Αριθμός 404/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. X1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπότση και 2. X2, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπήλιο Πουλακίδα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 493-494/2005 και 10/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παρέστη. Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Σεπτεμβρίου 2006 δυο χωριστές αιτήσεις αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1520/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Η κρινόμενη 39/ 14-9-2006 έκθεση αναιρέσεως και η από 14/9/2006 δήλωση αναιρέσεως (αρ. πρωτ. 8375/18-9-06 ) των X1 και του X2, αντιστοίχως, κατοίκων ... στρεφόμενες κατά της 493-494/2005 και 10/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκαν οι εφέσεις αυτών κατά της 37-38/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 117 παρ.1 Π.Κ., όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για ένα από τους συμμετόχους της. Από τις διατάξεις δε του άρθρου 2 παρ.6 του ΝΔ 2555/1955, με το οποίο επανήλθαν σε ισχύ οι διατάξεις του Ν. 4332/29, προκύπτει ότι, για το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 και 6 του Ν. 4332/29 αδίκημα, απαιτείται έγκληση της παθούσας Αγροτικής Τράπεζας. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ.1 και 2, 22 παρ.1 και 3 του Ν. 2190/1920 " περί ανωνύμων εταιρειών, όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το ΒΔ 174/1963 και η παρ.3 του άρθρου 22 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ.4 του Ν. 2339/95,οι οποίες είναι αντίστοιχες των άρθρων 65,67, και 68 του ΑΚ και ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση τω νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας , προκύπτει ότι το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας είναι το αρμόδιο όργανο αυτής να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρείας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι η υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου είναι νόμιμη μόνο εφόσον διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές. Ειδικότερα το άρθρο 18 παρ.2 επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρείας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν δικαστικώς ή εξωδίκως την εταιρεία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Το άρθρο 22 παρ.3 προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασιστεί από το διοικητικό συμβούλιο μεταβίβαση της εξουσίας του, η οποία μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο και όχι μόνο προς μέλη του διοικητικού συμβουλίου, ή διευθυντές της εταιρείας, με την προϋπόθεση ότι υπάρχει σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας. Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των πιο πάνω άρθρων 18 παρ.2 ή 22 παρ.3, το τρίτο πρόσωπο στο οποίο ανατέθηκε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, ενεργεί στα πλαίσια της από το άρθρο 211 και 713 ΑΚ προβλεπόμενης, αντίστοιχα, πληρεξουσιότητας ή εντολής, έχει ανάγκη, ενόψει του ότι ο τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της εταιρείας, ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνησίου της υπογραφής του παρέχοντος αυτή οργάνου της ανώνυμης εταιρείας που έχει κατά το καταστατικό αυτής δικαίωμα εκπροσωπήσεως, όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται να υποβάλει μήνυση ή έγκληση, ή δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής κατά του δράστη αξιόποινης πράξης που τελέστηκε σε βάρος της εταιρείας, η οποία (πληρεξουσιότητα ή εξουσιοδότηση) προσαρτάται στη εγχειριζόμενη έγκληση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 42 παρ.2 εδ. γ και 46 του ΚΠΔ (Ολ ΑΠ 6/2006). Εξάλλου, η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ , όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, η αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι είχαν ζητήσει, τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου την αποβολή της πολιτικώς ενάγουσας Τράπεζας, ισχυριζόμενοι, ο μεν X1 ότι η έγκληση για την πράξη που καταδικάστηκε ασκήθηκε εκπροθέσμως, ο δε X2 ότι η έγκληση ασκήθηκε από τον Διευθυντή του υποκαταστήματος ...., Z1, ο οποίος δεν εκπροσωπούσε νομίμως την εν λόγω Τράπεζα, καθόσον το προς έγκληση δικαίωμα μπορούσε να ασκήσει μόνο το διοικητικό συμβούλιο αυτής, ενώ δεν αναφερόταν στην μήνυση - έγκληση που υποβλήθηκε, ότι ο Z1 ενεργούσε ως πληρεξούσιος και εντολοδόχος προσώπων που είχαν δικαίωμα εκπροσωπήσεως, ούτε προσαρτήθηκε στην έκθεση κατάθεσης μήνυσης το έγγραφο πληρεξουσιότητας και ότι το Δικαστήριο της ουσίας, τον μεν ισχυρισμό του αναιρεσείοντα X1 τον απέρριψε χωρίς ειδική αιτιολογία, ενώ δεν απάντησε στους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος X2. Οι αιτιάσεις αυτές των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες . Ειδικότερα το Πενταμελές Εφετείο, στην περί ενοχής αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, διαλαμβάνει και τα εξής "Έλαβε δε γνώση η εγκαλούσα των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων ήτοι των δυο διαδοχικών εκποιήσεων και της επελθούσης εξ αυτών ζημίας της τον μήνα Νοέμβριο 1999, όταν λόγω μεγάλης καθυστερήσεως των ληξιπροθέσμων απαιτήσεων εκ των ανωτέρω δανείων, τα αρμόδια αυτής όργανα στα πλαίσια γενομένης (έρευνας) στα περιουσιακά στοιχεία του άνω δανειολήπτου προς ικανοποίηση της ανωτέρω απαιτήσεως της διαπίστωσαν την έλλειψη οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου στο πρόσωπο του άνω οφειλέτη της (δανειολήπτου) λόγω των γενομένων πιο πάνω εκποιήσεων. Η δε έγκληση υποβλήθηκε την 19-1-2000, ήτοι εντός του τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από τότε που η παθούσα τράπεζα έλαβε γνώση των άνω αξιοποίνων πράξεων και των προσώπων που την τέλεσαν." Περαιτέρω το ίδιο Δικαστήριο, απορρίπτοντας τις ενστάσεις των κατηγορουμένων αναιρεσιβλήτων για τη αποβολή της πολιτικώς ενάγουσας Τράπεζας και κρίνοντας το νομότυπο της εγκλήσεως, διέλαβε την εξής αιτιολογία. "Όπως προκύπτει από τα με ημερομηνία 16-12-1999 και 14-5-2003 ειδικά πληρεξούσια του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εγκαλούσης τραπέζης .... , με βεβαιωμένη την γνησιότητα της υπογραφής του σ' αυτά από τον δικηγόρο Αθηνών Ηλία Μπέτση, ο ανωτέρω εντολέας, ενεργών ως καταστατικό όργανο της εγκαλούσης και εντός των ορίων της αντιπροσωπευτικής του εξουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 24 του ισχύοντος καταστατικού της, παρέσχε (την εξουσιοδότηση) α) στον Διευθυντή του Υποκαταστήματός της στο .... Z1, β) στον υποδιευθυντή του ίδιου Υποκαταστήματος Z2, να υποβάλουν έγκληση κατά των κατηγορουμένων επ' ονόματι και για λογαριασμό της για το αδίκημα το προβλεπόμενο από το άρθρο 8 παρ. 1 και 6 του Ν. 4332/1929, ο δε δεύτερος επιπροσθέτως να δηλώσει επ' ονόματι και για λογαριασμό της παράσταση πολιτικής αγωγής, με αίτημα την επιδίκαση σ' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της τελέσεως εις βάρος της από τους κατηγορούμενους του αμέσως ανωτέρω εγκλήματος. Στην κρινόμενη υπόθεση η υποβολή της εγκλήσεως έγινε από τον διευθυντή του άνω Υποκαταστήματος Z1, επ' ονόματι και για λογαριασμό της άνω τραπέζης, η δε δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής επ' ονόματι και για λογαριασμό της τόσο στον πρώτο όσο και στον δεύτερο βαθμό από τον Υποδιευθυντή του ίδίου Υποκαταστήματος Z2. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την σχετική πράξη καταθέσεως της εγκλήσεως, την οποία (πράξη) συνέταξε ο Γραμματέας της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Αιγίου, σε συνδυασμό προς το περιεχόμενο της εγκλήσεως, στην οποία γίνεται σαφής και ειδική μνεία αμφοτέρων των ανωτέρω πληρεξουσίων και επίκληση της προσαγωγής των, μαζί με την έγκληση κατατέθηκαν και τα δυο αυτά πληρεξούσια έγγραφα στον Γραμματέα της Εισαγγελίας και επομένως ετηρήθη ο υπό του νόμου προβλεπόμενος τύπος της "προσαρτήσεως". Συναφώς προς τα ανωτέρω τόσο η υποβολή της εγκλήσεως, όσο και η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής, ως διαδικαστικές πράξεις, ήταν παραδεκτές σύμφωνα με τα άρθρα 42 παρ. 2, 68 παρ. 2, και 83 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. (πρβλ. Και Α.Π. 527/1967 ποιν. Χρ. ΙΗ 87) και ο περί απαραδέκτου αυτών ισχυρισμός των κατηγορουμένων είναι αβάσιμος και απορριπτέος". Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τα μνημονευθέντα σε αυτή αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκε ότι η εγκαλούσα Τράπεζα έλαβε γνώση των αξιοποίνων πράξεων τον Νοέμβριο του 1999, και εντός της προθεσμίας των τριών μηνών και συγκεκριμένα στις 19/1/2000 υπέβαλε εμπροθέσμως την έγκληση κατά των αναιρεσειόντων. Επίσης το ίδιο Δικαστήριο με την προαναφερόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δέχθηκε ότι η κατά των κατηγορουμένων έγκληση υποβλήθηκε νομίμως, κατόπιν των από 16/12/1999 και 14/5/2003 ειδικών πληρεξουσίων του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου στα πλαίσια της αντιπροσωπευτικής του εξουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 24 του ισχύοντος καταστατικού αυτής, βεβαιουμένου νομίμως του γνησίου της υπογραφής του, ενώ έγινε ειδική μνεία στην πράξη καταθέσεως της εγκλήσεως των εν λόγω πληρεξουσίων καθώς και επίκληση προσκομίσεώς τους μαζί με την έγκληση. Συνεπώς το Δικαστήριο της ουσίας, εφόσον είχε κρίνει ήδη ότι η έγκληση της εγκαλούσας Τράπεζας είχε ασκηθεί νομοτύπως , δεν είχε υποχρέωση να επαναλάβει εκ νέου την πιο πάνω αιτιολογία όταν ο αναιρεσείων κατηγορούμενος X2 διατύπωσε στη συνέχεια τους περί απαραδέκτου αυτής ισχυρισμούς του. Κατ' ακολουθίαν οι από τα άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ και από τη αυτή διάταξη στοιχ. Α, Β και Η λόγοι αναιρέσεως που προβάλουν, αντίστοιχα, οι αναιρεσείοντες X1 και X2, με βάση τις πιο πάνω αιτιάσεις για έλλειψη αιτιολογίας, για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στη διαδικασία ( 171 αρ.1 ΚΠΔ) για έλλειψη ακροάσεως ( 170 παρ.2 ΚΠΔ) και υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν Κατά τα λοιπά οι περαιτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, σε σχέση με το εμπρόθεσμο και το νομότυπο της πιο πάνω εγκλήσεως, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται απαραδέκτως η περί των πραγμάτων εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. IIΙ. Κατά το άρθρο 8 παρ.1 και 6 του ιδρυτικού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος Ν. 4332/1929 ,η Αγροτική Τράπεζα για όλες τις από οποιαδήποτε αιτία και από οποιοδήποτε τίτλο γενικά απαιτήσεις της κέκτηται αυτοδικαίως και χωρίς συστατικό έγγραφο προνόμιο πρωτοπραξίας και δικαίωμα γεωργικού ενεχύρου μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης επί των μνημονευομένων αντικειμένων στην παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου, τα οποία λογίζονται αυτοδικαίως υπέγγυα σ' αυτήν , που ανήκουν στους οφειλέτες και συνυποχρέους. Οι οφειλέτες και οι συνυπόχρεοι, οι οποίοι βλάπτουν, καταστρέφουν, αναλίσκουν ή καθιστούν χωρίς αξία ή αποκρύπτουν ή απαλλοτριώνουν τα πράγματά τους που τελούν υπό το ως άνω προνόμιο πρωτοπραξίας και δικαίωμα γεωργικού ενεχύρου ,χωρίς προηγουμένως να έχουν εξοφλήσει τα χρέη τους προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Με την ίδια δε ποινή τιμωρούνται, σύμφωνα με τη διάταξη που προστέθηκε στην παράγραφο 6 του πιο πάνω άρθρου 8 του ν. 4332/1929 με την παράγραφο 2 του άρθρου 18 του ΝΔ 4087/1960 και οι αγοραστές των προαναφερομένων υπεγγύων στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος αντικειμένων και ειδών. Οι διατάξεις δε αυτές διατηρήθηκαν σε ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ.4 του Ν. 1914/1990 και μετά την μετατροπή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος σε ανώνυμη εταιρεία. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ.4 του Ν. 1914/1990, η Αγροτική Τράπεζα από αυτόνομος οργανισμός κοινωφελούς χαρακτήρα μετατράπηκε σε ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, λειτουργούσα κατά τους κανόνες ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών, ενώ διατηρήθηκαν σε ισχύ τα δικονομικά και ουσιαστικά αυτής προνόμια, επομένως και το πιο πάνω γεωργικό ενέχυρο. Οι διατάξεις αυτές δεν θίγηκαν από τις διατάξεις του Ν. 2076/1992 " Ανάληψη και άσκηση δραστηριότητος πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες συναφείς διατάξεις", που είχε σκοπό, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτού, την ενσωμάτωση της Ελληνικής τραπεζικής νομοθεσίας στις διατάξεις της οδηγίας 89/6446/ΕΠΚ του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , η οποία αφορούσε κυρίως τη ρύθμιση των προϋποθέσεων πρόσβασης στη τραπεζική αγορά και όχι τη ρύθμιση ουσιαστικών και δικονομικών δικαιωμάτων των οφειλετών τραπεζών. Σημειώνεται ότι ούτε από τη διάταξη της παραγράφου 8 του άρθρου 26 του Ν. 2076/1992, με την οποία ορίστηκε ότι διατάξεις νόμων που ρυθμίζουν θέματα καταστατικού των τραπεζών που έχουν έδρα την Ελλάδα καταργούνται, θίγηκαν οι ειδικές αυτές ρυθμίσεις που αναφέρονται στα πιο πάνω προνόμια της ΑΤΕ ΑΕ, ενόψει του ότι οι ρυθμίσεις αυτές έπαυσαν να αποτελούν περιεχόμενο αποκλειστικά του καταστατικού νόμου 4332/1929 και διατηρήθηκαν σε ισχύ δυνάμει του άρθρου 26 παρ.4 του Ν. 1914/1990. ( Ολ ΑΠ 24 και 25/2006), ενώ με τη διάταξη του άρθρο 20 παρ.2 του Ν.2844/2000 καταργήθηκε το πιο πάνω άρθρο 8 του Ν. 4332/1929 μόνο κατά το μέρος που προέβλεπε ενέχυρο σε αλιευτικά και σπογγαλιευτικά πλοιάρια. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 του Ν. 4332/1929 δεν είναι κανονιστικού περιεχομένου, αφού δεν αφορά την οργάνωση και τη λειτουργία της ΑΤΕ, αλλά εμπεριέχει καθαρώς ουσιαστική ρύθμιση, η οποία προβλέπει σύσταση ενεχύρου εκ του νόμου, η δε παράγραφος 6 του άρθρου 8 του ίδιου νόμου θεσπίζει ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ύπαρξη δε του ενεχύρου αυτού δεν αντίκειται ούτε στη αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού, ούτε στα άρθρα 4, και 25 παρ.1 του Συντάγματος ούτε στην πιο πάνω οδηγία 89/6446/Ε0Κ του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αφού η εν λόγω μεν Οδηγία, όπως προαναφέρθηκε, αφορούσε κυρίως τη ρύθμιση των προϋποθέσεων πρόσβασης στη τραπεζική αγορά και όχι τη ρύθμιση ουσιαστικών και δικονομικών δικαιωμάτων των οφειλετών τραπεζών, η δε σύσταση ενεχύρου εκ του νόμου υπέρ ορισμένων κατηγοριών πιστωτών δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας ή της αναλογικότητας. Εξάλλου, το ανίσχυρο των ρυθμίσεων των άρθρων 11 παρ. 4, 13και 14 παρ.1 του Ν. 4332/1929 ( περιορισμός ενδίκων μέσων πλην ανακοπής η οποία ασκείται ενώπιον του αρμόδιου ειρηνοδικείου κλπ) για τις οποίες έχει γίνει δεκτό (Ολ ΑΠ 25/2006) ότι παραβιάζουν την συνταγματική αρχή της ισότητας, διότι θέτουν τους οφειλέτες της ΑΤΕ ΑΕ σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τους οφειλέτες άλλων τραπεζών, χωρίς να επιβάλλεται η ρύθμιση αυτή από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, και επιπλέον οι ρυθμίσεις του άρθρου 11 παρ.4 του Ν. 4332/1929 (περιορισμός των λόγων ανακοπής μόνο σε εκείνους που αφορούν την απόσβεση απαιτήσεως) αντιβαίνουν στο δικαίωμα της πλήρους και αποτελεσματικής προστασίας που παρέχουν οι διατάξεις του άρθρου 20 Συντάγματος και το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ , δεν αφορά το παρεχόμενο με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 4332/1929 στην ΑΤΕ δικαίωμα ενεχύρου, όπως δεν αφορά και τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 4332/1929 για το δικαίωμα της ΑΤΕ να προβαίνει μονομερώς σε εγγραφή υποθήκης και προσημειώσεως (Ολ ΑΠ 25/2006). Επομένως οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που υποστηρίζουν τα αντίθετα και ειδικότερα ότι οι διατάξεις, για την παραβίαση των οποίων αυτοί καταδικάστηκαν, έχουν καταργηθεί με τη διάταξη του άρθρου 20 του Ν. 2844/2000, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων X1 και ότι οι διατάξεις αυτές είναι ανίσχυρες μετά την μετατροπή της Αγροτικής Τράπεζας σε ανώνυμη εταιρεία, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων X2, είναι αβάσιμες, και συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. IV. H καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Εφόσον δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Ισχυρισμός όμως ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη 493-495//2006 απόφασή του, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Ο αποβιώσας X1, το έτος 1998 ασκούσε στο .... ατομική επιχείρηση επεξεργασίας και εξαγωγής βρωσίμων ελαιών, διατηρών για το σκοπό αυτό στην ίδια πόλη μηχανολογικές εγκαταστάσεις σε μισθωμένο ακίνητο, ιδιοκτησίας... και .... . Για την αντιμετώπιση των αναγκών της εν λόγω επιχειρηματικής του δραστηριότητος εζήτησε και έλαβε δάνειο από την Αγροτική Τράπεζα συνολικού ποσού 80.000.000 δραχμών με τις υπ' αριθ. ... και ... πιστωτικές συμβάσεις και το ποσό των 10.000.000 δραχμών με την υπ' αριθ. .... σύμβαση. Προς εξασφάλιση της απαιτήσεως της εγκαλούσης Τραπέζης από την χορήγηση του δανείου αυτού συστήθηκε νόμιμο ενέχυρο κατά την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 4332/1929 στα γεωργικά προϊόντα που αποτελούσαν το αντικείμενο της ασκουμένης πιο πάνω επιχειρήσεως (βρώσιμες ελιές), καθώς και στα διάφορα μηχανήματα που η ανωτέρω δανειολήπτης χρησιμοποιούσε για την επεξεργασία των ελιών και την εξαγωγή τους. Η σύσταση του ενεχύρου αυτού αναφερόταν και στις δύο πιο πάνω πιστωτικές συμβάσεις. Στις 3-3-1999 ο πιο πάνω δανειολήπτης, προς τον σκοπό της ματαιώσεως της ανωτέρω χρηματικής απαιτήσεως της εγκαλούσας και ενώ μέχρι τότε ώφειλε σ' αυτή τουλάχιστον το ποσό των 70.000.000 δραχμών έναντι συνολικής οφειλής εξ 80.000.000 δραχμών πλέον τόκων, μεταβίβασε την ανωτέρω επιχείρηση ως σύνολο στον κατηγορούμενο X2, δηλαδή όλα τα κινητά πράγματα που αποτελούσαν τον μηχανολογικό εξοπλισμό της επιχειρήσεως καθώς και τις ποσότητες ελιών που αναλυτικώς μνημονεύονται (μηχανήματα και ελιές) στο διατακτικό. Η πώληση αυτή έγινε με ένα ιδιωτικό έγγραφο και ως συνολικό τίμημα ορίστηκε το ποσό των 23.500.000 δραχμών, ενώ η πραγματική αξία της όλης επιχειρήσεως (εμπόρευμα-εξοπλισμός) υπερέβαινε το ποσό των 35.000.000 δραχμών. Μετά ένα μήνα, ήτοι τον Απρίλιο 1999, ο πιο πάνω κατηγορούμενος επώλησε και παρέδωσε την ίδια επιχείρηση με τα ίδια ακριβώς κινητά πράγματα (ελιές - εξοπλισμό) προς την τότε συσταθείσα ΕΠΕ από τον υιό και την θυγατέρα του άνω δανειολήπτου X1 και.... , με αντικείμενο την άσκηση εμπορίας ελιών και την επωνυμία "ΟΛΙΒΙΝΑ ΕΠΕ" της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος X1. Η δεύτερη αυτή πώληση και σε διάστημα μικρού χρονικού διαστήματος από την πρώτη, ήταν άτυπη το δε τίμημα και των δυο άνω διαδοχικών πωλήσεων ήταν ακριβώς το ίδιο χωρίς να αποδειχθεί ότι και στις δύο περιπτώσεις πωλήσεως έγινε και πραγματική καταβολή του. Ο πρώτος κατηγορούμενος X1 έλαβε υπό την νομή, κατοχή και κυριότητα όλα, χωρίς εξαίρεση, τα κινητά πράγματα της άνω επιχειρήσεως που προηγουμένως είχαν πωληθεί και παραδοθεί από τον δανειολήπτη στον δεύτερο κατηγορούμενο X2. Τόσο ο δεύτερος κατηγορούμενος όσο και ο πρώτος, κατά τον χρόνο της προαναφερόμενης εκποιήσεως, εγνώριζαν την ύπαρξη του χρέους, καθώς και την σύσταση του νομίμου ενεχύρου προς εξασφάλιση του ληφθέντος δανείου, εφ' όλων των ανωτέρω πραγμάτων. Ειδικότερα ο δεύτερος διατηρούσε στενές προσωπικές σχέσεις με τον δανειολήπτη επιχειρηματία, ήδη από την σύναψη του δανείου. Ήταν γνώστης όχι μόνο του περιεχομένου των δυο άνω πιστωτικών συμβάσεων, στις οποίες γινόταν ρητή αναφορά στη σύσταση του ενεχύρου, αλλά και της γενικότερης οικονομικής λειτουργίας της ανωτέρω επιχειρήσεως, έχοντας ενεργό ανάμειξη σ' αυτή στις λογιστικές εργασίες, συνεπικουρών τον δανειολήπτη στην διεκπεραίωση υποθέσεών του, συναρτωμένων με την επιχειρηματική του δραστηριότητα. Πρέπει δε να τονισθεί ότι ο ίδιος κατηγορούμενος δεν είχε στο παρελθόν οποιαδήποτε ανάμιξη με εμπορικές δραστηριότητες του ανωτέρω είδους, η δε αγορά μιας επιχειρηματικής μονάδος έναντι μικρού τιμήματος σχετικά με την πραγματική αξία της και η σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα μεταπώλησή της στην πιο πάνω εταιρεία συμφερόντων του υιού και της θυγατέρας του δανειολήπτη, καθιστά κατάδηλο τον δόλο του εν λόγω κατηγορουμένου, συνιστάμενο στη γνώση και την θέληση να αγοράσει και να λάβει υπό την νομή και κατοχή του γεωργικά πράγματα βαρυνόμενα με γεωργικό ενέχυρο υπέρ της Α.Τ.Ε. Επίσης και ο πρώτος κατηγορούμενος, όταν αγόρασε την άνω επιχείρηση, λόγω της στενής εξ αίματος συγγένειας με τον δανειολήπτη, εγνώριζε την ύπαρξη της οφειλής και το ενέχυρο. Όλα δε τα υπέγγυα κινητά πράγματα, όπως αναφέρονται στο διατακτικό, μετά και την τελευταία μεταβίβαση δεν ανευρέθησαν. Αυτά εκποιήθηκαν από τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος εισέπραξε και το αντίστοιχο τίμημα, χωρίς να αποδώσει στην εγκαλούσα οποιοδήποτε ποσό έστω και προς μερική εξόφληση της οφειλής. Εκ των ανωτέρω ποινικώς κολασίμων πράξεων των κατηγορουμένων X1 και X2 η εγκαλούσα Τράπεζα υπέστη ζημία υπερβαίνουσα το ποσό των 70.000.000 δραχμών ή των 205.429,20 ευρώ. Κατ' ακολουθίαν του αιτιολογικού αυτού το Πενταμελές Εφετείο Πατρών κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους-αναιρεσείοντες με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ, για παραβίαση γεωργικού ενεχύρου (άρθρα 8 παρ.1,6 Ν. 4332/29, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 18 του ΝΔ. 4087/1960). Για τις πράξεις δε αυτές το πιο πάνω Δικαστήριο επέβαλε στον ήδη αναιρεσείοντα ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ, ημερησίως. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω αδικήματος για το οποίο καταδικάστηκαν τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση εμπεριέχονται πλήρεις και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη της γνώσεως και των δύο αναιρεσειόντων, κατά τον κρίσιμο χρόνο της πιο πάνω εκποιήσεως, του χρέους καθώς και της σύστασης του νομίμου ενεχύρου προς εξασφάλιση του ληφθέντος δανείου, ενώ, με την εκτενή αναφορά στον δόλο του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος X2, συνιστάμενο, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στη γνώση και τη θέληση αυτού να αγοράσει και να λάβει στη νομή και κατοχή του τα πιο πάνω είδη, απέρριψε τον περί τον πραγματικής πλάνης ισχυρισμό του. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β και Δ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως και για έλλειψη αιτιολογίας, που προβάλλει ο αναιρεσείων X2 και οι από το αυτό άρθρο στοιχ. Δ και Ε λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, που προβάλλει ο αναιρεσείωνX1, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της ,ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 39/14-9-2006 έκθεση αναιρέσεως και την από 14/9/2006 δήλωση αναιρέσεως ( αρ. πρωτ. 8375/18-9-06 ) των: 1) X1 και 2)X2, αντιστοίχως, κατοίκων ... , στρεφόμενες κατά της 493-494/2005 και 10/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ