Αριθμός 1092/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Σ. Π. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σταυρούλη. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ι. Π. του Ι., κατοίκου ... ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Ι. Π. του Ι., κατοίκου ..., 2. Δ. Π. του Ι., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Ι. Π. του Ι., κατοίκου ..., 3. Ε. Π. του Ι., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Ι. Π. του Ι., κατοίκου ..., 4. Σ. Π. του Ι., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Ι. Π. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 5. Χ. Γ. του Β., και 6. Α. Γ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κουντουριώτη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Μαρτίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7532/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1476/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19 Μαρτίου 2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 25 Φεβρουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως για αναίρεση της 1476/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την κρινόμενη αίτηση, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 1476/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της 7532/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την τελευταία απόφαση είχε απορριφθεί, ως κατ' ουσία αβάσιμη αγωγή της αναιρεσείουσας , με την οποία ζητούσε: 1) τη διάρρηξη της επιβλαβούς για τα συμφέροντά της, απαλλοτριωτικής, προς τους 5ο και 6η των αναιρεσίβλητων, δικαιοπραξίας του οφειλέτη της Ιωάννη Παπαδόπουλο, οποίος, μετά την έκδοση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, απεβίωσε και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους τέσσερις πρώτους των αναιρεσίβλητων, και 2) επικουρικώς, να απαγγελθεί η ακυρότητα της πιο πάνω δικαιοπραξίας, λόγω της συνδρομής των όρων του άρθρου 997 ΚΠολΔ. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (577 παρ.3 ΚΠολΔ). 2. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία". Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης (αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), δεν δημιουργείται, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Από τη διάταξη δε του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 939 και 941 ΑΚ, προκύπτει ότι για τη διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας πρέπει να συντρέχουν οι εξής όροι: α) απαλλοτριωτική πράξη του οφειλέτη, β) η πράξη αυτή να έγινε με σκοπό βλάβης των δανειστών και αυτός υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση (τρίτος) να γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του και γ) η υπολειπόμενη μετά την απαλλοτρίωση περιουσία του οφειλέτη να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών. Σκοπός βλάβης υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι έχει χρέη και ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου η υπόλοιπη περιουσία του δεν θα επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του, οι οποίοι έτσι θα υποστούν βλάβη από την απαλλοτρίωση. Η γνώση του τρίτου, εξάλλου, ως προς το δόλο του οφειλέτη, δηλαδή την πρόθεση του να βλάψει τους δανειστές του, πρέπει να είναι θετική και δεν αρκεί υπαίτια άγνοια, έστω και από βαριά αμέλεια. Το στοιχείο της γνώσης, πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης. Μεταγενέστερη γνώση του τρίτου δεν βλάπτει. Τέλος, γίνεται δεκτό ότι ενάγων, κατά τη διάταξη του άρθρου 939 Α.Κ., είναι εκείνος, που έχει την ιδιότητα του δανειστή κατά το χρόνο, που επιχειρείται η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία, απαιτείται δηλαδή η απαίτησή του να είναι "γεγενημένη" και μέχρι του χρόνου της απαλλοτριώσεως να έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα αυτής, επιπλέον δε αυτή πρέπει να έχει καταστεί και ληξιπρόθεσμη κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που μετ' επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, όσον αφορά την κύρια βάση της αγωγής (διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας), τα ακόλουθα: "... Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα από νόμιμο γάμο, με τον πρώτο εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο, απέκτησε τέσσερα παιδιά, τον Ι., τη Δ., την Ε. και το Σ.. Η έγγαμη συμβίωση του ζεύγους δεν υπήρξε ιδιαίτερα ομαλή, με αποτέλεσμα να διασπαστεί οριστικά στις 22.11.1993, οπότε η ενάγουσα μετώκησε σε άλλη οικία, με τα τέσσερα παιδιά της και ανέλαβε, εν τοις πράγμασι, την επιμέλεια του τελευταίου ανηλίκου από αυτά, ανηλίκου Σ.. Στη συνέχεια η ενάγουσα άσκησε κατά του ως άνω συζύγου της, πρώτου εναγόμενου, την από 22.9.1997 αγωγή διατροφής και επιμέλειας, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 33178/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ήδη τελεσίδικη, σύμφωνα με την οποία η επιμέλεια του, ως άνω, ανήλικου τέκνου τους Σ. ανατέθηκε στην ίδια, ενώ ο πρώτος εναγόμενος υποχρεώθηκε να καταβάλλει, κάθε μήνα και για χρονικό διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής, ήτοι από τις 6.10.1997 ως τις 6.10.1999, το ποσό των 70.000 δρχ. στην ίδια και το ποσό των 80.000 δρχ. στον ανήλικο γιο τους Σ.. Πιστό αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της ανωτέρω απόφασης, μαζί με την από 26.5.1998 επιταγή προς πληρωμή, η ενάγουσα επέδωσε νόμιμα στον πρώτο εναγόμενο την 10-6-1998 επιτάσσοντας τον να της καταβάλει το ποσό των 1.392.852 δρχ. (βλ. υπ' αριθ .9310γ /10.6.1998 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ...). Για την είσπραξη του ως άνω ποσού και δυνάμει της ίδιας τελεσίδικης απόφασης, η ενάγουσα, στις 18.6.1998, επέβαλε σε ένα διαμέρισμα του ισόγειου ορόφου της, επί της ... αρ. 65 και ήδη αρ.7 πολυκατοικίας, περιοχή ..., εμβαδού μικτού 85τ.μ. περίπου, αποτελούμενου από δύο (2) δωμάτια, σάλα, χωλ, κουζίνα και αποχωρητήριο, κυριότητας του συζύγου της, αναγκαστική κατάσχεση, η οποία εγγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης (τόμος ... και αριθμός 40). Επειδή ο πρώτος εναγόμενος δεν κατέβαλε κανένα ποσό προς εξόφληση της προς την ενάγουσα ως άνω οφειλής του, η τελευταία του επέδωσε, εκ νέου, ακριβές αντίγραφο, από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο, της προαναφερόμενης απόφασης, με την από 29.6.2001 επιταγή προς πληρωμή, για το συνολικό ποσό των 2.700.000 δρχ. ή 7.923, 70 ευρώ, (βλ την υπ' αριθμ. 2723Β/4.7.2001 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ...) πλην, όμως, και πάλι ο εναγόμενος ουδέν κατέβαλε. Στη συνέχεια η ενάγουσα, με την με αριθ. κατάθεσης 16461/12.5.2003 αγωγή διατροφής κατά του πρώτου εναγόμενου, η οποία του επιδόθηκε στις 21-5-2003 (βλ 8779/21-5-2003 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ...) ζητούσε να υποχρεωθεί να της καταβάλει αυτός, το ποσό των 440 ευρώ, ως μηνιαία διατροφή, για δύο έτη από την επίδοση της αγωγής. Η ίδια και ο γιος της Σ., στις 5-6-2003 προέβησαν σε συμβολαιογραφική άρση της παραπάνω, από 18.6.1999, κατάσχεσης, με την υπ' αριθ. .../5.6.2003 πράξη άρσης κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Καλογερή. Στη συνέχεια, όμως και συγκεκριμένα στις 11.6.2003, η ενάγουσα επέβαλε, εκ νέου, αναγκαστική κατάσχεση, στο ίδιο ακίνητο κυριότητας του πρώτου εναγόμενου, η οποία νομίμως εγγράφηκε στα οικεία βιβλία κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης (τόμος ... και αριθμός 96). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, αμέσως μετά την άσκηση της ως άνω αγωγής και συγκεκριμένα στις 27.8.2003, προέβη στην πώληση του παραπάνω, ήδη κατασχεθέντος, από την ενάγουσα, ως ανωτέρω προαναφέρθηκε, ακινήτου του στους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, με το υπ' αριθ. .../2003 συμβόλαιο πώλησης της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Χριστοδούλου-Συλλαίου, το οποίο μεταγράφηκε νομίμως στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο ... και με αριθμό 421, αντί συμφωνηθέντος τιμήματος ποσού 75.000,00 ευρώ. Σε εξόφληση του τιμήματος αυτού οι αγοραστές εναγόμενοι κατέβαλαν το ποσό των 3.573, 00 ευρώ στον πωλητή-πρώτο εναγόμενο, ως προκαταβολή, ενώ το υπόλοιπο, κατά την υπογραφή του συμβολαίου και συγκεκριμένα 65.000,00 ευρώ με τη με αριθμό ... επιταγή της τράπεζας EFG EUROBANK ERGASIAS και το υπόλοιπο σε μετρητά (βλ. την από 24-6-2004 υπεύθυνη δήλωση εξόφλησης του πρώτου εναγόμενου). Προέκυψε δε ότι ο πρώτος εναγόμενος, πριν από την σύνταξη του ως άνω συμβολαίου πώλησης και συγκεκριμένα στις 30.7.2003, η οποία είχε ορισθεί ως ημέρα διεξαγωγής επαναληπτικού προγράμματος πλειστηριασμού του ανωτέρω κατασχεθέντος ακινήτου, κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των 12.372,94 ευρώ, από το οποίο, σημειωτέον ποσό 3.573,00 ευρώ είχε λάβει, ως προκαταβολή, από τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, εξοφλώντας ολοσχερώς την απαίτηση της από την ως άνω υπ' αριθ. 33178/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας είχε εγγραφεί η ως άνω από 11.6.2003 κατάσχεση. Η ολοσχερής δε εξόφληση της απαίτησης της ενάγουσας, η οποία απέρρεε από την παραπάνω απόφαση προκύπτει τόσο από τη με ημερομηνία 30.7.2003 επικαλούμενη και προσκομιζόμενη εξοφλητική απόδειξη, που εξέδωσε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας, όσο και από την κατάθεση του μάρτυρα και υιού της ενάγουσας Ι. Π. ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι αγοραστές εναγόμενοι γνώριζαν, κατά το χρόνο σύνταξης του ανωτέρω συμβολαίου πώλησης, την ύπαρξη της απαίτησης της ενάγουσας, δυνάμει της οποίας είχε εγγραφεί η παραπάνω κατάσχεση, ωστόσο είχαν ήδη λάβει γνώση ότι η απαίτηση αυτή είχε ολοσχερώς εξοφληθεί από τον πρώτο εναγόμενο-πωλητή στις 30.7.2003, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, το πόσο των 3.573,00 ευρώ, που ο πρώτος εναγόμενος είχε λάβει από αυτούς, ως προκαταβολή, για την αγορά του εν λόγω ακινήτου, το διέθεσε για την συμπλήρωση του ποσού, που κατέβαλε προς ολοσχερή εξόφληση της απαίτηση της, που απέρρεε από την ως άνω (αριθ. 33178/1997) απόφαση. Κατά συνέπεια αυτοί δεν μπορούσαν να θεωρήσουν ότι ο πρώτος εναγόμενος προβαίνει στην εν λόγω μεταβίβαση, με σκοπό να βλάψει τα συμφέροντα της ενάγουσας, αλλά αντιθέτως εύλογα πίστευαν ότι η απαλλοτρίωση γίνεται προς εξόφληση της απαίτησης της. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται κυρίως από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόμενων Χ. Τ., ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, φίλου του πρώτου και θείου των λοιπών, ο οποίος, αναφέρει ότι μετά από προτροπή του πρώτου εναγομένου έφερε σε επαφή τον τελευταίο με τους εναγόμενους αγοραστές, προκειμένου να γίνει η εν λόγω μεταβίβαση, με σκοπό, με το τίμημα, που θα ελάμβανε ο πρώτος εναγόμενος, να ικανοποιήσει την ανωτέρω απαίτηση της ενάγουσας. Δεν αντικρούεται δε από την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας γιου της, ούτε από κάποιο άλλο προσκομιζόμενο, από την ίδια, αποδεικτικό μέσο. Περαιτέρω προέκυψε ότι επί της προαναφερθείσης με αριθ. κατάθεσης 164 61/12.5.2003 αγωγής διατροφής της ενάγουσας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 9054/21.4.2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Ειδική Διαδικασία), ήδη τελεσίδικη (βλ. το υπ' αριθ. 1671/4.4.2005 πιστοποιητικό τελεσιδικίας της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), με την οποία ο πρώτος εναγόμενος υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ίδια ως διατροφή κάθε μήνα και για χρονικό διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής, ήτοι από τις 21.5.2003 ως τις 20.5.2005, το ποσό των 300,00 ευρώ, νομιμότοκα από την καθυστέρηση πληρωμής κάθε δόσης. Πιστό αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της ανωτέρω απόφασης, μαζί με την από 12.5.2004 επιταγή προς πληρωμή η ενάγουσα επέδωσε νόμιμα στον πρώτο εναγόμενο, στις 14-5-2004 επιτάσσοντας τον να της καταβάλει το ποσό των 4.410,58 ευρώ νομιμότοκα (βλ. 10351δ/14-5-2004 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ...), αλλά ο πρώτος εναγόμενος δεν κατέβαλε κανένα ποσό προς εξόφληση της. Η ενάγουσα προς ικανοποίηση της απαίτησης της αυτής ύψους, πλέον, 7.200,00 ευρώ(24 μήνες Χ 300, 00 ευρώ/μήνα) , πλέον τόκων και εξόδων, προέβη σε πλειστηριασμό ακινήτων του πρώτου εναγομένου, μετά από αναγκαστική κατάσχεση τους και συγκεκριμένα: α) από τον υπ' αριθμ. .../13.9.2004 πίνακα κατάταξης δανειστών της συμβολαιογράφου Κιλκίς Μαριάνθης Εμμανουηλίδου, προκύπτει ότι η επισπεύδουσα-ενάγουσα κατατάχθηκε στον από 21.7.2004 πλειστηριασμό ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτικού οικοπέδου έκτασης 2493 τμ., που βρίσκεται στο δημοτικό διαμέρισμα ... του Νομού Κιλκίς, κυριότητας του πρώτου εναγόμενου για το ποσό των 307, 61 ευρώ και β) μετά την από την υπ' αριθ. .../2005 διορθωτική πρόσκληση δανειστών της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννα Μπιλίση-Χρουσαλά, η ίδια κατατάχθηκε οριστικά και τελεσίδικα για το ποσό των 5.196,57 ευρώ επί πλειστηριασμού ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός διαμερίσματος, εμβαδού 44 τμ, κυριότητας του πρώτου εναγόμενου, που βρίσκεται στο Δήμο ... . Μετά δε τις εισπράξεις αυτές, (κατά τον κρίσιμο χρόνο συζήτησης της κρινόμενης αγωγής), η απαίτηση της ενάγουσας διαμορφώθηκε στο ποσό των 1.695,82 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, προς είσπραξη του οποίου η ενάγουσα επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση στη σύνταξη που ελάμβανε ο πρώτος εναγόμενος από το Ι.Κ.Α, ως κατάσχεση εις χείρας τρίτου (βλ. την υπ' αριθμ. 5320Γ/7.7.2005 έκθεση επίδοσης στον πρώτο εναγόμενο του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., με το συνημμένο από 29.6.2005 κατασχετήριο προς το Ι.Κ.Α. Θεσσαλονίκης), και όπως καταθέτει με σαφήνεια ο μάρτυρας και υιός της ενάγουσας η τελευταία παρακρατούσε ποσό 70,00 ευρώ μηνιαίως από τη σύνταξη του πατέρα του-πρώτου εναγόμενου. Βέβαια ο ίδιος δεν προσδιορίζει για πόσο χρονικό διάστημα και τι ποσό εισέπραξε συνολικά η μητέρα του, με τον τρόπο αυτό και κατά συνέπεια δεν μπορεί να καθοριστεί κατά το χρόνο πρώτης συζήτησης της αγωγής (4-12-2007) το ακριβές ύψος της ληξιπρόθεσμης απαίτησης της ενάγουσας κατά του πρώτου εναγομένου, το οποίο, με βάση τα παραπάνω, είναι μικρότερο του ποσού των 1.695,82 ευρώ και εν πάσει περιπτώσει κατά πολύ μικρότερο του φερόμενου, ως οφειλόμενου, από τον πρώτο εναγόμενο με την αγωγή. Επίσης η ενάγουσα, στις 28.1.2004, και πριν την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την με αριθμό κατάθεσης 2898/2004 αγωγή, κατά του πρώτου εναγόμενου, η οποία επιδόθηκε σε αυτόν στις 30.1.2004, με αίτημα να υποχρεωθεί ο τελευταίος να της καταβάλει ως συμμετοχή της στα αποκτήματα το ποσό των 75.000,00 ευρώ. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη με την υπ' αριθ. 7726/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη τελεσίδικη, μετά την επικύρωση της, με την υπ' αριθ. 1668/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Από τα παραπάνω προκύψαντα συνάγεται μεν ότι κατά το χρόνο έγερσης της κρινόμενης αγωγής (30-3-2004), ο πρώτος εναγόμενος είχε περιουσία που αποτελούνταν από τα δύο περιγραφέντα και εκπλειστηριασθέντα ανωτέρω ακίνητα, η οποία, δεν ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει τη δανείστρια-ενάγουσα σύζυγο του, αναφορικά με τις απαιτήσεις, που η ίδια προέβαλε κατά τον ίδιο χρόνο, όπως άλλωστε αυτό συνάγεται από το τίμημα, για το οποίο καθένα από αυτά, κατά τα ανωτέρω, εκπλειστηριάστηκε, αλλά επίσης ότι και αυτές (απαιτήσεις), κατά το χρόνο πρώτης συζήτησης της αγωγής (4-12-07), κατά τον οποίο εξετάζεται το ληξιπρόθεσμο και απαιτητό αυτών, είχαν περιορισθεί σε ένα πολύ μικρό ποσό, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, επειδή κατά το υπόλοιπο είχαν ικανοποιηθεί, κατά τα προαναφερθέντα από τον πρώτο εναγόμενο. Κατ' ακολουθία, όμως, όλων αυτών δεν κρίνεται ότι η μεταβίβαση του παραπάνω ακινήτου από τον πρώτο εναγόμενο, προς τους δεύτερο και τρίτο έγινε με πρόθεση βλάβης της ενάγουσας και συγκεκριμένα για να μην ικανοποιηθεί η απαίτηση της, επειδή η υπόλοιπη περιουσία δεν επαρκούσε καθόλου προς τούτο, οι δε δεύτερος και τρίτος των εναγόμενων γνώριζαν ότι η μεταβίβαση έγινε από τον πρώτο, με αυτό το σκοπό και ότι η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας ...". Ακολούθως, το Εφετείο, απέρριψε, ως κατ' ουσία αβάσιμη την αγωγή, για την κύρια βάση της αγωγής και συνακόλουθα τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε αποφανθεί ομοίως. Με τις ως άνω κρίσεις του το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939 και 941 ΑΚ, αφού τα γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Ειδικότερα, δεν επιβεβαιώθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος προέβη στην μεταβίβαση του ακινήτου στους συνεναγομένους του, με σκοπό να αποτρέψει την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, καθώς και ότι οι τελευταίοι γνώριζαν τούτο και παρ' όλα αυτά συνέπραξαν στην κατάρτιση της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας. Με τις προεκτεθείσες δε παραδοχές του δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης. Τούτο διότι, από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν όλα τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί μη συνδρομής των διατάξεων που δεν εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα ότι: 1) οι απαιτήσεις της ενάγουσας από την 33178/1997 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, για την οποία είχε εγγραφεί κατάσχεση στο ακίνητο του πρώτου εναγομένου, που μεταβιβάστηκε στους λοιπούς εναγομένους, κατά το χρόνο της μεταβίβασης και πριν τη συζήτηση της ένδικης αγωγής, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είχαν αποσβεσθεί, με καταβολή και συνακόλουθα συνάγεται ότι δεν υπήρχε απαίτηση της ενάγουσας από την αιτία αυτή, που να δικαιολογεί τη διάρρηξη της δικαιοπραξίας. 2) οι μεταγενέστερες απαιτήσεις της ενάγουσας από την 9004/2004 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, είχαν ικανοποιηθεί, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους (κεφάλαιο, τόκοι. έξοδα), μετά τον πλειστηριασμό άλλων ακινήτων του εναγομένου. Κατά το υπόλοιπο δε τμήμα της, του κεφαλαίου της, ποσού των 1695.82 ευρώ, η ενάγουσα είχε προβεί σε κατάσχεση από τον Ιούλιο του 2005, της συντάξεως, που ελάμβανε από το ΙΚΑ, ο εναγόμενος σύζυγός της και σύμφωνα με την πράξη αυτή εισέπραττε, έκτοτε μηνιαίως το ποσό των 70 ευρώ, με αποτέλεσμα, μετά την πάροδο 28 μηνών μέχρι τις 4-12-2007, που συζητήθηκε η αγωγή, να έχει περιορισθεί σημαντικά, η από την, ως άνω αιτία απαίτησή της, και 3) οι λοιποί, πλην του πρώτου εναγόμενοι, κατά το χρόνο κατάρτισης της επίμαχης δικαιοπραξίας, δεν γνώριζαν την τελευταία ως άνω απαίτηση, καθώς και ότι ο δικαιοπάροχός τους, προέβαινε στη μεταβίβαση του ακινήτου με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαιτήσεως της ενάγουσας-αναιρεσείουσας, με αποτέλεσμα να μη πληρούται η πιο πάνω στη μείζονα σκέψη, η υπό το στοιχείο β' ( θετική γνώση του τρίτου), συρρέουσα με τις λοιπές προϋποθέσεις, για την εφαρμογή των κανόνων των άρθρων 939 και 941 ΑΚ. Επομένως ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο αποδίδονται οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις του που αναφέρονται σε αυτόν, κατά το άλλο μέρος τους, καθώς και οι επί μέρους αιτιάσεις που περιέχονται στους λοιπούς λόγους, αλλά και στο σύνολό του, ο πέμπτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, (με τι οποίες αιτιάσεις) υποστηρίζεται ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και, κατά λογική ακολουθία, τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. 3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 997 ΚΠολΔ, απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση και υπέρ των δανειστών που αναγγέλθηκαν η διάθεση του κατασχεμένου από τον οφειλέτη, αν πρόκειται δε για ενυπόθηκο κτήμα είναι άκυρη η διάθεση του και από τον τρίτο, κύριο ή νομέα, κατά τη διάταξη δε της παραγράφου 2 ιδίου άρθρου, τα αποτελέσματα της § 1 αρχίζουν α) για τον οφειλέτη, αφότου επιδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 995 η περίληψη ή αντίγραφο της κατάσχεσης, β) ... γ) για τους τρίτους, μόνον αφότου η κατάσχεση εγγραφεί κατά το άρθρο 995 στο βιβλίο κατασχέσεων και εφόσον έγιναν οι επιδόσεις στον οφειλέτη και τον τρίτο, κύριο ή νομέα). Η ως άνω, ακυρότητα της διαθέσεως κατασχεμένου ακινήτου, λόγω του επιδιωκομένου από αυτή σκοπού, είναι σχετική υπέρ των προσώπων των οποίων βλάπτονται τα συμφέροντα από την απαγορευμένη εκποίηση, δηλαδή αυτού που επέβαλε την κατάσχεση και των δανειστών που αναγγέλθηκαν, οι οποίοι μπορούν να επικαλεστούν την ακυρότητα. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται αυτοδικαίως υπέρ των παραπάνω προσώπων, χωρίς να απαιτείται να κηρυχθεί με δικαστική απόφαση, μπορούν όμως οι δικαιούχοι να την επικαλεσθούν και με την έγερση αναγνωριστικής αγωγής. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 1019 § 1 ΚΠολΔ, η κατάσχεση, εφόσον δεν ακολούθησε πλειστηριασμός μέσα σε ένα έτος, αφότου επιβλήθηκε, ή αναπλειστηριασμός μέσα σε έξι μήνες από τον πλειστηριασμό, ανατρέπεται, αν το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, με απόφαση του Ειρηνοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, το οποίο δικάζει με την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ. Το δικαστήριο γνωστοποιεί χωρίς υπαίτια καθυστέρηση την απόφαση του στον υπάλληλο του πλειστηριασμού που οφείλει να σταματήσει κάθε παραπέρα ενέργεια και να ζητήσει να εγγραφεί σχετική σημείωση στο βιβλίο κατασχέσεων. Η ανατροπή λογίζεται ότι έχει επέλθει ως προς όλους αφότου δημοσιευθεί η απόφαση. Μετά την ανατροπή της κατασχέσεως αυτή πλέον δεν παράγει έννομες συνέπειες, το κατασχεμένο πράγμα αποδεσμεύεται και εφεξής επέρχεται απόσβεση όλων των εννόμων συνεπειών κάθε πράξης που είχε ενεργηθεί στο πλαίσιο της απρόσφορα περατούμενης αναγκαστικής εκτέλεσης. Ειδικότερα μεταξύ των συνεπειών που δεν παράγονται πλέον συγκαταλέγεται και η νομική δέσμευση του κατασχεθέντος κατά το άρθρο 997 § 1 ΚΠολΔ (απαγόρευση διαθέσεως). Επομένως, η πράξη διαθέσεως, δια και από της ανατροπής της κατασχέσεως αναπτύσσει εφεξής και αυτομάτως τις οικείες συνέπειες, γιατί ελλείπει η αιτία που τις καθιστά ελαττωματικές, χωρίς μάλιστα να παρίσταται ανάγκη επαναλήψεως τους. Περαιτέρω, το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας. Κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος είναι ο χρόνος της συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, αν δε κατά τη διάρκεια της δίκης και πριν από τον άνω κρίσιμο χρόνο εκλείψει το έννομο συμφέρον, η σχετική αγωγή ή αίτηση παροχής εννόμου προστασίας απορρίπτεται. Τέλος, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία. Στην περίπτωση δηλαδή αυτή το διατακτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη και το σκεπτικό του ορθό αιτιολογικό σε αντικατάσταση του εσφαλμένου. Στην κρινόμενη περίπτωση, όσον αφορά την επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία ζητούσε η αναιρεσείουσα την αναγνώριση της ακυρότητας της μεταβίβασης, λόγω της υφισταμένης κατασχέσεως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τμήμα της τα εξής: "... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, λόγω της προαναφερθείσης ολοσχερούς εξόφλησης της απαίτησης της ενάγουσας, δυνάμει της οποίας είχε εγγραφεί η ανωτέρω από 11-6-2003 αναγκαστική κατάσχεση επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του πρώτου εναγόμενου-καθ' ου η εκτέλεση, με την υπ' αριθ. 8160/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, ανετράπει αυτή και μάλιστα σε χρόνο, πριν από την έγερση της κρινόμενης αγωγής. Κατά συνέπεια η ενάγουσα δεν έχει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση, έννομο συμφέρον να ζητά την αναγνώριση της ακυρότητας της επίδικης δικαιοπραξίας, κατ' άρθρο 997 ΚΠολΔ". Από την επισκόπηση, όμως, των προσκομιζομένων εγγράφων προκύπτει ότι η ως άνω απόφαση εκδόθηκε στις 13-12-2004, δηλαδή σε ημερομηνία μεταγενέστερη εκείνης ( 30-3-2004) της άσκησης της αγωγής. Κατά συνέπεια, δεν είχε εκλείψει το έννομο της ενάγουσας κατά την άσκηση της αγωγής, για το επικουρικό της αίτημα, όπως εσφαλμένα έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Πλην όμως, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, η αγωγή, έπρεπε να απορριφθεί, ανεξάρτητα από την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, κατά την άσκηση της αγωγής, διότι τούτο (έννομο συμφέρον της ενάγουσας) είχε εκλείψει, κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (4-12-2007), αφού η απόφαση του Ειρηνοδικείου για την ανατροπή της κατάσχεσης, είχε δημοσιευθεί πριν τη συζήτηση αυτή. Ενόψει αυτών, κατά τα πιο πάνω εκτιθέμενα το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης είναι ορθό, το αιτιολογικό της όμως, εσφαλμένο. Πρέπει λοιπόν, κατ' εφαρμογή του άρθρου 578 ΚΠολΔ, να αντικατασταθούν οι αιτιολογίες, από τις οποίες δεν δημιουργείται σε βάρος της αναιρεσείουσας, δυσμενές δεδικασμένο και συνακόλουθα να απορριφθούν οι περιεχόμενες αιτιάσεις στους επί μέρους λόγους της αίτησης, 1ου (κατά το δεύτερο σκέλος του), 2ου (κατά το δεύτερο σκέλος του) , και 4ου , με τις οποίες αποδίδονται οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1, 11γ και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. 4. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 270 παρ. 1 και 2 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στη δευτεροβάθμια δίκη που διεξάγεται όταν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον απόφασης πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είχε εκδοθεί κατά τη διαδικασία του άρθρ. 270 παρ. 2 εδ. Α' ΚΠολΔ, λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα μη πληρούντα τους όρους του νόμου ακόμα και άκυρα για οποιοδήποτε λόγο έγγραφο. Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 "σχέσεις κράτους - πολίτη ... κ.λ.π." και 339 ΚΠολΔ, προκύπτει η υπεύθυνη δήλωση ή βεβαίωση τρίτου, (μαρτυρία τρίτου), η οποία δεν δόθηκε κατά τον υπό του νόμου οριζόμενο τρόπο, εφόσον έγινε επίτηδες για να χρησιμεύσει ως αποδεικτικά μέσο στη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη, αποτελεί ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Ολ.Α.Π. 8/1987). Αντίθετα, όμοια δήλωση ή βεβαίωση διαδίκου, μπορεί να εκτιμηθεί ως έγγραφο, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ακόμα και να θεωρηθεί, κατά την κρίση του δικαστηρίου, ως εξώδικη ομολογία (ΑΠ 370/2004, 41/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την πλημμέλεια της περ. α' του αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι έλαβε υπόψη ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την από 24-6-2004, υπεύθυνη δήλωση του πρώτου εναγομένου, στην οποία φέρεται να δηλώνει ότι το τίμημα της πωλήσεως είχε εξοφληθεί από τους λοιπούς εναγόμενους, αγοραστές του ακινήτου. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι η δήλωση αυτή του αντιδίκου της δεν αποτελεί ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο. 5. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 §2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα. Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Ακόμη, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου. Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν. Δεν ιδρύεται δε, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας. Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, λόγο εφέσεώς της. Ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε ότι χάριν καταβολής του τιμήματος της πωλήσεως, που αφορούσε η επίμαχη δικαιοπραξία, παραδόθηκε από τους αγοραστές (β' και γ' εναγομένους) στον πωλητή (α' εναγόμενο), επιταγή εκδόσεως τρίτου προσώπου, παραβλέποντας και μη λαμβάνοντας υπόψη το σχετικό ισχυρισμό της και αντίστοιχο λόγο της εφέσεως, για το ότι από την επιταγή αυτή, δεν προέκυπτε ότι είχε εκδοθεί από τους αγοραστές, καθώς και ότι δεν είχε μεταβιβασθεί νομίμως, με αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων, στον φερόμενο ως πωλητή και συνακόλουθα δεν αποδεικνυόταν, όπως αβάσιμα δέχτηκε το δικαστήριο, η εξόφληση του τιμήματος. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο διότι, τα ως άνω, υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την προεκτεθείσα έννοια, δηλαδή ισχυρισμό που τείνει στη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματός της, δεδομένου ότι μόνη η μη εξόφληση του τιμήματος δεν έχει ως συνέπεια τη διάρρηξη της δικαιοπραξίας. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας, ως ηττηθείσας διαδίκου, η δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-3-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1476/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Mαΐου 2013. Και Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ