Αριθμός 2077/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Του συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΕΡΓΟΛΑΒΩΝ ΥΔΡΑΥΛΙΚΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΧΩΡΩΝ Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης" και την συντετμημένη επωνυμία "Σ.Ε.Υ.Δ.Α.Π", ο οποίος εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Ρεκκέ και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων:1. Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία " …" η οποία εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, και η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αχιλλέα Κανελλάκη και κατέθεσε προτάσεις, 2. Της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία " …" η οποία εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Κοντομηνά και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2008 αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης, και την από 15-7-2009 προσεπίκληση, παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Συνεκδικάζοντας τις αγωγές εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1664/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3924/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-1-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς, ανέγνωσε την από 28-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, ως απαράδεκτης, άλλως την παραδοχή της κατά τον πρώτο λόγο της. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 442 ΑΚ ο συμψηφισμός κατά επίδικης απαίτησης, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως, προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και κατά την εκτέλεση. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 269 και 527 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ο εκκαλών, επιδιώκοντας με το ένδικο μέσο της εφέσεως να ανατρέψει τη βλαπτική γι' αυτόν πρωτόδικη απόφαση, τότε μόνο μπορεί να προβάλει παραδεκτώς την ένσταση συμψηφισμού ανταπαίτησής του κατά της επίδικης απαίτησης του αντιδίκου του για πρώτη φορά ή πλέον ορισμένη την προταθείσα πρωτοδίκως, όταν η προβαλλόμενη (και συμψηφιστέα) ανταπαίτησή του αποδεικνύεται εγγράφως ή με δικαστική ορολογία του αντιδίκου του. Επίσης από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 448 και 463 ΑΚ συνάγεται ότι ο οφειλέτης δύναται να αντιτάξει κατά του εκδοχέως, μετά την αναγγελία, σε συμψηφισμό ανταπαίτηση που είχε κατά του εκχωρητή προ της αναγγελίας της εκχώρησης. Για το ορισμένο της ενστάσεως αυτής σχετικά με την ανταπαίτηση που δίδεται ως εγγύηση κατά την κατάρτιση μισθώσεως από μέρους του μισθωτή, αρκεί να εκτίθεται ο λόγος, για τον οποίο συμφωνήθηκε και δόθηκε αυτής, καθώς και η αιτία για την οποία υπάρχει υποχρέωση επιστροφής της, διαφορετικά αυτή είναι αόριστη. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων πρωτοδίκως είχε προτείνει σε συμψηφισμό κατά της εκδοχέως πρώτης αναιρεσίβλητης το ποσό της εγγυοδοσίας ύψους 45.602,92 ευρώ με την οφειλομένη απ' αυτόν αποζημίωση του άρθρου 43 Π.Δ. 34/1995 προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη πριν από την αναγγελία της εκχωρήσεως. Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε ως αόριστη και ο αναιρεσείων την επανέφερε με λόγο εφέσεως με το εξής περιεχόμενο: "Δια του παρόντος λόγου εφέσεως προτείνουμε την παρακατατεθείσα κατά την έναρξη της μισθώσεως και ισόποση προς τέσσερα τρέχοντα μηνιαία μισθώματα, εγγυοδοσία ακριβούς εκπληρώσεως των όρων της μισθώσεως με την ισόποση εκ του άρθρου 43 Π.Δ. 34/1995 αποζημίωση". Η αναιρεσιβαλλόμενη δέχτηκε ότι η εν λόγω ένσταση είναι αόριστη, διότι πράγματι δεν αναφέρεται ότι συνέτρεχε η αιτία, για την οποία υπάρχει υποχρέωση της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) να επιστραφεί το ποσό αυτό στον αναιρεσείοντα (εναγόμενο). Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ., και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. 2. Επειδή το άρθρο 88 Κ.Πολ.Δ. ορίζει ότι "Ο ενάγων, ο εναγόμενος και όποιος άσκησε κύρια παρέμβαση έχουν δικαίωμα να προσεπικαλέσουν στην δίκη εκείνους από τους οποίους έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν αποζημίωση σε περίπτωση ήττας". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για το παραδεκτό της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή, πρέπει ο προσεπικαλών να ισχυρίζεται ότι μεταξύ αυτού και του προσεπικαλουμένου υπάρχει, δυνάμει του νόμου ή συμβάσεως, έννομη σχέση, η οποία, σε περίπτωση ήττας του στην κύρια δίκη, του παρέχει δικαίωμα αποζημιώσεως κατά του προσεπικαλουμένου. Απαιτείται δηλαδή στην περίπτωση της προσεπικλήσεως να υπάρχουν δύο έννομες σχέσεις, μια η επίδικη στην εκκρεμή δίκη και μια η ασκούμενη με την προσεπίκληση επί πλέον δε απαιτείται η δεύτερη να εξαρτάται από την πρώτη, υπό την έννοια ότι μόνο αν ο προσεπικαλών ηττηθεί ως προς αυτή (την πρώτη) αποκτά δικαίωμα αποζημιώσεως, βάσει της δεύτερης, κατά του προσεπικαλουμένου (ΑΠ 1202/1994). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κυρία αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης συνεκδικάστηκε και η προσεπίκληση με την ενωμένη σε αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή, που άσκησε ο αναιρεσείων συνεταιρισμός (μισθωτής) κατά της εκμισθώτριας δεύτερης αναιρεσίβλητης-εκχωρήτριας εταιρείας, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εν λόγω εταιρεία, ως δικονομική εγγυήτρια, να του καταβάλει ό,τι υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα, μέχρι του ποσού των 45.602,92 ευρώ, το οποίο ποσό αντιστοιχεί στην εγγύηση που κατέβαλε κατά την κατάρτιση της σύμβασης μισθώσεως, διότι είχαν συμφωνήσει να συμψηφισθεί η απαίτησή του για την εγγύηση με την απ' αυτόν οφειλόμενη αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης, κατά το άρθρο 43 του Π.Δ. 34/1995. Με βάση το περιεχόμενο αυτό η προσεπίκληση με την ενωμένη σ' αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή δεν είναι νόμιμη, διότι η ευθύνη της προσεπικαλουμένης δεν εξαρτάται από την έννομη σχέση που ασκείται με την κυρία αγωγή, αλλά στηρίζεται σε αιτία αυτοτελή, δηλαδή σε εκείνη της συμβάσεως μισθώσεως. Επομένως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, που εκτιμάται ως αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. (και όχι από το άρθρο 559 αριθ.19), κατά τον οποίο το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε το δεύτερο λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος με την αιτιολογία ότι η προσεπίκληση με την παρεμπίπτουσα αγωγή απορρίφθηκε πρωτοδίκως όχι ως ουσιαστικά αβάσιμη, αλλά ως νομικώς αβάσιμη και δεν προβάλλεται κάποιο παράπονο για την απόρριψή της γι' αυτόν το λόγο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν και προτάσεις (άρθρ.176 και 183 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12-1-2012 αίτηση για αναίρεση της 3924/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για καθεμία σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ