των οχημάτων, της οδηγικής συμπεριφοράς ενός εκάστου των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων και ιδιαίτερα το κρίσιμο θέμα της υπαιτιότητας και ειδικότερα της αμελούς συμπεριφοράς του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος οδηγού και της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των πράξεων και παραλείψεών του και της σύγκρουσης που επακολούθησε, καθώς και της έλλειψης υπαιτιότητας από πλευράς του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία οδηγού, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα: 1) αναφέρονται με επάρκεια και σαφήνεια ο τόπος, ο χρόνος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, 2) περιγράφεται η πορεία και η κατεύθυνση της δίκυκλης μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο ενάγων και ειδικότερα ότι αυτός κινείτο επί της οδού Βασιλέως Γεωργίου, επί της οποίας και στη συμβολή της με τις οδούς Λεωφόρος Αιαντείου και Βασιλέως Κωνσταντίνου υπάρχει ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας Ρ-2 (SΤΟΡ), προκειμένου να εισέλθει στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου, 3) περιγράφεται επίσης, η πορεία, η κατεύθυνση και η ταχύτητα του ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο ασφαλισμένος στην αναιρεσίβλητη εταιρία οδηγός και ειδικότερα ότι αυτός οδηγώντας το με αριθμ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, κινείτο επί της Λεωφόρου Αιαντείου, με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 50 χλμ/ώρα, με σκοπό εισερχόμενος στον κόμβο να κινηθεί προς την δεξιά πλευρά του οδοστρώματος της οδού Βασιλέως Κωνσταντίνου, 4) αναλύεται η οδηγική συμπεριφορά του ενάγοντος, ο οποίος έχοντας πρόθεση να εκτελέσει δεξιά στροφή, προκειμένου να εισέλθει, ομοίως, στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου, δεν είχε διακόψει, προηγουμένως, όπως όφειλε, την πορεία του, στη συμβολή της οδού Βασιλέως Γεωργίου με την οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου, προκειμένου να παραχωρήσει προτεραιότητα στο, με κανονική ταχύτητα κινούμενο και ήδη, εισερχόμενο - διαθέτοντας προτεραιότητα - εντός του κόμβου όχημα, αλλά εξακολούθησε να κινείται και να εισέρχεται απρόσεκτα στον κόμβο, όπου και άρχισε να εκτελεί δεξιά στροφή, χωρίς να ειδοποιήσει τους λοιπούς χρήστες της οδού με τη χρήση του δεξιού δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης και χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση αυτών, οι οποίοι κινούνταν πίσω ή πλάι του και κυρίως του επιβατηγού αυτοκίνητου, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά του, 6) αναφέρεται η οδηγική συμπεριφορά του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη εταιρία οδηγού του επιβατηγού αυτοκινήτου και ειδικότερα ότι αυτός ολοκληρώνοντας την τροχιά της αριστερής στροφής από την Λεωφόρου Αιαντείου προς την οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου, επιχείρησε να καταλάβει, όπως όφειλε, τη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος της ως άνω οδού και πριν ευθυγραμμιστεί επί της οδού αυτής, αντιλήφθηκε αιφνιδίως μπροστά και δεξιά του την δίκυκλη μοτοσικλέτα να κινείται και να εισέρχεται ανέλεγκτα στον κόμβο, αρχίζοντας να εκτελεί δεξιά στροφή και παρά την ενεργούμενη από αυτόν (οδηγό επιβατηγού αυτοκινήτου) τροχοπέδηση δεν αποφεύχθηκε η σύγκρουση, 7) μνημονεύονται ο τρόπος σύγκρουσης και τα συγκρουσθέντα σημεία των δύο οχημάτων και ειδικότερα ότι συγκρούστηκαν το επιβατηγό αυτοκίνητο με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του η δε μοτοσικλέτα με την αριστερή πλευρά της, 8) αναφέρεται ότι η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε υπαιτιότητα του ενάγοντος, συνισταμένη στο ότι αυτός, όπως προεκτέθηκε, οδηγώντας τη δίκυκλη μοτοσικλέτα, χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο αυτού, ώστε να μπορεί, ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ενώ στην πορεία του, επί της οδού Βασιλέως Γεωργίου, επί της οποίας κινείτο, υπήρχε ρυθμιστική πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας Ρ-2 (SΤΟΡ), δεν συμμορφώθηκε με την υποχρέωση αυτή και δεν διέκοψε υποχρεωτικά την πορεία του οχήματός του πριν από την είσοδό του στον κόμβο, ώστε να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα, που κινούνταν στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου στην οποία πλησίαζε, ούτε κατέβαλε ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, αλλά άρχισε να εκτελεί τη δεξιά στροφή, με σκοπό να εισέλθει στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου, χωρίς να έχει θέσει εγκαίρως και καθ' όλη τη διάρκεια του δεξιού ελιγμού του, τους δεξιούς δείκτες κατεύθυνσης της μοτοσικλέτας του, όπως όφειλε, και, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, που κινούνταν μπροστά ή πλάι του και οι οποίοι είχαν προτεραιότητα, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί, αιφνιδίως, στην πορεία του, έχοντος προτεραιότητα έναντι αυτού, ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη με αριθμ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, πριν ο οδηγός αυτού ολοκληρώσει την κανονικά επιχειρούμενη αριστερή στροφή του, από την Λεωφόρο Αιαντείου, όπου κινείτο προς την οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου, 9) διευκρινίζεται ότι κατά τη στιγμή της σύγκρουσης η μοτοσικλέτα δεν ήταν ευθυγραμμισμένη επί της οδού Βασιλέως Κωνσταντίνου (απορρίφθηκε ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του ενάγοντος) και 10) αιτιολογείται η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του ενάγοντος - οδηγού και ειδικότερα των μνημονευόμενων πράξεων και παραλείψεων αυτού, προς το επελθόν επιζήμιο αποτέλεσμα. Επομένως, το Εφετείο διέλαβε σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του ενάγοντος και του ζημιογόνου αποτελέσματος, κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτιο τον ίδιο (ενάγοντα), διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο τελευταίος ως προς την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις μνημονευόμενες παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ. οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του ενάγοντος - οδηγού προς το επελθόν επιζήμιο αποτέλεσμα. διότι: α) δεν αιτιολογείται η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της δήθεν παραβίασης εκ μέρους του της πινακίδας υποχρεωτικής διακοπής πορείας (ΣΤΟΠ) και της θέσης που είχε η δίκυκλη μοτοσικλέτα του τη στιγμή της σύγκρουσης, η οποία ήταν εντός της οδού Βασιλέως Κωνσταντίνου και σε απόσταση 15-20 μέτρων από την πινακίδα ΣΤΟΠ και β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης ότι δεν είχε θέσει σε λειτουργία τους δεξιούς δείκτες αλλαγής κατεύθυνσης της μοτοσικλέτας του και ότι δεν πραγματοποίησε τη δεξιά στροφή κατά το δυνατόν κλειστή, με αποτέλεσμα να προκληθεί το ένδικο ατύχημα, ουδόλως τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, το οποίο οφείλεται στο ότι το όχημα που οδηγούσε ο ασφαλισμένος στην αναιρεσίβλητη εταιρία οδηγός επιχείρησε να εισέλθει στη συμβολή των οδών Λ. Αιαντείου και Βασιλέως Κωνσταντίνου, όταν η έχουσα προτεραιότητα μοτοσικλέτα του (αναιρεσείοντος), ως κινούμενη από δεξιά σε σχέση με το επιβατηγό αυτοκίνητο, είχε ήδη εισέλθει επί της οδού Βασιλέως Κωνσταντίνου, είναι αβάσιμες και απορριπτέες καθόσον, όπως προαναφέρθηκε με σαφήνεια και επάρκεια αιτιολογείται η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του ενάγοντος-οδηγού και ειδικότερα των μνημονευόμενων πράξεων και παραλείψεων αυτού, προς το επελθόν επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, οι ως άνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, περί του ότι οι κρίσεις της προσβαλλόμενης, ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος είναι απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτόν εκδοχής, περί των συνθηκών του ένδικου ατυχήματος, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές και μη αντιφατικό εκτιθέμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα, ότι η πρόκληση του ένδικου ατυχήματος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος - οδηγού και ήδη αναιρεσείοντος. Συνεπώς, όλες οι αιτιάσεις που περιέχονται στον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, που επιτρεπτά ερευνάται αρχικά, εφόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από την σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 595/2020), με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέες, ως αβάσιμες και απαράδεκτες, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις. Ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, εκείνα στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα πρακτικά και οι αποφάσεις των δικαστηρίων που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων (ΑΠ 852/2021, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 49/2020, ΑΠ 1409/2019, ΑΠ 237/2017, ΑΠ 876/2017) και οι εκθέσεις αυτοψίας (ΑΠ 1284/2020, ΑΠ 860/2013, ΑΠ 5/2011, ΑΠ 1623/2010, ΑΠ 44/2003). Παραμόρφωση δε εγγράφου συμβαίνει, όταν, από εσφαλμένη ανάγνωση αυτού ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, το δικαστήριο δέχτηκε, ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει. Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε, και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 78/2022, ΑΠ 8/2021, ΑΠ 791/2020, ΑΠ 595/2020). Κατ` ακολουθία ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραμόρφωσης από το δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου των κάτωθι εγγράφων: α) της έκθεσης αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και του σχεδιαγράμματος που την συνοδεύει, β) των φωτογραφιών που προσκομίστηκαν και αποτυπώνουν τον τόπο του ατυχήματος και γ) της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα Α. Ρ., είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι το ως άνω υπό στοιχείο γ' έγγραφο (ένορκη κατάθεση μάρτυρα) δεν αποτελεί έγγραφο κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ενώ για τα υπό στοιχείο α' και β' που το περιεχόμενο τους, κατά τον αναιρεσείοντα, παραμορφώθηκε δεν αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο του σχεδιαγράμματος και της έκθεσης αυτοψίας της Τροχαίας και των φωτογραφιών, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και ερμηνεία του περιεχομένου τους, διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθή (ΑΠ 1217/2018). Εκτός τούτου, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα αυτά, που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν, αλλά προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου τους σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα. Η εσφαλμένη, όμως, αυτή, κατά τον αναιρεσείοντα, αξιολόγηση των συγκεκριμένων εγγράφων δεν σημαίνει ότι το Εφετείο παρέλειψε να αναγνώσει το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και να τα λάβει συνολικά υπόψη του, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης της απόφασης. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 322/2020, ΑΠ 5/2020). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 155/2022, ΑΠ 1373/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 889/2020, ΑΠ 576/2018) καθώς και αν λήφθηκαν υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής ή αίτησης (ΑΠ 362/2022, ΑΠ 155/2022, ΑΠ 1373/2022, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1530/2008). Επίσης δεν συνιστά την πλημμέλεια του αριθμ. 8 του άρθρου 559 η διατύπωση πλεοναστικής σκέψης του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 34/2015, ΑΠ 255/2010, ΑΠ 435/2002). Δεν ιδρύεται, δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, ως απαράδεκτο ή αβάσιμο, γεγονός που σημαίνει ότι τον έλαβε υπόψη (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1106/2019), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή του καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 554/2020, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 694/2020, ΑΠ 90/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, δηλαδή θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά, όχι όμως και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 93/2020). Ο ανωτέρω λόγος θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι` αυτά. Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη και μάλιστα σε σχέση με συγκεκριμένο ισχυρισμό, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 576/2018). Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα τούτο στηρίχτηκε στις αποδείξεις που προσήχθησαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ή να αντικρούει, ειδικά, κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 454/2022, ΑΠ 1525/2021, ΑΠ 799/2020, ΑΠ 576/2018, ΑΠ 750/2018). Με τον τρίτο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 10 αντίστοιχα, του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι, το Εφετείο: α) έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν από την εναγομένη-εφεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα διέλαβε στην απόφασή του παραδοχές, ως προς πραγματικά περιστατικά του ένδικου ατυχήματος που δεν προβλήθηκαν από αυτήν, ότι δηλαδή "εκτός από την δήθεν παραβίαση εκ μέρους μου της ρυθμιστικής πινακίδας ΣΤΟΠ, επιπλέον δεν είχα θέσει σε λειτουργία τους δεξιούς δείκτες κατεύθυνσης της μοτοσικλέτας μου καθώς και ότι δεν πραγματοποίησα τη δεξιά στροφή, κατά το δυνατόν κλειστή ..." και β) δέχθηκε ως αληθινά πράγματα χωρίς απόδειξη και ειδικότερα δέχθηκε ότι "δεν διέκοψα την πορεία μου ενόψει της ρυθμιστικής πινακίδας ΣΤΟΠ που υφίσταται επί της οδού Β. Γεωργίου στη συμβολή αυτής με την οδό Β. Κωνσταντίνου, με αποτέλεσμα να προκληθεί το ένδικο ατύχημα", χωρίς αυτό να αποδειχθεί από κανένα απολύτως αποδεικτικό μέσο. Ο λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι τα προδιαληφθέντα περιστατικά προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, αποτελούν περαιτέρω προσδιοριστικά στοιχεία της αμελούς οδηγικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και δεν θεμελιώνουν, κατά τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη τον ως άνω αναιρετικό λόγο. Και ο λόγος από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνεται ομοίως απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτό, προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες ο αναιρεσείων έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση. Και αυτό, ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, καθόσον από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, το Εφετείο, διαμόρφωσε την ουσιαστική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στο ένδικο ατύχημα και την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία οδηγού, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκόμισαν με επίκληση, την με αριθμ. 423/2015 ένορκη βεβαίωση η οποία συντάχθηκε νομότυπα ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιά, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης, τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας και τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες. Κατόπιν των παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής , όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 4-5-2020 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 44/45/3-6-2020), αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 330/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ