Αριθμός 806/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CORAL ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" (πρώην "SHELL HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" ως οιονεί καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΤΡΟΝ ΟΪΛ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΩΝ" (προηγούμενη επωνυμία "TEXACO ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΩΝ"), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Φανό. Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. και Μ. Κ. Ο.Ε" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Α. Κ. του Α., κατοίκου ... και 3. Μ. Κ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Καρπαθάκη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 31 Δεκεμβρίου 1993 αγωγή της ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων ως και την από 5 Μαΐου 1995 ομοία της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8995/1996 μη οριστική και 278/2002 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 8223/2004 αναβλητική και 2671/2005 Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 6 Νοεμβρίου 2007 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 1954/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση στο αυτό Δικαστήριο (Εφετείου Αθηνών) και εξεδόθη η 289/2011 οριστική απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την 12 Απριλίου 2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 22 Φεβρουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του αρθρ.559 αρ.1 αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στην οποία περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτήν πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε για περαιτέρω εκδίκαση η υπόθεση με την υπ' αριθ. 1954/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου ύστερα από την αναίρεση της προηγούμενης υπ' αριθ. 2671/2005 απόφασής του δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: "Με το από 12-6-1986 ιδιωτικό συμφωνητικό, καταρτίστηκε, μεταξύ των διαδίκων, σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής συναλλαγής, με παρεπόμενη υπομίσθωση, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα-εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία, με την επωνυμία "Α. και Μ. Κ. ΟΕ", ομόρρυθμα μέλη της οποίας είναι οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι, Α. Κ. και Μ. Κ., ανέλαβε την υποχρέωση να μεταπωλεί από το, επί της οδού ... αρ. 89 της ..., πρατήριο που της υπεκμίσθωσε και της παρέδωσε εξοπλισμένο η εναγομένη ενάγουσα ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "ΤΕΞΑΚΟ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΊΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΩΝ", οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας είναι η εταιρία με την επωνυμία "SHELL HELLAS Α.Ε. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ"και ήδη "CORAL ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝΚΑΙ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ", υγρά καύσιμα και λιπαντικά, τα οποία θα της πωλούσε η εταιρία ΤΕΞΑΚΟ Α.Ε., σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίστηκαν στο παραπάνω συμφωνητικό, καθώς και στα μεταγενέστερα αυτού, με ημερομηνίες 26-6-87, 4-7-1989 και 10-6-1991. Ή διάρκεια της σύμβασης και της παρεπόμενης υπομίσθωσης ορίστηκε, αρχικά, σε έξι (6) έτη, δηλαδή μέχρι 30-4-1992, παρατάθηκε, όμως, διαδοχικά, μέχρι τις 8-2-1995, που συμφωνήθηκε η λύση της. Σύμφωνα με τον όρο 2-ΣΤ του από 10-6-1991 ιδιωτικού συμφωνητικού, η πρατηριούχος ομόρρυθμη εταιρία είχε υποχρέωση να επιτυγχάνει τις ακόλουθες μηνιαίες καταναλώσεις πετρελαιοειδών: α) από 1-5-1992 έως 30-4-1993, σε βενζίνες (κοινή - super) 115.000 λίτρα, σε πετρέλαιο, 25.000 λίτρα και σε ορυκτέλαια- λιπαντικά 700 χιλιόγραμμα και β) από 1-5-1992 έως 30-4-1993, σε βενζίνες (κοινή - super) 120.000 λίτρα, σε πετρέλαιο, 30.000 λίτρα και σε ορυκτέλαια - λιπαντικά 800 χιλιόγραμμα. Για τις τελευταίες αυτές μηνιαίες καταναλώσεις είχαν συμφωνήσει, σιωπηρά, οι διάδικοι και για τον υπόλοιπο χρόνο της συνεργασίας τους, μέχρι τη λήξη της, στις 8-21995. Ενώ, όμως, η συνεργασία των διαδίκων εξελισσόταν ομαλά, στις 4-12-1992, κατόπιν δειγματοληπτικού αγορανομικού ελέγχου, που έγινε από το Γενικό Χημείο του Κράτους, σε υγρά καύσιμα που κατείχε η ενάγουσα-εναγομένη ΤΕΞΑΚΟ Α.Ε στις κεντρικές εγκαταστάσεις της στον ..., διαπιστώθηκε, ότι η τελευταία κατείχε και διέθετε στο καταναλωτικό κοινό, μέσω των πρατηρίων της, πετρέλαιο κίνησης νοθευμένο με πετρέλαιο θέρμανσης σε ποσοστό 14%. Το γεγονός, πήρε ευρεία δημοσιότητα και για ένα περίπου χρόνο ασχολήθηκαν με αυτό τα μέσα μαζικής ενημέρωσης (τηλεόραση, ραδιόφωνο, περιοδικά), όπως προκύπτει και από τις καταθέσεις των μαρτύρων αμφοτέρων των διαδίκων που εξετάστηκαν ενώπιον του διορισθέντος με την παραπάνω προδικαστική απόφαση Εισηγητή - Δικαστή. Για την παράνομη αυτή πράξη, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του νομίμου εκπροσώπου και υπεύθυνου για τις αγορανομικές παραβάσεις της εταιρίας ΤΕΞΑΚΟ Α.Ε. Κ. Λ., ο οποίος, με την 4263/28-4-1993 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καταδικάστηκε, για παράβαση του άρθρου 31 παρ. 4 του αγορανομικού κώδικα και, συγκεκριμένα, για νόθευση από πρόθεση 232 τόνων πετρελαίου κίνησης με πετρέλαιο θέρμανσης, σε φυλάκιση δέκα πέντε μηνών και χρηματική ποινή 500.000 δραχμών. Επίσης, επιβλήθηκε σε βάρος της ίδιας εταιρίας (ΤΕΞΑΚΟ Α.Ε.), από το Υπουργείο Εμπορίου, πρόστιμο ποσού 5.000.000 δραχμών ... . Σημειωτέον, ότι η εταιρία ΤΕΞΑΚΟ Α.Ε. δεν ζήτησε την επανεξέταση του πιο πάνω δείγματος, που βρέθηκε νοθευμένο μετά την πρώτη χημική του εξέταση, ούτε άσκησε προσφυγή κατά της προαναφερόμενης υπουργικής απόφασης, περί επιβολής προστίμου στο αρμόδιο Διοικητικό Δικαστήριο. Το ίδιο ως πιο πάνω φαινόμενο, της νόθευσης, δηλαδή, πετρελαίου κίνησης με πετρέλαιο θέρμανσης, παρουσιάστηκε και στο συνεργαζόμενο με την εταιρία ΤΕΞΑΚΟ Α.Ε πρατήριο του πρατηριούχου Π. Η., στα ... ... Από τα παραπάνω γεγονότα δυσφημίστηκαν τα προϊόντα της ΤΕΞΑΚΟ Α.Ε. και επηρεάστηκε το καταναλωτικό κοινό, το οποίο απέφευγε να προμηθεύεται καύσιμα από τα πρατήριά της, μεταξύ των οποίων και αυτό της ενάγουσας-εναγομένης "Α. και Μ. Κ. Ο.Ε." , το οποίο άρχισε να εμφανίζει σημαντική μείωση των πωλήσεων, σε σχέση με τους προηγούμενους μήνες του 1992. Η μείωση των πωλήσεων οφείλεται, πράγματι, στα παραπάνω γεγονότα που έλαβαν μεγάλη δημοσιότητα... και όχι στην αντισυμβατική και αντιεπαγγελματική συμπεριφορά της πρατηριούχου εταιρίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα ΤΕΞΑΚΟ Α.Ε., αφού η οικογενειακή αυτή εταιρία ("Αθ .Και Μ. Κ. Ο.Ε."), εξακολουθούσε να λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούσε και τα προηγούμενα έτη, έχοντας, μάλιστα βραβευθεί για τον τρόπο λειτουργίας της από την ΤΕΞΑΚΟ Α.Ε, οι δε απασχολούμενοι στο πρατήριο, δεύτερος και τρίτος των εναγομένων και οι σύζυγοί τους, διατηρούσαν τούτο ανοικτό από τις 8 .30 το πρωί μέχρι τις 9.30 το βράδυ, πωλούσαν με τις ίδιες τιμές που πωλούσαν και τα άλλα πρατήρια της ΤΕΞΑΚΟ και εξυπηρετούσαν τους πελάτες τους. Τα παραπάνω αποδεικνύονται. και από τις σαφείς και πειστικές καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας- εναγομένης "Α. και Μ. Κ. Ο.Ε.", Δ. Κ. και Ι. Σ., από τους οποίους ο πρώτος διατηρούσε κατά τα έτη 1989 - 1994 πρατήριο υγρών καυσίμων της ΕΚΟ απέναντι, ακριβώς, από το πρατήριο της ενάγουσας, ο δε δεύτερος ήταν πελάτης της τελευταίας και έχουν προσωπική αντίληψη των όσων κατέθεσαν. Οι ουσιαστικές αυτές παραδοχές δεν αναιρούνται από το μεμονωμένο περιστατικό παραπόνου που εξέφρασε στην ΤΕΞΑΚΟ Α.Ε, σε βάρος της άνω πρατηριούχου, ο πελάτης Π. Μ., ούτε από το γεγονός ότι o νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας ΤΕΞΑΚΟ Α.Ε. Κ. Λ. αθωώθηκε σε δεύτερο βαθμό, για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, με την 19611/1996 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, λόγω αμφιβολιών του Δικαστηρίου ως προς τη συμμετοχή του στην αποδεδειγμένη νόθευση των υγρών καυσίμων της εταιρίας του, ενόψει και του ότι η ποινική αυτή απόφαση δεν αποτελεί δεδικασμένο για την επίδικη αστική διαφορά, ούτε δεσμεύει την κρίση τον παρόντος Δικαστηρίου. Ενισχυτικό της παραπάνω κρίσης είναι και το γεγονός, ότι, κατά την υπογραφή του από 8-2-1995 μεταξύ των διαδίκων ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο λύθηκε η επίδικη σύμβαση εμπορικής συναλλαγής και η παρεπόμενη υπομίσθωση, ενώ η ομόρρυθμη εταιρία "Α. Και Μ. Κ. Ο.Ε." επιφυλάχθηκε για τις ένδικες απαιτήσεις της από τα διαφυγόντα κέρδη, η εταιρία ΤΕΞΑΚΟ Α.Ε., υπέγραψε, ανεπιφύλακτα, το συμφωνητικό και επέστρεψε στην αντισυμβαλλόμενή της την εγγύηση που είχε λάβει για την καλή τήρηση των όρων της συνεργασίας τους (σελίδα 4 του συμφωνητικού), ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαινε, αν η πρατηριούχος εταιρία είχε παραβιάσει τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι εξαιτίας της παραπάνω, υπαίτιας και αντισυμβατικής, συμπεριφοράς των οργάνων της εναγόμενης εταιρίας ΤΕΞΑΚΟ Α.Ε. η οποία εκτέλεσε πλημμελώς την παρεπόμενη από τη σύμβαση και επιβαλλόμενη από την καλή πίστη υποχρέωση της μη δυσφήμησης των προϊόντων που αποτελούσαν το αντικείμενο της παροχής της και μη διάψευσης της εμπιστοσύνης της πρατηριούχου εταιρίας "Α. και Μ. Κ. Ο.Ε.", η τελευταία υπέστη ζημία, από την κατά τα άνω μείωση των πωλήσεων υγρών καυσίμων από το πρατήριό της, ύψους 7.195.630 δραχμών, το οποίο, με βάσιμη πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα κέρδιζε, αν δεν είχε μεσολαβήσει η προαναφερόμενη συμπεριφορά των οργάνων της ΤΕΞΑΚΟ ΑΕ. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε το ίδιο και επιδίκασε στην ενάγουσα εταιρία "Α. και Μ. Κ. Ο.Ε.", για διαφυγόντα κέρδη από τις μειωμένες πωλήσεις υγρών καυσίμων το παραπάνω χρηματικό ποσό, ως προς το ύψος του οποίου δεν πλήττεται η εκκαλούμενη με σχετικό λόγο έφεσης, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα εταιρία "SHELL HELLAS ΑΕ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ" (ήδη "CORAL ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ"), με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα. Σημειώνεται, ότι η εκκαλούμενη απόφαση δεν πλήττεται με την έφεση της εταιρίας "Α. και Μ. Κ. Ο Ε ", ως προς το απορριφθέν κονδύλιο της αγωγής της, που αφορά διαφυγόντα κέρδη της, από μειωμένες πωλήσεις αξεσουάρ αυτοκινήτων, ενώ με την από 23-7-2003 έφεση της εταιρίας "SHELL HELLAS ΑΕ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ" (ήδη "CORAL ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ"), δεν θεωρείται, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, συνεκκληθείσα, με την εκκαλούμενη, η προεκδοθείσα, με αριθμό 8995/1996, εν μέρει οριστική, απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως προς τις οριστικές διατάξεις της, με τις οποίες απορρίφθηκαν τα κονδύλια της από 5-5-1995 αγωγής της εταιρίας "ΤΕΧΑΚΟ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΩΝ", από 692.500 και 10.000.000 δραχμές, για ποινική ρήτρα και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, αντίστοιχα, ως μη νόμιμα, καθόσον η παραπάνω έφεση δεν απευθύνεται ρητά και κατά της απόφασης αυτής. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει οι κρινόμενες εφέσεις να γίνουν δεκτές, ως και ουσιαστικά βάσιμες και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της που αφορά την από 5-5-1995 (αριθμ. κατάθ. 4452/1995) αγωγή της εταιρίας πετρελαιοειδών, με την επωνυμία "ΤΕΧΑΚΟ Ανώνυμος Ελληνική Εταιρεία Πετρελαίων" ως προς το αιτούμενο με αυτή, για διαφυγόντα κέρδη, ποσό των 29.139.500 δραχμών, καθώς και κατά την περί δικαστικών εξόδων διάταξή της, σε σχέση με την εν λόγω αγωγή, ενόψει της αναγκαιότητας ενιαίου καθορισμού της . Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και ερευνηθεί εκ νέου η παραπάνω αγωγή ως προς το αίτημά της για επιδίκαση διαφυγόντων κερδών, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως αόριστη και χωρίς ειδικό λόγο έφεσης, από την πλευρά της εκκαλούσας εταιρίας "SHELL HELLAS Α.E. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ", η οποία παραπονείται για την κατ' ουσία απόρριψη, κατά το μεγαλύτερο μέρος, του παραπάνω κονδυλίου της αγωγής, καθόσον η απόφαση καθίσταται ευνοϊκότερη για την εκκαλούσα και δεν αρκεί η αντικατάσταση της απορριπτικής αιτιολογίας, κατ' άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ.". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο και κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης κατά το μέρος που είχε γίνει δεκτή η από 31-12-1993 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και είχε επιδικασθεί σ' αυτή το ποσό των 7.195.630 δρχ. ή 21.117,04 ευρώ με το νόμιμο τόκο από της επίδοσης της αγωγής ως διαφυγόντα αυτής κέρδη από την ανωτέρω αιτία. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 297,298, 330και 914 Που εφάρμοσε ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε σ' αυτή σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων χωρίς προς τούτο να απαιτούνται και άλλες αιτιολογίες. Ειδικότερα με βάση τα γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά καταφάσκεται η ευθύνη της εναγομένης αναιρεσείουσας από αδικοπραξία προς αποκατάσταση της ανωτέρω ζημίας της ενάγουσας η οποία κατά τη καλή πίστη και τα διδάγματα της κοινής πείρας τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της ενάγουσας. Επομένως οι πρώτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ 1 εδ.β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας ανάγεται στην εξακρίβωση των πραγματικών γεγονότων (της ύπαρξης ή μη ζημίας από τη συμπεριφορά της εναγομένης). Κατά τα λοιπά αμφότεροι οι εξεταζόμενοι λόγοι είναι απαράδεκτοι διότι οι δι' αυτών προβαλλόμενες αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Ο εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρέων λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο παρέλειψε να απορρίψει ως απαράδεκτη την αγωγή, μολονότι αυτή είναι αόριστη, δεν περιέχει δηλαδή τα αναγκαία για τη διαδικαστική της πληρότητα στοιχεία. Προϋπόθεση της παραδεκτής προβολής αυτού του λόγου είναι ο περί αοριστίας ισχυρισμός να έχει προταθεί παραδεκτώς στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο και τούτο, γιατί ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αφορά τη δημόσια τάξη ούτε υπάγεται σε κάποια από τις λοιπές εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ. Εξάλλου, όταν αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, ο σχετικός περί αοριστίας ισχυρισμός πρέπει, με κύρωση το απαράδεκτο του αναιρετικού αυτού λόγου, να έχει προταθεί με το εφετήριο ως λόγος εφέσεως και όχι με τις προτάσεις του. Κατ' ακολουθίαν ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης κατ'εκτίμηση μόνο από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. όχι δε και από τον αριθ. 1 που αναφέρεται στο αναιρετήριο, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν απορρίφθηκε ως αόριστη η αγωγή της αναιρεσίβλητης είναι προεχόντως απαράδεκτος ,διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός περί αοριστίας ισχυρισμός προβλήθηκε στο Εφετείο αλλά ούτε και προκύπτει ότι προβλήθηκε. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων. Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997). Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί (περί του ότι κατά το κρίσιμο χρόνο ούτε η ΤΕΧΑCO ούτε κάποιο άλλο πρατήριό της είχαν μείωση των κερδών τους) δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως αλλά αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς οι οποίοι και αποκρούσθηκαν εκ του πράγματος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Δικαστήριο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και τα έγγραφα που αυτοί προσκόμισαν και επικαλέστηκαν. Επομένως ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο χωρίς αποδείξεις κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12 Απριλίου 2011 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "CORAL ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" για αναίρεση της υπ.αριθ.289/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Απριλίου 2013 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ