Αριθμός 1635/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Γ. του Κ. και 2) Ε. Τ. του Α., κατοίκων Α..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ελευθέριου Βερβερίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Ι. Γ. του Β., κατοίκου Α..., που δεν παραστάθηκε. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-8-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 751/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3669/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-6-2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπόμενου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 2/2022, 1211/2021, 164/2021, 1130/2020). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1389/2019, 119/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. β` και γ` ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδ. β` ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος, κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο, διάδικος, είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο. Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος, κατά τη μετ` αναβολή συζήτηση, διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, για να παραστεί σ` αυτήν, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και, επομένως, δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ` αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 184/2020, 1601/2017). Σε περίπτωση δε που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση), με την πράξη ορισμού δικασίμου και την πρόσκληση παράστασης κατ` αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του. Το αντίγραφο αυτό, με την επ` αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντιθέτως, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης κλπ προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 1130/2020, 24/2016, 1695/2011). Περαιτέρω, με το άρθρο 83 παρ. 2 ν. 4790/2021 (ΦΕΚ Α`48) ορίστηκαν τα εξής: "2. Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, δηλαδή μέχρι και τις 5-4-2021, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου. Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα". Με την προαναφερόμενη διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων, που ματαιώθηκαν, κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην, όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας, κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο, κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ` αυτή του απολειπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, λόγω της αναστολής. Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ` αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 22/2023,1130/2020, 184/2020, 1601/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου η κρινόμενη από 15.6.2020 αίτηση, με την οποία ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθ. 3669/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, της οποίας η συζήτηση, κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο στις 16.3.2021, ματαιώθηκε, λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, με βάση την Δ1α/Γ.Π.οικ. 16320 ΚΥΑ Υπουργών EΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ - ΥΓΕΙΑΣ - ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΦΕΚ 996Β`/13.3.2021), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση των άρθρων 5 και 11 της από 11-3-2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου "Κατεπείγοντα μέτρα αντιμετώπισης των αρνητικών συνεπειών της εμφάνισης του κορωνοϊού COVID-19 και της ανάγκης περιορισμού της μετάδοσής του" (ΦΕΚ Α` 55), επαναπροσδιορίστηκε δε, αυτεπαγγέλτως, για τη δικάσιμο της 2.11.2021, με πράξη του προέδρου του Β1πολιτικού τμήματος και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, με αριθμό 19, σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021, ενώ προς ενημέρωση των διαδίκων η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr, στο site του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr, στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Κατά την ως άνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση (8.10.2022), κατά την οποίαν ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ δεν υποβλήθηκε η από το άρθρο 242 ΚΠολΔ σχετική δήλωση. Από την προσκομιζόμενη μετ` επικλήσεως από τους αναιρεσείοντες υπ` αριθ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ι. Π., με τη συνημμένη σ' αυτή από 23.12.2020 απόδειξη εγχείρησης του θυροκολληθέντος εγγράφου στο A.T. Κ... Αττικής και από 24.12.2020 βεβαίωση παραλαβής του ταχυδρομικού υπαλλήλου του Πρακτορείου των ΕΛ.ΤΑ Ο... Κ. Φ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 16.3.2021, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση της υπόθεσης και επαναπροσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 2.11.2021, οπότε και αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (18.10.2022) επιδόθηκε, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, που επισπεύδουν τη συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως, στον αναιρεσίβλητο με θυροκόλληση (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ σε συνδ. με αρ.128 παρ.4 ΚΠολΔ). Επομένως, αφού αυτός δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την παραπάνω δικάσιμο (18.10.2022), πρέπει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την κρινόμενη από 15.6.2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, εκδοθείσα, υπ` αριθ. 3669/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β`, 556§1, 558 εδάφ. α`, 564§3, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, εφόσον είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 223 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής και ότι ο περιορισμός αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά το αίτημα που περιορίστηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε. Με την παραίτηση όμως δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, που να εμποδίζει τη συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση. Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτά μόνον εφόσον διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά ή όταν περιορίζεται αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων. Τούτο δε διότι, αν δεν διευκρινίζεται ποιων αξιώσεων ζητείται η αναγνώριση και ποιων η καταψήφιση, δεν θα είναι δυνατόν να διαγνωστεί, σε περίπτωση που θα κριθούν νόμω ή ουσία αβάσιμες κάποιες από τις αξιώσεις αυτές, αν πρόκειται για αξιώσεις των οποίων ζητήθηκε η αναγνώριση ή καταψήφιση και ιδίως να αποφασιστεί ποιες από τις γενόμενες δεκτές υπόλοιπες αξιώσεις πρέπει να αναγνωριστούν και ποιες να επιδικαστούν στον ενάγοντα (ΟλΑΠ 30/2007, ΑΠ 392/2021, 32/2013). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση, επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτα. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 1290/2020, 447/2019). Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 14.8.2015 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 83575/2813/11.9.2015) αγωγή κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου με την οποίαν, επικαλούμενοι συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει των οποίων από 16.5.2013 απασχολήθηκαν ο πρώτος ως σερβιτόρος και η δεύτερη ως βοηθός μάγειρα, ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι απασχολήθηκαν στην επιχείρηση του εναγόμενου με καθεστώς πλήρους απασχόλησης μέχρι την 13.4.2015, οπότε και απολύθηκαν με άτακτη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον πρώτο εξ αυτών το συνολικό ποσό των 50.993,46 ευρώ και στη δεύτερη εξ αυτών το συνολικό ποσό των 50.272,9 ευρώ, κατά τους ειδικότερους αναφερόμενους σ' αυτή (αγωγή) υπολογισμούς: Α) για υπερεργασία και παράνομη υπερωριακή απασχόλησή τους για τα έτη 2013, 2014 και 2015, Β) για την εργασία τους κατά τη νύκτα, Κυριακές και αργίες, και τα Σάββατα για τα έτη 2013, 2014 και 2015, Γ) για αποζημίωση και επίδομα άδειας, δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα για τα έτη 2014 και 2015 και Δ) για υπόλοιπο της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσής τους, καθώς επίσης και το ποσό των 5.000 ευρώ σε καθένα απ' αυτούς ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξ αιτίας παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς του εναγόμενου να προβεί, κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματός του σε άτακτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας τους. Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, κατά τη συζήτηση της ως άνω αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, όπως καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά, δήλωσαν ότι περιορίζουν το καταψηφιστικό αίτημα στο ποσό των 20.000 ευρώ, προβαίνοντας στη συνέχεια για τα επίδικα έτη 2013, 2014 και 2015 σε ειδικότερο προσδιορισμό των καταψηφιστικών και αναγνωριστικών κονδυλίων, ακολούθως δε, κατέθεσαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής τους στις 30.3.2017, τις με ίδια ημερομηνία προτάσεις τους (βλ. σχετική βεβαίωση της γραμματέως της έδρας επί του δικογράφου των προτάσεων), με τις οποίες αναλύουν περαιτέρω την ως άνω μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε εν μέρει αναγνωριστικό, αναφέροντας: α) όσον αφορά τον πρώτο ενάγοντα επί λέξει τα εξής : ".....Από το υπό στοιχεία Α κονδύλιο της αγωγής μου..... εκ του συνολικού αιτηθέντος ποσού των 7.574,7 ευρώ για τα έτη 2013, 2014 και 2015 αφήνω καταψηφιστικό ολόκληρο το αιτηθέν ποσό των 262,8 ευρώ για το έτος 2015 και το ποσό των 2.000 ευρώ δι' έκαστο των ετών 2013, 2014 ήτοι το ποσό των 4.000 ευρώ (ήτοι 2.000 ευρώ Χ 2 έτη), ενώ τρέπω σε έντοκο αναγνωριστικό το υπόλοιπο των αιτηθέντων δι' έκαστο των ετών 2013, 2014 και συγκεκριμένα δια το έτος 2013 να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος μου οφείλει το ποσό των 2.678,3 ευρώ και, δια το έτος 2014 να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος μου οφείλει το ποσό των 633,6 ευρώ και εν συνόλω δέον όπως αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου ότι μου οφείλει για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 3.312 ευρώ. Από το υπό στοιχεία Β κονδύλιο της αγωγής μου..... εκ του συνολικού αιτηθέντος ποσού των 24.620,3 ευρώ για τα έτη 2013, 2014 και 2015 αφήνω καταψηφιστικό το ποσό των 2.000 ευρώ δι' έκαστο των τριών ετών 2013, 2014 και 2015 και εν συνόλω αφήνω καταψηφιστικό το ποσό των 6.000 ευρώ (ήτοι 2.000 ευρώ Χ 3 έτη) ενώ τρέπω σε έντοκο αναγνωριστικό το υπόλοιπο των αιτηθέντων δι' έκαστο των ετών 2013, 2014 και 2015 και συγκεκριμένα δια το έτος 2013 να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος μου οφείλει το ποσό των 6.729,7 ευρώ, δια το έτος 2014 να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος μου οφείλει το ποσό των 11.661,6 ευρώ και δια το έτος 2015 να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος μου οφείλει το ποσό των 229 ευρώ και εν συνόλω δέον όπως αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου ότι μου οφείλει για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 18.620,3 ευρώ. Από το υπό στοιχεία Γ κονδύλιο της αγωγής μου.... εκ του συνολικού αιτηθέντος ποσού των 7.355,4 ευρώ για τα έτη 2013, 2014 και 2015 αφήνω καταψηφιστικό ολόκληρο το αιτηθέν ποσό των 842,4 ευρώ και εκ των ετών 2013, 2014, το ποσό των 1.000 ευρώ, ήτοι το ποσό των 2.000 ευρώ (ήτοι 1.000 Χ 2 έτη), ενώ τρέπω σε έντοκο αναγνωριστικό το υπόλοιπο των αιτηθέντων για τα έτη 2013, 2014 και συγκεκριμένα να αναγνωριστεί ότι δια το έτος 2013 ο εναγόμενος μου οφείλει το ποσό των 1.231,4 ευρώ και, δια το έτος 2014 να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος μου οφείλει το ποσό των 3.281,6 ευρώ και εν συνόλω δέον όπως αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου ότι μου οφείλει για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 4.513 ευρώ. Από το υπό στοιχείο Δ κονδύλιο της αγωγής μου.....εκ του συνολικού αιτηθέντος ποσού των 10.743 ευρώ δια τα έτη 2013, 2014 και 2015 αφήνω καταψηφιστικό δια έκαστο των τριών ετών 2013, 2014 και 2015 το ποσό των 2.000 ευρώ, ήτοι το ποσό των 6.000 ευρώ (ήτοι 2.000 Χ 3 έτη), ενώ τρέπω σε έντοκο αναγνωριστικό το υπόλοιπο των αιτηθέντων δια τα έτη 2013, 2014 και 2015 και συγκεκριμένα να αναγνωριστεί ότι δια το έτος 2013 ο εναγόμενος μου οφείλει το ποσό των 1.383 ευρώ, δια το έτος 2014 να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος μου οφείλει το ποσό των 2.640 ευρώ και δια το έτος 2015 να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος μου οφείλει το ποσό των 720 ευρώ και εν συνόλω δέον όπως αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου ότι μου οφείλει για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 4.743 ευρώ. Από το υπό στοιχεία Ε κονδύλιο της αγωγής μου δέον όπως υποχρεωθεί ο εναγόμενος να μου καταβάλει τη διαφορά της νόμιμης αποζημίωσης απολύσεώς μου ανερχόμενη στο ποσό των 427,54 ευρώ" και β) όσον αφορά τη δεύτερη ενάγουσα επί λέξει τα εξής : ".....Από το υπό στοιχεία Α κονδύλιο της αγωγής μου..... εκ του συνολικού αιτηθέντος ποσού των 5.221 ευρώ για τα έτη 2013, 2014 και 2015 αφήνω καταψηφιστικό ολόκληρο το αιτηθέν ποσό των 1.682,6 ευρώ για το έτος 2015 και το ποσό των 226,8 ευρώ για το έτος 2015 και από το έτος 2013 το ποσό των 2.000 ευρώ, ενώ τρέπω σε έντοκο αναγνωριστικό το υπόλοιπο του αιτηθέντος και συγκεκριμένα να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος μου οφείλει το ποσό των 1.538,3 ευρώ. Από το υπό στοιχεία Β κονδύλιο της αγωγής μου..... εκ του συνολικού αιτηθέντος ποσού των 24.620,3 ευρώ για τα έτη 2013, 2014 και 2015 αφήνω καταψηφιστικό το ποσό των 2.000 ευρώ δι' έκαστο των τριών ετών 2013, 2014 και 2015 και εν συνόλω αφήνω καταψηφιστικό το ποσό των 6.000 ευρώ (ήτοι 2.000 ευρώ Χ 3 έτη), ενώ τρέπω σε έντοκο αναγνωριστικό το υπόλοιπο των αιτηθέντων δι' έκαστο των ετών 2013, 2014 και 2015 και συγκεκριμένα δια το έτος 2013 να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος μου οφείλει το ποσό των 6.729,7 ευρώ, δια το έτος 2014 να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος μου οφείλει το ποσό των 11.661,6 ευρώ και δια το έτος 2015 να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος μου οφείλει το ποσό των 229 ευρώ και εν συνόλω δέον όπως αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου ότι μου οφείλει για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 18.620,3 ευρώ. Από το υπό στοιχεία Γ κονδύλιο της αγωγής μου.... εκ του συνολικού αιτηθέντος ποσού των 7.355,4 ευρώ για τα έτη 2013, 2014 και 2015 αφήνω καταψηφιστικό ολόκληρο το αιτηθέν ποσό των 842,4 ευρώ και εκ των ετών 2013, 2014, το ποσό των 1.000 ευρώ, ήτοι το ποσό των 2.000 ευρώ (ήτοι 1.000 Χ 2 έτη), ενώ τρέπω σε έντοκο αναγνωριστικό το υπόλοιπο των αιτηθέντων για τα έτη 2013, 2014 και συγκεκριμένα να αναγνωριστεί ότι δια το έτος 2013 ο εναγόμενος μου οφείλει το ποσό των 1.231,4 ευρώ και, δια το έτος 2014 να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος μου οφείλει το ποσό των 3.281,6 ευρώ και εν συνόλω δέον όπως αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου ότι μου οφείλει για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 4.513 ευρώ. Από το υπό στοιχείο Δ κονδύλιο της αγωγής μου.....εκ του συνολικού αιτηθέντος ποσού των 10.743 ευρώ δια τα έτη 2013, 2014 και 2015 αφήνω καταψηφιστικό δια έκαστο των τριών ετών 2013, 2014 και 2015 το ποσό των 2.000 ευρώ, ήτοι το ποσό των 6.000 ευρώ (ήτοι 2.000 Χ 3 έτη), ενώ τρέπω σε έντοκο αναγνωριστικό το υπόλοιπο των αιτηθέντων δια τα έτη 2013, 2014 και 2015 και συγκεκριμένα να αναγνωριστεί ότι δια το έτος 2013 ο εναγόμενος μου οφείλει το ποσό των 1.383 ευρώ, δια το έτος 2014 να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος μου οφείλει το ποσό των 2.640 ευρώ και δια το έτος 2015 να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος μου οφείλει το ποσό των 720 ευρώ και εν συνόλω δέον όπως αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου ότι μου οφείλει για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 4.743 ευρώ. Από το υπό στοιχεία Ε κονδύλιο της αγωγής μου δέον όπως υποχρεωθεί ο εναγόμενος να μου καταβάλει τη διαφορά της νόμιμης αποζημίωσης απολύσεώς μου ανερχόμενη στο ποσό των 762,24 ευρώ". Από τα παραπάνω προκύπτει ευκρινώς ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες παραδεκτά περιόρισαν το αίτημα της ένδικης αγωγής τους σε εν μέρει καταψηφιστικό, χωρίς να την καταστήσουν αόριστη, ως προς τα αιτούμενα κονδύλια, δεδομένου, ότι, όπως εκτιμώνται αφενός η δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου στα πρακτικά σε συνδυασμό και με την αναλυτική διευκρίνιση των προτάσεών τους, τα μετατρέπουν σε αναγνωριστικά, όπως προκύπτει από απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς, ο μεν πρώτος ενάγων για το συνολικό ποσό των 31.187,9 ευρώ (3.311,6 + 18.620,3 + 4.513 + 4.743), η δεύτερη ενάγουσα για το συνολικό ποσό των 29.414,6 ευρώ (1.538,3 + 18.620,3 + 4.513 + 4.743), κατά τους ειδικότερους ως άνω υπολογισμούς κατά κονδύλιο και έτος που αφορούν και τα υπόλοιπα σε καταψηφιστικά. Συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην πιο πάνω μείζονα σκέψη, μετά τον ανωτέρω περιορισμό, η αγωγή δεν κατέστη αόριστη και το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας, επελθούσας εξαιτίας του ως άνω μερικού περιορισμού των καταψηφιστικών αιτήματών της, που αφορούν τις απαιτήσεις των εναγόντων υπό στοιχεία ως άνω της ένδικης αγωγής Α, Β, Γ και Δ, καθόσον έκρινε ότι αυτή κατέστη αόριστη μετά τη μερική τροπή του αποτελούμενου από περισσότερα κονδύλια καταψηφιστικού αιτήματός της σε αναγνωριστικό, και ότι δεν διευκρινίστηκε ποια κονδύλια αφορά ο περιορισμός ούτε δηλώθηκε ότι αφορά όλα τα κονδύλια συμμέτρως ή ότι γίνεται κατά κλάσμα ή ποσοστό του όλου αιτήματος, παραβίασε τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις και εκείνη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ και πρέπει να γίνει δεκτός. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 167, 168, 648, 669§ΑΚ, 1 και 3 ν. 2112/1920, 1 και 5 ν. 3198/1955, 1, 3§1 και 5 του β.δ. της 16-7-1920 "περί επεκτάσεως του ν. 2112 και επί εργατών, τεχνιτών και υπηρετών", προκύπτει ότι σε κάθε περίπτωση καταγγελίας εκ μέρους του εργοδότη της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, που είναι μονομερής, αναιτιώδης και απευθυντέα δικαιοπραξία, απαιτείται για το κύρος αυτής (έγγραφος τύπος και) η καταβολή στον μισθωτό της νόμιμης αποζημίωσης κλπ (ανεξάρτητα, καταρχήν, από τον λόγο που την προκάλεσε), και επομένως ο εργαζόμενος δικαιούται σε κάθε περίπτωση (λαμβανομένου υπόψη ότι η ακυρότητα αυτή της καταγγελίας είναι σχετική υπέρ αυτού) να ζητήσει (αντί για αποδοχές υπερημερίας, επικαλούμενος την ακυρότητα της καταγγελίας) τη νόμιμη αποζημίωση που προβλέπεται από το ν. 2112/1920 ή το β.δ. της 16-7-1920 (παραιτούμενος, έτσι, σιωπηρά, με την άσκηση της σχετικής αγωγής από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της καταγγελίας, και θεωρώντας αυτήν έγκυρη, πρβλ. ΑΠ 429/2016, 277/2016, 359/2016). Κρίσιμα στοιχεία για τον υπολογισμό της αποζημίωσης και τον προσδιορισμό της είναι: α) η διάρκεια της απασχόλησης του εργαζόμενου στην επιχείρηση, β) οι τακτικές αποδοχές του κατά τον τελευταίο μήνα πριν από την απόλυση υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Ως τακτικές αποδοχές θεωρούνται και οι πρόσθετες παροχές που καταβάλλονται κατά τη διάρκεια της εργασιακής σύμβασης σταθερά και μόνιμα, ως τακτικό, νόμιμο ή συμβατικό αντάλλαγμα της προσφερόμενης εργασίας. Έτσι, ως τακτικές αποδοχές, που συνυπολογίζονται για τον καθορισμό της αποζημίωσης, θεωρούνται και τα επιδόματα εορτών και αδείας και, μεταξύ άλλων, οι οικειοθελείς παροχές, τις οποίες ο εργοδότης καταβάλλει για μεγάλο χρονικό διάστημα σταθερά, ομοιόμορφα και ανεπιφύλακτα, οπότε παύουν να είναι ελευθέρως ανακλητές και αποκτούν μισθολογικό χαρακτήρα (ΑΠ 865/2018, 962/2018), και γ) η τήρηση ή μη της προβλεπόμενης από τον νόμο προθεσμίας προειδοποίησης, καθόσον σε περίπτωση τήρησής της καταβάλλεται το μισό της αποζημίωσης, που προβλέπεται για την περίπτωση της απρόθεσμης καταγγελίας. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 6/2019, 8/2018, 1/1999). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση, κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 728/2017). Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 3669/2019, απόφασή του, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν δικαιούνται οι ενάγοντες την διαφορά μεταξύ του ποσού της κατ' ορθό υπολογισμό οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσής τους και του ποσού αυτής, που έλαβαν κατά την απόλυσή τους, απορρίπτοντας την έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της με αριθμό 751/2018 οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία είχε κρίνει αόριστο το εν λόγω κονδύλιο, δέχθηκε επί λέξει τα εξής: ".....το έτος 2013 ο εναγόμενος διατηρούσε ατομική επιχείρηση εστίασης επί των οδών Π. αριθ. ... και Π. στην Αθήνα και στις 7.6.2013 προσέλαβε τους ενάγοντες, τον μεν πρώτο ως σερβιτόρο και τη δεύτερη, σύζυγό του, ως βοηθό μαγείρισσα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ο πρώτος ενάγων εργαζόταν με την παραπάνω ειδικότητα δύο (2) ημέρες την εβδομάδα (Παρασκευή και Σάββατο) επί οκτάωρο ημερησίως και η δεύτερη εργαζόταν ως βοηθός μαγείρισσα επί πέντε (5) ημέρες εβδομαδιαίως (Δευτέρα, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο) επί τετράωρο ημερησίως, οι δε αποδοχές τους ήταν το νόμιμο ημερομίσθιο των ασφαλισμένων στο ΙΚΑ. Η αναγγελία της πρόσληψης των εναγόντων έγινε νόμιμα και ασφαλίστηκαν στο ΙΚΑ, υπέγραψαν δε τις από 7.6.2013 συμβάσεις εργασίας μερικής απασχόλησης χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη. Περαιτέρω, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι κατά την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους στις 8.4.2015 δεν καταβλήθηκε σ' αυτούς πλήρης αποζημίωση απόλυσης, βάσει του χρόνου εργασίας τους και των συμφωνημένων τακτικών αποδοχών τους του τελευταίου μήνα πριν από την καταγγελία.....Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω αποδειχθέντα, η αγωγή, ως προς το υπό εξέταση κονδύλιο πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.....". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, που καθορίζουν τον τρόπο υπολογισμού της οφειλόμενης αποζημίωσης σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και ειδικότερα δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αν οι ενάγοντες απασχολούνταν μερικώς καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας τους, ποιες ακριβώς ώρες κατά τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου απασχολούνταν και αν οι ώρες αυτές συνέπιπταν με εργασία τη νύκτα ή αργίες, ενόψει και του είδους της επιχείρησης (εστίασης) και των προσφερόμενων υπηρεσιών (σερβιτόρος και βοηθός μάγειρα, αντίστοιχα), ποιο ακριβώς το ημερομίσθιό τους, ενόψει των παραδοχών περί καθορισμού των αποδοχών τους με βάση αφενός το νόμιμο ημερομίσθιο των ασφαλισμένων στο ΙΚΑ και αφετέρου των συμφωνημένων τακτικών αποδοχών, χωρίς ειδικότερη αναφορά του ύψους τους, και τέλος, ποιο ποσό δικαιούνταν καθένας απ' αυτούς ως αποζημίωση κατά το χρόνο της απόλυσής τους την 8.4.2015 με βάση το χρόνο υπηρεσίας τους, των τακτικών αποδοχών τους, επιδομάτων εορτών κλπ, ποιο ποσό τους καταβλήθηκε ως αποζημίωση απόλυσης και πότε, ώστε να κριθεί αν και ποιο ποσό προκύπτει ως διαφορά υπέρ αυτών. Επομένως, οι σχετικοί δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, για ελλιπή και ασαφή αιτιολογία είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Για την ύπαρξη αδικοπραξίας, κατά το άρθρο 914 ΑΚ , απαιτείται, εκτός άλλων όρων, παράνομη συμπεριφορά (θετική πράξη ή παράλειψη), προσώπου. Τέτοια συμπεριφορά αποτελεί και η προσβολή ορισμένου δικαιώματος άλλου ή απλώς συμφέροντός του, προστατευομένου από τη διάταξη νόμου, η οποία παραβιάζεται (ΑΠ 146/2018, 1284/2017, 5/2001, 87/2000). Το δικαίωμα της προσωπικότητας, ως πλέγμα αγαθών, που συνθέτουν την υπόσταση ατόμου και είναι με αυτό (άτομο) αναπόσπαστα συνδεδεμένα (άρθρο 2 παρ. 1 Συντάγματος), προστατεύεται, σε περίπτωση προσβολής, από τα άρθρα 57 και 59 ΑΚ. Η προσβολή της προσωπικότητας πρέπει να είναι παράνομη, να γίνεται, δηλαδή, όταν είτε δεν υπάρχει δικαίωμα είτε ασκείται υπάρχον δικαίωμα καταχρηστικώς (άρθρα 281 ΑΚ , 25 παρ. 3 Συντάγματος). Αγαθά, που προστατεύονται από την προσωπικότητα, είναι και η τιμή και η επαγγελματική αξία του ατόμου. Η τιμή του ατόμου, ειδικότερα, αντικατοπτρίζεται στην εκτίμηση, απέναντί του, των άλλων και προστατεύεται, κυρίως, ως κοινωνικό αγαθό (άρθρο 5 παρ. 1 Συντάγματος). Αξίωση, από την προσβολή της προσωπικότητας, είναι και η αποζημίωση, προς ικανοποίηση της σημαντικής ηθικής βλάβης του προσβαλλόμενου. Για την αξίωση αποζημιώσεως, προς ικανοποίηση ηθικής βλάβης, συνισταμένη και σε πληρωμή εύλογου χρηματικού ποσού, απαιτείται και το στοιχείο της υπαιτιότητας (άρθρα 57 παρ. 2, 59, 914, 299, 932, 926, 927 ΑΚ). Οι όροι, δηλαδή, αυτής της παροχής εξομοιώνονται με εκείνους της αποζημίωσης (προσβολή, παράνομη συμπεριφορά, που προκάλεσε την προσβολή, αιτιώδης σύνδεσμος της προσβολής, με την παράνομη συμπεριφορά και υπαιτιότητα εκείνου, που προσβάλλει). Προκειμένου, δε, να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό, λαμβάνονται υπ` όψη και οι συνθήκες επέλευσης της εν λόγω προσβολής, όπως και η περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, χωρίς να αναφέρεται, αναγκαίως και σε τι συνίσταται η κατάσταση αυτή, η κοινωνική θέση του διαδίκου, που προσβάλλεται στην προσωπικότητά του, το είδος και η έκταση της βλάβης (Ολ ΑΠ 13/1999, ΑΠ 849/2015, 1114/2013). Η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εργοδότη, μειωτική, προς την προσωπικότητα του εργαζομένου, κατά τις εκφάνσεις της τιμής, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητας, ως μείωση της επαγγελματικής αξίας του, όπως απόλυση του εργαζομένου, από τον εργοδότη, κατά τρόπο, που εκθέτει (μειώνει) τον απολυθέντα στους συναδέλφους του και στο κοινωνικό του περιβάλλον, εν όψει και του είδους της απασχόλησης και του, ιδιαίτερα, έντονου συμφέροντος του εργαζομένου, για πραγματική απασχόληση, δικαιολογεί αξίωση του τελευταίου (εργαζομένου), για αποζημίωση, προς ικανοποίηση της σημαντικής ηθικής του βλάβης. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από την παραπάνω διάταξη, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο, σύμφωνα με συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν τα περιστατικά που επικαλέσθηκε ο ενάγων στην αγωγή του, για τη στήριξη συγκεκριμένου αιτήματος παροχής έννομης προστασίας, θεμελίωναν νομικά την αγωγή ως προς το αίτημα αυτό σε συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, με τη μη εφαρμογή του οποίου απορρίφθηκε η αγωγή ως προς το αίτημά της αυτό ως μη νόμιμη. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο της αίτησης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ένδικη αγωγή τους ως μη νόμιμη ως προς το αίτημά τους για αναγνώριση της υποχρέωσης του εναγόμενου να τους καταβάλει την αιτηθείσα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, παραβίασε, με τη μη εφαρμογή τους, τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Ωστόσο, στην ένδικη αγωγή με το περιεχόμενο, που προεκτέθηκε, δεν διαλαμβάνονται προσβλητικά πραγματικά περιστατικά συμπεριφοράς των εναγόντων που να μειώνουν αυτούς ως άτομα και εργαζόμενους και που να έχουν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ηθικής βλάβης. Το γεγονός και μόνο της καταγγελίας από τον εναγόμενο της σύμβασης εργασίας για λόγους εκδίκησης, λόγω του ότι, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, προσέφυγαν στην αρμόδια υπηρεσία προς εξώδικη διευθέτηση της εργατικής τους διαφοράς δεν επιφέρει άνευ άλλου τινός και προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων, εάν δεν συνοδεύεται από περιστατικά που να θίγουν αυτήν (προσωπικότητα) στον επαγγελματικό ή κοινωνικό κύκλο. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη ως προς το ως άνω αίτημα, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 57, 914, 932 ΑΚ, με τη μη εφαρμογή τους και συνεπώς ο ως άνω λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά πρέπει, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά παραδοχή των ως άνω λόγων της (πρώτου, δεύτερου και τρίτου) και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση: α) κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή λόγω αοριστίας μετά τον περιορισμό των υπό στοιχεία Α, Β και Γ αιτημάτων της, που αφορούν τις απαιτήσεις τους: Α) για υπερεργασία και παράνομη υπερωριακή απασχόλησή τους για τα έτη 2013, 2014 και 2015, Β) για την εργασία τους κατά τη νύκτα, Κυριακές και αργίες, και τα Σάββατα για τα έτη 2013, 2014 και 2015 και Γ) για αποζημίωση και επίδομα άδειας, δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα για τα έτη 2014 και 2015 και β) κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη για την καταβολή του υπολοίπου της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσής τους, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, ο οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματός τους θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 3669/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά τα παραπάνω μέρη στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ