Αριθμός 1850/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Α. Της αναιρεσείουσας: Ομόρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Ε. Ο.Ε." που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραΐσκο, αφού ανακάλεσε την δήλωση του κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: Ι.1. Μ. χήρας Ν. Θ., το γένος Κ., 2. Γ. Θ. του Ν. και 3. Χ. Θ. του Ν., κατοίκων ... οι οποίοι 1ος και 2ος εκπροσωπήθηκαν δια και ο 3ος μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Λάμπρο Μακρυγιάννη και κατέθεσαν προτάσεις. ΙΙ. Του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΞ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΩΝ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενου, το οποίο υπεισήλθε στην θέση της αρχικά ενάγουσας και στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της εδρεύουσας στην Αθήνα, Ανώνυμης Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Γ.Α." νομίμως εκπροσωπούμενης - η άδεια λειτουργίας της ανακλήθηκε- το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τριανταφυλλίδη και κατέθεσε προτάσεις. Β. Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΞ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΩΝ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενου, το οποίο υπεισήλθε στην θέση της αρχικά ενάγουσας και στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της εδρεύουσας στην Αθήνα, Ανώνυμης Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Γ.Α." νομίμως εκπροσωπούμενης - η άδεια λειτουργίας της ανακλήθηκε- το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τριανταφυλλίδη και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: Ι.1. Μ. χήρας Ν. Θ., το γένος Κ., 2. Γ. Θ. του Ν. και 3. Χ. Θ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι 1ος και 2ος εκπροσωπήθηκαν δια και ο 3ος μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Λάμπρο Μακρυγιάννη και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-8-1999 αγωγή των 1ου,2ου,3ου, ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 5-6-2000 παρεμπίπτουσα αγωγή, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1174/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1637/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι 1ος,2ος,3ος των αναιρεσιβλήτων με την από 10-1-2006 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 814/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, Εκδόθηκε η 1735/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεσή της ζήτησε η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 17-10-2012 αίτησή της και το υπό στοιχείο Β αναιρεσείον με την από 18-10-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 21-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την συνεκδίκαση των υπό στοιχείο Α και Β δύο αιτήσεων αναιρέσεως κατά της 1735/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και την απόρριψη αυτών. Οι πληρεξούσιοι των υπό στοιχείο Α και Β αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των υπό στοιχείο Α και Β αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης α) από 17.10.2012 και με αριθμό κατάθεσης 888/2012 της εδρεύουσας στα ... ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Αφοί Ε. Ο.Ε." και β) από 18.10.2012 και με αριθμό κατάθεσης 896/2012 του εδρεύοντος στην Αθήνα Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης Από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", οι οποίες στρέφονται κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο υπ' αριθμ. 1735/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας (άρθρ. 246 και 573 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, κατά τα κατωτέρω ειδικότερον εκτιθέμενα.- ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ., συνάγεται, ότι, προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 239/2011, ΑΠ 147/2011, ΑΠ 75/2005). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, δηλ. υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της, δηλ. υπάρχει ανεπαρκής αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999). Ενώ δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 861/1984). Ούτε επίσης ιδρύεται ο λόγος από την αναφορά ή μη στην επιχειρηματολογία των διαδίκων ή από την επιχειρηματολογία του δικαστηρίου (ΑΠ 16/2005). Κατά την διάταξη δε του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Η από την διάταξη αυτή παράβαση ελέγχεται μόνον αν τα διδάγματα της κοινής πείρας αφορούν στην ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όχι όμως όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή εκτίμηση αποδείξεων. Τέλος, επί αδικοπραξίας, σύμφωνα με τα άρθρα 297 και 914 ΑΚ, οι αιτιολογίες πρέπει να καλύπτουν την υπαιτιότητα, την ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο (ΑΠ 16/2005).- Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπιση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα : Οι ήδη αναιρεσίβλητοι των προαναφερομένων αιτήσεων αναίρεσης Μ. Θ., Γ. Θ. και Χ. Θ., άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 4.8.1999 αγωγή, με την οποία επικαλούμενοι ότι ο πρώτος των εναγομένων Π. Π., ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα κατ' αναίρεση δίκη, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, που ανήκει στην δεύτερη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Αφοί Ε. Ο.Ε." και είναι ασφαλισμένο στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Πρόνοια Α.Ε.Γ.Α.", προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον θανάσιμο τραυματισμό του συζύγου της πρώτης τούτων και πατρός των λοιπών εξ αυτών, Ν. Θ., κατά το αυτοκινητικό ατύχημα που έγινε κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή. Με βάση δε αυτό το ιστορικό ζήτησαν όπως υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, έκαστος εις ολόκληρον, να καταβάλουν ως αποζημίωση στην πρώτη τούτων τα εις αυτήν μνημονευόμενα ποσά για έξοδα κηδείας του θανόντος, κατασκευή τάφου και στέρηση οφειλόμενης διατροφής για ορισμένο χρονικό διάστημα και επίσης τόσο σ' αυτή όσο και στους λοιπούς εξ αυτών τα μνημονευόμενα στην αγωγή ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο του ως άνω συγγενούς των. Περαιτέρω, η προαναφερόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Πρόνοια Α.Ε.Γ.Α.", στην δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της, το τέταρτο των αναιρεσιβλήτων της πρώτης των προαναφερομένων αιτήσεων αναίρεσης και αναιρεσείον της δεύτερης από αυτές Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης Από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", άσκησε την από 5.6.2000 παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία επικαλούμενη την μεταξύ αυτής και της εκ των εναγομένων της ως άνω πρώτης αγωγής ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Αφοί Ε. Ο.Ε." καταρτισθείσα σύμβαση ασφάλισης του φερομένου ως ζημιογόνου πιο πάνω φορτηγού αυτοκινήτου, ως επίσης την εκ μέρους των εναγομένων - ασφαλισμένων της (οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου και "Αφοί Ε. Ο.Ε.") παράβαση της ειδικότερα σ' αυτήν εκτιθέμενης συμβατικής τους υποχρέωσης, με συνέπεια την επέλευση περίπτωσης εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, ζήτησε, κατόπιν μετατροπής του αρχικού καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, όπως αναγνωρισθεί ότι οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι, έκαστος εις ολόκληρον, να της καταβάλουν κάθε ποσό που αυτή θα υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής. Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1174/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την πρώτη τούτων και μετά ταύτα και την δεύτερη εξ αυτών. Κατά της ως άνω απόφασης άσκησαν οι κυρίως ενάγοντες την από 10.10.2003 έφεσή τους και η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία την έχουσα επικουρικό χαρακτήρα από 12.3.2004 έφεσή της, επί των οποίων και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1637/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η πρώτη τούτων ως αβάσιμη κατ' ουσία και μετά ταύτα και η δεύτερη εξ αυτών. Περαιτέρω, κατά της απόφασης αυτής του Εφετείου Αθηνών άσκησαν οι εκκαλούντες της πρώτης των ως άνω εφέσεων - ενάγοντες της κύριας αγωγής την από 10.1.2006 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 814/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία και έγινε δεκτή αυτή και αναιρέθηκε η ως άνω αναιρεσιβληθείσα απόφαση κατ' εφαρμογή του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., ήτοι για ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο αυτής "αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της υπάρξεως ή όχι αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και του επελθόντος θανατηφόρου αποτελέσματος" και για ευθεία παράβαση των διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 914 του ΑΚ. Στη συνέχεια δε εκδόθηκε από το Εφετείο Αθηνών η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία έγιναν δεκτές οι προαναφερόμενες εφέσεις και μετά ταύτα έγιναν δεκτές ως και μερικώς κατ' ουσίαν βάσιμες τόσο η κύρια όσο και η παρεμπίπτουσα αγωγή. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα, ως προς το ζήτημα των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, ως προς την υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πράξεων ή παραλείψεων τούτου και του επελθόντος επιζημίου αποτελέσματος : Στις 3.7.1998 και περί ώρα 11.20 το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ πετρελαιοκίνητο αυτοκίνητο, κατασκευής εργοστασίου MERCEDES, τύπου 1213, οδηγούμενο από τον Π. Π., ο οποίος είχε προστηθεί στην οδήγησή του από την ήδη αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Αφοί Ε. Ο.Ε.", στην οποία ανήκε τούτο κατά κυριότητα και το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Πρόνοια Α.Ε.", στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε το τέταρτο των αναιρεσιβλήτων Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης Από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", εκινείτο επί της Π.Ε.Ο. Δομοκού - Λαμίας με κατεύθυνση προς Λαμία. Η εν λόγω οδός αποτελείται από δύο ρεύματα κυκλοφορίας, τα οποία διαχωρίζονται με διπλή συνεχόμενη γραμμή, το δε φορτηγό αυτοκίνητο μετέφερε φορτίο αλεύρων συνολικού βάρους 7.450 κιλών, αντί 5.932 κιλών, όπως επέβαλε η άδεια κυκλοφορίας του, δηλαδή ήταν υπέρβαρο κατά 1.518 κιλά, δεδομένου ότι το ανώτατο επιτρεπόμενο μικτό βάρος του ήταν 11.800 κιλά και αυτό είχε μικτό βάρος 13.318 κιλά. Στις τρεις εμπρόσθιες θέσεις του εν λόγω οχήματος, που υπήρχαν σύμφωνα με την άδεια κυκλοφορίας του, επέβαιναν, πλην του προαναφερόμενου οδηγού, ο αλβανός υπήκοος K. M., που καθόταν δεξιά του οδηγού, και δίπλα στον εν λόγω αλβανό και πολύ κοντά στην δεξιά πόρτα (καθόταν) ο Ν. Θ., που ήταν σύζυγος της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και πατέρας των δευτέρου και τρίτου από αυτούς. Όταν το παραπάνω όχημα είχε περάσει το ψηλότερο σημείο της Π.Ε.Ο. Δομοκού - Λαμίας, έχοντας μόλις διανύσει μία ανηφόρα, στην οποία εξαιτίας του υπέρβαρου φορτίου του και των τριών επιβατών του κινείτο πολύ αργά (με πρώτη ταχύτητα), και εισήλθε σε κατωφερική πορεία επί ευθείας που κατέληγε σε δεξιά στροφή, κινούμενο στην 11.900 χιλιομετρική θέση, στην προσπάθεια του οδηγού ν' αλλάξει ταχύτητα έσβησε η μηχανή και παρά το ότι προσπάθησε αυτός να την θέσει εκ νέου σε λειτουργία δεν κατέστη τούτο δυνατόν. Αποτέλεσμα της μη λειτουργίας της μηχανής του αυτοκινήτου και συνακόλουθα του υδραυλικού συστήματος των φρένων, ήταν να τεθούν αυτά εκτός λειτουργίας και σε συνδυασμό με την μη ανταπόκριση, έστω και σε ελάχιστο βαθμό, του χειρόφρενου, λόγω της υπερφόρτωσης του αυτοκινήτου και της μεγάλης κατωφέρειας, να καταστεί το όχημα εντελώς ακυβέρνητο και ανέλεγκτο, με την ταχύτητά του να αυξάνεται συνεχώς εξαιτίας της κατωφέρειας και του μεγάλου φορτίου του. Ο οδηγός, αντιλαμβανόμενος την κρισιμότητα της κατάστασης, ενόψει και του ότι στα αριστερά της πορείας του και πέραν του συνολικού πλάτους δεκατριών (13) μέτρων οδοστρώματος, υπήρχε γκρεμός (χαράδρα), προσπάθησε να οδηγήσει και εκτρέψει το όχημα προς τα δεξιά της πορείας του, εκτός οδοστρώματος, όπου υπήρχαν χωμάτινα ερείσματα με λακκούβες και μικρά χωμάτινα υψώματα. Παρά όμως την εκτροπή του οχήματος στα προς τα δεξιά της πορείας του χωμάτινα ερείσματα, η ταχύτητά του δεν μειωνόταν, ούτε διαφαινόταν περίπτωση ανακοπής της ανέλεγκτης πορείας του. Κατ' εκείνο τον χρόνο, ο Ν. Θ., ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, καθόταν πολύ κοντά στη δεξιά πόρτα του αυτοκινήτου, λαμβάνοντας υπόψη τη στιγμή εκείνη την όχι μεγάλη ταχύτητα του οχήματος, η οποία δεν υπερέβαινε τα 58 χλμ/ώρα, αλλά και την ύπαρξη στα δεξιά της οδού χωμάτινου ερείσματος, άνοιξε την πόρτα και πήδηξε έξω. Πλην όμως, κατά την πτώση του, παρασύρθηκε από τον πίσω δεξιό τροχό του οχήματος και υπέστη βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις με αποτέλεσμα να θανατωθεί. Αμέσως μετά, ο οδηγός του αυτοκινήτου, ο οποίος είχε επαναφέρει το όχημα επί του προς Λαμία ρεύματος κυκλοφορίας της οδού, βλέποντας προς τα δεξιά την ύπαρξη άλλου χωμάτινου ερείσματος, εν είδει πλατώματος, εξέτρεψε εκ νέου το όχημα προς αυτό, το οποίο, πλαγιολισθαίνοντας εκτός οδοστρώματος επί είκοσι ένα (21) μέτρα, προσέκρουσε σε χωμάτινο ανάχωμα και στη συνέχεια εκτρεπόμενο σε ευθεία γραμμή μήκους τριάντα τριών (33) μέτρων, ανατράπηκε με την αριστερή του πλευρά επί του χωμάτινου πλατώματος και τελικά ακινητοποιήθηκε, με τον οδηγό του και τον προαναφερόμενο συνεπιβάτη να εξέρχονται αυτού τραυματισμένοι. Δέχθηκε δε περαιτέρω το Εφετείο ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος είναι ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου διότι δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, την οποία όφειλε και μπορούσε υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις να επιδείξει και συγκεκριμένα δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του εν λόγω οχήματος, "ιδία όσον αφορά την αλλαγή των ταχυτήτων του, την ενδεχόμενη δυσλειτουργία του αντίστοιχου μηχανισμού, την συνεπακόλουθη παύση της λειτουργίας της μηχανής του αυτοκινήτου και περαιτέρω εκείνη του συστήματος πεδήσεώς του, καθώς επίσης και όσον αφορά την αδυναμία του χειρόφρενου να επιφέρει την ακινητοποίηση ή έστω την μείωση της ταχύτητάς του, δεδομένης της κινήσεώς του σε κατηφορικό οδόστρωμα και της υπερφορτώσεώς του με επιπλέον 1.518 κιλά, γεγονότα τα οποία όφειλε και μπορούσε να προβλέψει. Η εν λόγω σύνεση και προσοχή αναφορικά με την οδήγηση του παραπάνω οχήματος κατ' αντικειμενική κρίση επιβαλλόταν εκ μέρους του εναγόμενου οδηγού με βάση τις προαναφερόμενες περιστάσεις υπό τις οποίες το συγκεκριμένο όχημα εκινείτο τη δεδομένη χρονική στιγμή, σε συνδυασμό με τους ανωτέρω νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που τηρούνται στις συναλλαγές, την κοινή λογική και πείρα και την οποία (επιμέλεια και προσοχή) κάθε λογικός και ευσυνείδητος οδηγός στη θέση του πρώτου εναγόμενου υπό παρόμοιες συνθήκες θα κατέβαλε... Απότοκη συνέπεια των προαναφερομένων ενεργειών και παραλείψεων...ήταν να καταστεί αδύνατη η δια μηχανικών μέσων διακοπή της πορείας του αυτοκινήτου ή έστω η ασφαλής για την περαιτέρω πορεία του μείωση της ταχύτητάς του, με αποτέλεσμα τόσον αυτός όσον και οι λοιποί επιβαίνοντες να περιέλθουν σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, ενόψει του σοβαρώς επαπειλούμενου κινδύνου ζωής τους, με τον εξ αυτών Ν. Θ., να ανοίγει την δεξιά πόρτα του οχήματος και να εξέρχεται τούτου. Η εν λόγω και ουσιώδης για την έκβαση της προκείμενης πολιτικής δίκης ενέργεια του επιβαίνοντος του οχήματος Ν. Θ. για την αντιμετώπιση της κρίσιμης καταστάσεως στην οποία περιήλθε από υπαιτιότητα του εναγόμενου οδηγού, κρίνεται υπό τις συντρέχουσες και ανωτέρω εκτιθέμενες συνθήκες και περιστάσεις ενδεδειγμένη και κατάλληλη, συμβατή με εκείνη του μέσου συνετού ανθρώπου, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με την ίδια κατάσταση, λαμβανομένου επιπροσθέτως υπόψη, ότι ο εν λόγω επιβαίνων και θανών πριν επιχειρήσει να ενεργήσει όπως ανωτέρω, παρεκτός των συντρεχουσών περιστάσεων όπως αυτές έχουν προεκτεθεί (ανεξέλεγκτη κίνηση του υπέρβαρου οχήματος επί κατηφορικής οδού και παρακείμενος γκρεμός), συνεκτίμησε και αξιολόγησε πριν λάβει την απόφασή του να εξέλθει του αυτοκινήτου και τα εξής : Ότι ο πρώτος εναγόμενος αμφέβαλε αν μπορούσε να ακινητοποιήσει το όχημα που οδηγούσε και σε κάθε περίπτωση αυτός (εναγόμενος οδηγός) δεν ήταν βέβαιος για την αποτελεσματικότητα της σχετικής προσπάθειάς του, εφόσον αναφερόμενος στους λοιπούς συνεπιβαίνοντες είχε λάβει υπόψη του ως ενδεχόμενο και το γεγονός της επικείμενης εκ του λόγου τούτου θανατώσεώς τους, ελπίζοντας και αποβλέποντας ο ίδιος μόνον στη με το σκοπό της ακινητοποιήσεως του αυτοκινήτου και της σωτηρίας τους, τυχαία και μη προβλέψιμη για τον Ν. Θ. εκτροπή του αυτοκινήτου στα δεξιά της οδού και στην ανατροπή του, γεγονός που σημειωτέον δεν απέκλειε τον θανάσιμο τραυματισμό του τελευταίου ως επιβάτη του οχήματος. Και περαιτέρω, ότι για την δυνατότητα πραγματοποιήσεως της παραπάνω αποφευκτικής του κινδύνου ζωής τους ενέργειας του εναγόμενου οδηγού και κυρίως για την αποτελεσματικότητά της, από απόψεως μη προσβολής της σωματικής του ακεραιότητας και υγείας, ή έστω της όσον το δυνατόν με ολιγότερες επιζήμιες συνέπειες, δεν μπορούσε να αντιληφθεί και δεόντως να εκτιμήσει ο ίδιος ο Ν. Θ.ς με βάση τις κρατούσες τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή συνθήκες και περιστάσεις". Έκρινε δε περαιτέρω το Εφετείο ότι με βάση τα προαναφερόμενα και υπ' αυτού δεκτά γενόμενα υφίσταται στην ένδικη περίπτωση "αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της προαναφερόμενης αμελούς συμπεριφοράς του πρώτου εναγόμενου, οδηγού του υπ' αριθμ. ... ΙΧΦ αυτοκινήτου...και της επακολουθήσασας, ως άνω εκτιθέμενης, ενέργειας του συνεπιβαίνοντος τούτου Ν. Θ. που είχε ως τελική κατάληξη τον θάνατό του, εφόσον η ως άνω συμπεριφορά του εναγόμενου οδηγού κατά τα διδάγματα της κοινής ανθρώπινης πείρας και λογικής, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επελεύσεως του θανατηφόρου για τον Ν. Θ. αποτελέσματος, ήταν καθ' εαυτή ικανή κατά τον χρόνο και υπό τους όρους και τις συντρέχουσες περιστάσεις που έλαβε χώρα στη συνήθη πορεία των πραγμάτων να το επιφέρει, ώστε ο θάνατος του Ν. Θ. και το εντεύθεν ζημιογόνο για τους ενάγοντες συγγενείς του αποτέλεσμα να μπορεί στη συγκεκριμένη ατομική περίπτωση να αποδοθεί κατά λογική αναγκαιότητα στην αιτιώδη δυναμικότητα της αμελούς οδικής συμπεριφοράς του πρώτου εναγόμενου και αντιστοίχως η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη αιτία επαρκή αιτία του παραπάνω ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΚ 297, 298, 914, 330)". Έκρινε δε τέλος το δικαστήριο εκείνο ότι η προαναφερόμενη ενέργεια του θανόντος Ν. Θ. "...στην κρινόμενη περίπτωση ως μη εντελώς έκτακτο, ασυνήθιστο και απροσδόκητο περιστατικό, ουδόλως κείμενο έξω από τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, δεν ήταν ικανή να επιφέρει και πράγματι δεν επέφερε στην κρινόμενη περίπτωση την διακοπή της απαιτούμενης αιτιώδους συνάφειας (ΑΚ 297, 298, 914) μεταξύ της προεκτιθέμενης υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και του επελθόντος τελικά για τον Ν. Θ. θανάσιμου αποτελέσματος...Αλλά ούτε με βάση την ίδια ενέργεια του Ν. Θ., είναι δυνατόν να σχηματισθεί δικανική πεποίθηση και περαιτέρω να θεμελιωθεί δικανική κρίση για οποιασδήποτε μορφής και εκτάσεως αμελή συμπεριφορά του ως άνω παθόντος και θύματος στην επέλευση του επιζήμιου για αυτόν θανατηφόρου αποτελέσματος και όχι άλλου αφορώντος βλάβη της υγείας του". Με βάση δε τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το Εφετείο οδηγήθηκε στην κρίση ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος και του εξ αυτού επελθόντος αποτελέσματος, ήτοι του θανάσιμου τραυματισμού του Ν. Θ., είναι ο προαναφερόμενος και μη ων διάδικος στην παρούσα κατ' αναίρεση δίκη οδηγός του παραπάνω φορτηγού αυτοκινήτου Π. Π. και ουδεμία υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα βαρύνει τον ανωτέρω θανόντα στην επέλευση του θανάσιμου τραυματισμού του. Κατόπιν δε τούτων έκανε δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία την από 10.10.2003 έφεση των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, ως και την έχουσα επικουρικό χαρακτήρα από 12.3.2004 έφεση του τέταρτου τούτων Επικουρικού Κεφαλαίου, και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αυτή και αντιθέτως αποφανθείσα υπ' αριθμ. 1174/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε και δίκασε κατ' ουσία την υπόθεση και έκανε δεκτή, σύμφωνα με τα ειδικότερον σ' αυτήν (αναιρεσιβαλλόμενη) εκτιθέμενα, την πρωτοδίκως εν όλω απορριφθείσα από 4.8.1999 αγωγή των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, ως και την από 5.6.2000 παρεμπίπτουσα αγωγή της αρχικώς παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Πρόνοια Α.Ε.Γ.Α.", στην δικονομική θέση της οποίας και υπεισήλθε, κατά τα προαναφερόμενα, το Επικουρικό Κεφάλαιο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς, χωρίς ενδοιασμούς και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογίες αναφορικά με τα κρίσιμα ζητήματα των συνθηκών επέλευσης του ενδίκου ατυχήματος, της υπαιτιότητας του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου στην επέλευση αυτού, της ζημίας και της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 300 και 330 του ΑΚ, ούτε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, όσον αφορά την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του υπέρβαρου του φορτηγού αυτοκινήτου, της ως δεκτής γενομένης αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού του και του επελθόντος αποτελέσματος (ένδικο ατύχημα και θανάσιμος τραυματισμός του Ν. Θ.) και, συνεπώς, όλα τα αντιθέτως υποστηριζόμενα α) με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της από 17.10.2012 αναίρεσης της ομόρρυθμης εταιρίας "Αφοί Ε. Ο.Ε." και β) με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της από 18.10.2012 αναίρεσης του Επικουρικού Κεφαλαίου, που στηρίζονται στις διατάξεις των εδαφίων 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου, και όσον αφορά ειδικότερα το τέταρτο των αναιρεσιβλήτων της από 17.10.2012 αναίρεσης της προαναφερόμενης ομόρρυθμης εταιρίας, Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης Από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", το οποίο υπεισήλθε στην δικονομική θέση της αρχικά εναγόμενης και παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Πρόνοια Α.Ε.Γ.Α.", λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας αυτής (άρθρ. 25 § 4 Ν. 489/1976), το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα, συνοπτικά εκτιθέμενα εδώ και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην προκειμένη υπόθεση και ειδικότερα ότι : Η ήδη αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Αφοί Ε. Ο.Ε." είχε καταρτίσει με την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Πρόνοια Α.Ε.Γ.Α." την με αριθμό ... ασφαλιστική σύμβαση, η οποία αφορούσε την κάλυψη της αστικής ευθύνης της από τροχαία ατυχήματα με το ως άνω υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο και η οποία ασφαλιστική σύμβαση ήταν ενεργός κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος (3.7.1998), κάλυπτε δε αυτή (ασφαλιστική σύμβαση) την οικεία αστική ευθύνη και του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου. Στη σύμβαση αυτή, η οποία διέπεται από τις διατάξεις της υπ' αριθμ. Κ4/585/1978 ΑΥΕ, περιελήφθη και ο προβλεπόμενος από αυτήν (ΑΥΕ) στο άρθρο 25 αριθμ. 11 όρος, σύμφωνα με τον οποίο "αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίαι προξενούμεναι 1 ... 11) Καθ' ον χρόνον το όχημα μεταφέρει φορτίον ή επιβάτας πέρα του επιτρεπομένου ανωτάτου ορίου, εκ της αδείας κυκλοφορίας του ή των σχετικών αποφάσεων των αρμοδίων αρχών, εφ' όσον η υπέρβασις συνετέλεσεν εις την επέλευσιν ή εις την επαύξησιν της ζημίας, κατά το μέτρον της επαυξήσεως". Την ύπαρξη του συγκεκριμένου όρου αποδέχθηκε η προαναφερόμενη ομόρρυθμη εταιρία με την εκ μέρους της παραλαβή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, την μετά ταύτα μη απόκρουση αυτού, καθώς και την μετά το ένδικο ατύχημα επίκληση της συγκεκριμένης ασφαλιστικής σύμβασης. Κατόπιν δε τούτων το Εφετείο, επικαλούμενο τις προαναφερόμενες συνθήκες του ατυχήματος, την υπερφόρτωση του φορτηγού αυτοκινήτου κατά 1.518 κιλά, την γενομένη από αυτό ως δεκτή επίδραση του υπερβάλλοντος βάρους στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος και την επίσης γενομένη δεκτή ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ υπερβάλλοντος βάρους και επελθόντος αποτελέσματος, έκρινε ότι ο ανωτέρω όρος ενεργοποιήθηκε και ότι τούτο είχε ως συνέπεια την απαλλαγή της ασφαλιστικής εταιρίας έναντι της ασφαλισμένης της ομόρρυθμης εταιρίας για την κάλυψη ζημιών τρίτων από την κυκλοφορία του φορτηγού. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις και ενδοιασμούς αιτιολογίες αναφορικά με τα κρίσιμα ζητήματα της συνομολόγησης της σύμβασης ασφάλισης, της αποδοχής από την αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρία του προαναφερόμενου όρου αυτής (σύμβασης ασφάλισης), του υπέρβαρου του φορτηγού, της επίδρασης αυτού στο επελθόν ατύχημα και της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ υπέρβαρου και επισυμβάντος ατυχήματος, και δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου οι διατάξεις της ως άνω υπ' αριθμ. Κ4/585/1978 ΑΥΕ, ούτε και εκείνη του άρθρου 361 ΑΚ. Συνεπώς, όλα τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της από 17.10.2012 αναίρεσης της ομόρρυθμης εταιρίας "Αφοί Ε. Ο.Ε.", τα οποία στηρίζονται στις διατάξεις των εδαφίων 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα και απορριπτέα.- ΙΙΙ.- Κατόπιν λοιπόν όλων όσων προαναφέρθηκαν πρέπει α) να απορριφθούν οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναίρεσης, β) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων τα οποία κατατέθηκαν από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση των αναιρέσεων (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η § 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.2012) και γ) να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εχόντων καταθέσει και προτάσεις αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις συνεκδικαζόμενες α) από 17.10.2012 και με αριθμό κατάθεσης 888/2012 και β) από 18.10.2012 και με αριθμό κατάθεσης 896/2012 αιτήσεις της εδρεύουσας στα ... ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Αφοί Ε. Ο.Ε." και του εδρεύοντος στην Αθήνα Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης Από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1735/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ειδικής διαδικασίας αυτοκινήτων.- Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου το οποίο κατέθεσε έκαστος των ως άνω αναιρεσειόντων για την άσκηση εκάστης των προαναφερομένων αιτήσεων αναίρεσης.- Και Καταδικάζει α) την αναιρεσείουσα της πρώτης των ως άνω αιτήσεων αναίρεσης, ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Αφοί Ε. Ο.Ε.", στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει για τους μεν τρεις πρώτους τούτων στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για δε τον τέταρτο τούτων Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης Από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", ομοίως στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ και β) το αναιρεσείον της δεύτερης των προαναφερομένων αιτήσεων αναίρεσης Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης Από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Σεπτεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ