Αριθμός 1780/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ-ΙΚΑ-ΕΤΑΜ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κουρούμαλη Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Γ. του Ε., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/3/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15520/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1389/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11/10/2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Αλειφεροπούλου ανέγνωσε την από 11/3/2010 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Σαράντη Δρινέα, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως για τον από το άρθρο 559 αρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. λόγο και την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως που περιέχονται στο αναιρετήριο. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, εφόσον δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.- Επί του προκειμένου, όπως προκύπτει από τις, επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από το αναιρεσείον, 1351/Β/19-3-2013 και 1352/Β/19-3-2013 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., ακριβή αντίγραφα της υπό κρίση αιτήσεως, για αναίρεση της 1389/2008 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και της από 29-1-2013 κλήσεως προς συζήτηση της αιτήσεως αυτής (μετά από ματαίωση) με πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (21-5-2013), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 568 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., με επιμέλεια αυτού (αναιρεσείοντος), προς την αναιρεσίβλητη. Επομένως, αφού η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου ούτε κατέθεσε δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτήν, κατ' άρθρ. 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει, παρά τη δικονομική απουσία της, να συζητηθεί και να ερευνηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και εκείνη παρούσα (άρθρ. 576 παρ.2 εδ. γ' Κ.Πολ.Δ.). Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 περ. α' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ, κατά τις σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του ή, αν εφαρμοστεί, ενώ, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8 παρ.1 και 9 του Ν. Δ/τος 1204/1972 προκύπτει, ότι οι ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές), που δικαιούνται κατά τη νομοθεσία του Ι.Κ.Α. οι ασφαλισμένοι σ` αυτό, πραγματοποιούνται από θεράποντες ιατρούς της ελεύθερης εκλογής του ασφαλισμένου, από κατάλογο που καταρτίζει το ίδρυμα, ο οποίος περιλαμβάνει ιατρούς, που ασκούν νόμιμα το επάγγελμά τους, ειδικότητας παθολόγου ή γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα, όπως και από ιατρούς ειδικοτήτων. Σαν τέτοιοι νοούνται και οι οδοντίατροι, οι εργαστηριακοί, καθώς επίσης οι θεραπευτές ιατροί του ιδρύματος, παθολόγοι γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα και παιδίατροι, που δεν παρέχουν ιατρικές φροντίδες θεράποντος ιατρού, υπό την έννοια των άρθρων 2-6 του αυτού νομοθετικού διατάγματος. Κατά το άρθρο 5 του ως άνω Ν. Δ/τος, η σχέση των θεραπόντων ιατρών με το Ι.Κ.Α., μη συνιστώσα σχέση ή σύμβαση εργασίας, διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του νόμου αυτού, δεν κωλύονται δε οι ιατροί αυτοί να παρέχουν ιατρικές φροντίδες ελεύθερα και σε πρόσωπα που δεν δικαιούνται παροχές ασθένειας από το Ι.Κ.Α., του οποίου δεν αποτελούν προσωπικό, ο δε χρόνος παροχής απ` αυτούς ιατρικών φροντίδων δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας ιατρού στο ίδρυμα. Αντίθετα, κατά το άρθρο 8 παρ.3 του ίδιου Ν. Δ/τος, οι ιατροί ειδικοτήτων και εργαστηρίων, καθώς και οι κατ' άρθρ. 9 αυτού ιατροί θεραπευτές παθολόγοι και παιδίατροι, συνδέονται με το Ι.Κ.Α. με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 του αυτού Ν. Δ/τος, εφόσον οι τοπικές συνθήκες ή έτεροι σοβαροί λόγοι δεν καθιστούν δυνατή την εφαρμογή των άρθρων 2, 8 και 9 αυτού, επιτρέπεται η σύναψη ειδικών συμβάσεων με θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων για αόριστο χρόνο, με αμοιβή οριζόμενη είτε αναλόγως του αριθμού των δικαιούχων είτε άλλως πως, χωρίς περιορισμό από τις περί αμοιβής των ιατρών διατάξεις, οι ειδικές δε αυτές συμβάσεις, μη συνιστώσες σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας, μπορούν να καταγγέλλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε μετά μηνιαία προειδοποίηση και διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του παραπάνω Ν. Δ/τος, σύμφωνα με το άρθρο 5 αυτού. Εξάλλου, το άρθρο 18 του Ν. 2150/1993, που έχει τον ειδικότερο τίτλο "ρύθμιση μισθολογικών θεμάτων γιατρών Ι.Κ.Α. με σύμβαση κλπ", ορίζει: Στην παράγραφο 1, ότι οι υπηρετούντες στο Ι.Κ.Α. ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αόριστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του ιδρύματος. Ο χρόνος υπηρεσίας τους στο ΙΚΑ υπολογίζεται για τη μισθολογική εξέλιξή τους. Στην παράγραφο 2, ότι οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ως προς τα καθήκοντα, τις πάσης φύσεως άδειες, το ωράριο εργασίας, τις τοποθετήσεις - μετακινήσεις - αποσπάσεις - μεταθέσεις και τα πειθαρχικά αδικήματα, που ισχύουν για τους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, στο εξής θα ισχύουν και για τους ιατρούς, όπως αυτοί αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Στην παράγραφο 3, ότι στις παραπάνω ρυθμίσεις δεν υπάγονται: α) οι με ειδική σύμβαση ιατροί, οι οποίοι κατέχουν και δεύτερη θέση ή είναι συνταξιούχοι του Δημοσίου, β) οι με ειδική σύμβαση ιατροί, των οποίων η μηνιαία αποζημίωση είναι μεγαλύτερη από τις μηνιαίες αποδοχές, που προκύπτουν από τη ρύθμιση της παραγράφου 1 του παρόντος, εκτός αν με αίτησή τους επιλέξουν τη ρύθμιση αυτή. Για τους ιατρούς των περιπτώσεων α' και β' εξακολουθεί να ισχύει το εργασιακό και μισθολογικό καθεστώς των άρθρων 5 και 10 του Ν. Δ/τος 1204/1972. Τέλος, στην παράγραφο 4 ορίζεται, ότι για τους προσλαμβανόμενους στο εξής στο Ι.Κ.Α. ιατρούς, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. Δ/τος 1204/1972, θα ισχύουν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού. Κατ` εξαίρεση, σε ειδικές περιπτώσεις, όπως προσλήψεις ιατρών για κάλυψη αναγκών σε προβληματικές, άγονες και παραμεθόριες περιοχές ή για κάλυψη αναγκών σε ειδικότητες, όπου δεν υπάρχει προσφορά ενδιαφερομένων για πρόσληψη ιατρών, θα ισχύουν, ως προς το εργασιακό καθεστώς και τον καθορισμό της αποζημίωσης, οι διατάξεις των άρθρων 5 και 10 του Ν. Δ/τος 1204/1972. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι η με το Ι.Κ.Α. σχέση των ιατρών, που προσλήφθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. Δ/τος 1204/1972 είναι, ότι συνδέονται με αυτό με ειδική σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ως άνω Ν. Δ/τος, όπου δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, η δε γενομένη με το άρθρο 18 του Ν. 2150/1993 μισθολογική εξομοίωση με τους ιατρούς θεραπευτές του Ι.Κ.Α., που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου δικαίου, δεν μετέβαλε και τη φύση της σχέσης, που συνδέει τους ιατρούς της κατηγορίας αυτής με το Ι.Κ.Α. (Α.Ε.Δ. 5/2000). Επομένως, έχει εφαρμογή στις συμβάσεις αυτές η διάταξη, που εξακολουθεί να ισχύει, επειδή δεν καταργήθηκε και μετά την ισχύ του Ν. 2150/1993, του άρθρου 10 του Ν. Δ/τος 1204/1972, κατά την οποία οι εν λόγω συμβάσεις καταγγέλλονται οποτεδήποτε μετά από προειδοποίηση ενός μηνός. Μετά την παραπάνω απόφαση του Α.Ε.Δ. (5/2000) ψηφίστηκε και δημοσιεύτηκε ο Ν. 3232 της 12-2-2004, ο οποίος, με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ.1 εδ. γ', όρισε ότι "Η αληθής έννοια του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1204/1972 (Φ.Ε.Κ. 123Α), που προβλέπει ειδικές συμβάσεις ιατρών και οδοντιάτρων του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., είναι ότι οι συμβάσεις αυτές είναι εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου". Όμως η διάταξη αυτή, ενόψει του ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 10 του Ν. Δ/τος 1204/1972, που φέρεται ότι ερμηνεύεται, είναι σαφής καθόσον αφορά τη φύση της σχέσης που συνδέει με ειδικές συμβάσεις τους θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων με το Ι.Κ.Α., αφού προβλέπει ρητά, ότι οι ειδικές αυτές συμβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας, δεν είναι πράγματι ερμηνευτική, αλλά πρόκειται για ψευδοερμηνευτική διάταξη, η οποία για την αιτία αυτή δεν μπορεί να έχει εδώ αναδρομική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 77 του ισχύοντος Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε με το ψήφισμα της 6-4-2001 της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, το οποίο ορίζει στη μεν παράγραφο 1 αυτού, ότι η αυθεντική ερμηνεία των νόμων ανήκει στη νομοθετική λειτουργία, στη δε παράγραφο 2, ότι νόμος που δεν είναι πράγματι ερμηνευτικός ισχύει μόνο από τη δημοσίευσή του (Α.Ε.Δ. 5/2000, Ολ. Α.Π. 21 και 22/2007, Α.Π. 592/2012, 675/2009). Ενόψει όσων προαναφέρθηκαν, για τους ιατρούς που συνδέονται με το αναιρεσείον με ειδική σύμβαση, που έχει καταρτιστεί με βάση το άρθρο 10 του Ν.Δ. 1204/1972, εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 5 του ίδιου Ν.Δ., κατά τις οποίες οι εν λόγω συμβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας και διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ίδιου νομοθετικού διατάγματος, κατά το άρθρο 10 του οποίου οι ειδικές αυτές σχέσεις μπορούν να καταγγέλλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε μετά από μηνιαία προειδοποίηση, κατά τα προεκτεθέντα (Oλ. Α.Π. 22/2007). Εξάλλου, με το άρθρο μόνο του Π.Δ. 410/1988 κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο οι ισχύουσες διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. Με το άρθρο 49 του Κώδικα αυτού ορίζονται, εκτός άλλων, και τα εξής: "1. Το προσωπικό του Κεφαλαίου αυτού (δηλαδή του Κεφαλαίου Β', που αφορά το προσωπικό για κάλυψη οργανικών θέσεων), εκτός αν διαφορετικά ο νόμος ορίζει, απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία, μόλις συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του. Για την εφαρμογή της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου, ως ημέρα γέννησης λαμβάνεται πάντοτε η 31η Δεκεμβρίου του έτους γέννησης" (παρ.1). "2. Κατ' εξαίρεση της παραγράφου 1, το προσωπικό του Δημοσίου, που δεν υπάγεται στις διατάξεις του Ν.Δ. 874/1971 ..., καθώς και το προσωπικό των Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., το οποίο δεν αποκτά δικαίωμα σύνταξης, διατηρείται στην υπηρεσία μέχρι να συμπληρώσει τέτοιο δικαίωμα και πάντως όχι πέρα από το 70ό έτος της ηλικίας του ..." (παρ.2). "4. Για την κατά το άρθρο αυτό λύση της εργασιακής σχέσης εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου" (παρ. 4). Οι παρατιθέμενες, όμως, αυτές διατάξεις του άρθρου 49 του αμέσως πιο πάνω Κώδικα, που καταρτίστηκε με το Π.Δ. 410/1988, δεν έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με τα παραπάνω, ως προς τους ιατρούς, που συνδέονται με το αναιρεσείον (Ι.Κ.Α-Ε.Τ.Α.Μ.) με ειδική σύμβαση, που έχει καταρτιστεί με βάση το άρθρο 10 του Ν.Δ. 1204/1972, για τους οποίους (ιατρούς) εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 5 του νομοθετικού αυτού διατάγματος, κατά τις οποίες οι εν λόγω ειδικές συμβάσεις μπορούν να καταγγέλλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε μετά από μηνιαία προειδοποίηση, κατά τα προαναφερόμενα (Α.Π. 592/2012, 675/2009).- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα προσλήφθηκε από το εναγόμενο ΙΚΑ στις 25-10-1990, με ειδική σύμβαση ορισμένου χρόνου, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν.δ. 1204/1972, για να παράσχει τις υπηρεσίες της στους ασφαλισμένους του τελευταίου ως παιδίατρος σε ιατρείο που διατηρεί αυτό στο ..., για το χρονικό διάστημα από 25-10-1990 έως 16-5-1991. Στη συνέχεια, σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. πρωτ. ΡΟΙ/388/6-5-1991 απόφασης του Διοικητή του εναγομένου, συνήφθη μεταξύ του Διευθυντή του Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης και της ενάγουσας η από 17-5-1991 ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του άνω ν.δ., βάσει της οποίας η τελευταία εξακολούθησε να παρέχει τις υπηρεσίες της με την άνω ιδιότητα, αρχικά με κατ' αποκοπή μηνιαία αμοιβή και στη συνέχεια, μετά τη μισθολογική εξομοίωσή της με τους μόνιμους θεραπευτές του ΙΚΑ κατά το άρθρο 18 του ν. 2150/1993, με μισθό, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους που αναφέρονται στην άνω σύμβαση. Η τελευταία, σε εκτέλεση των άνω συμβάσεων, παρείχε τις υπηρεσίες της με την άνω ειδικότητά της, αρχικά στο ιατρείο ..., στη συνέχεια στα ιατρεία ... και ... έως την 31-12-2005. Το εναγόμενο με το υπ' αριθμ. πρωτ. Φ05/34078/31-10-2005 έγγραφό του, που επιδόθηκε στην ενάγουσα την 15-11-2005, της γνωστοποίησε ότι από 1-1-2006 δεν θα αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες της, λόγω συμπλήρωσης στις 31-12-2005 του 65ου έτους της ηλικίας της και στη συνέχεια, στις 20-1-2006, της επέδωσε την υπ' αριθμ. πρωτ. Φ05/34078/19-1-2006 απόφαση του Διοικητή του, με την οποία αποφασίσθηκε η αυτοδίκαιη λύση της υπηρεσιακής σχέσης από 1-1-2006, με την αιτιολογία ότι κατελήφθη από το όριο ηλικίας, επικαλούμενο προς τούτο τις διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 1 εδ. γ του ν. 3232/2004 και 49 παρ. 1 και 2 του π.δ. 410/1988. Η ενάγουσα στις 31-12-2005 είχε θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα από το Ταμείο Συντάξεως και Αυτασφαλίσεως Υγειονομικών (Τ.Σ.Α.Υ) ..., δεν ήταν όμως συνταξιούχος του άνω Ταμείου, γεγονός που συνομολογεί και το εναγόμενο ... . Επομένως, ... η ενάγουσα, εφόσον δεν είχε την ιδιότητα της συνταξιούχου κατά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας της, είχε το δικαίωμα να παραμείνει στην Υπηρεσία του εναγομένου μέχρι το 70° έτος της ηλικίας της, προκειμένου να θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα σ' αυτό. Κατά συνέπεια, αφού δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης, η απόλυση της ενάγουσας, που έγινε με την άνω απόφαση - διαπιστωτική πράξη, είναι άκυρη. Συνακόλουθα, είναι άκυρη και η καταγγελία της σύμβασης που εμπεριέχεται στην άνω διαπιστωτική πράξη.". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε, ότι η καταγγελία της επίδικης συμβάσεως, που έγινε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, κατά τον ως άνω τρόπο, είναι άκυρη, αφού έγινε κατ' επίκληση των διατάξεων του άρθρου 49 του Π.Δ. 410/1988 και όχι σύμφωνα με όσα προβλέπει το άρθρο 10 του Ν. 1204/1972 και απέρριψε την έφεση αυτού εναντίον της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά την κύρια βάση της (ενώ η επικουρική βάση της, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., δεν ερευνήθηκε) και, αφενός μεν αναγνωρίστηκε η, για τους άνω λόγους, ακυρότητα της επίδικης καταγγελίας, αφετέρου δε επιδικάστηκαν μισθοί υπερημερίας. Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο και με βάση τις πιο πάνω ουσιαστικές παραδοχές του, έσφαλε περί την ερμηνεία και την εφαρμογή των ως άνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων και ειδικότερα α) των άρθρων 5 και 10 του Ν.Δ. 1204/1972, β) του άρθρου 24 Ν. 3232/2004 και γ) του άρθρου 49 Π.Δ. 410/1988, καθόσον, αφενός μεν εφήρμοσε τις υπό στοιχ. β' και γ', ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες, αφετέρου δε δεν εφήρμοσε τις υπό στοιχ. α' διατάξεις, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες. Ειδικότερα, α) δέχεται το Εφετείο, ότι η διάταξη του άρθρου 24 Ν. 3232/2004 είναι γνήσια ερμηνευτική, ενώ δεν είναι και, συνεπώς, δεν εφαρμόζεται στην υπό κρίση περίπτωση, β) ότι έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 49 του Π.Δ. 410/1988, ως προς τη δυνατότητα καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ενώ, όπως αναφέρθηκε, η σύμβαση αυτή διέπεται αποκλειστικά, ως προς τη χρονική διάρκειά της και τη δυνατότητα καταγγελίας εκ μέρους των συμβαλλόμενων μερών, από τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1204/1972, σύμφωνα με το οποίο αυτή μπορούσε να καταγγελθεί οποτεδήποτε, από οποιοδήποτε μέρος "τηρουμένης μηνιαίας προθεσμίας προειδοποιήσεως". Δηλαδή η καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως μπορούσε να γίνει οποτεδήποτε, χωρίς καμιά αιτιολογία και με μόνη προϋπόθεση την προηγούμενη ειδοποίηση του αντισυμβαλλόμενου μέρους ένα μήνα πριν. Επί του προκειμένου, όπως δέχεται το Εφετείο, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον στις 15-11-2005 γνωστοποίησε στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ότι από 1-1-2006 δεν θα αποδέχεται τις υπηρεσίες της και, στη συνέχεια, στις 20-1-2006 της επέδωσε απόφαση του Διοικητή του (Ι.Κ.Α.), με την οποία αποφασίστηκε η "αυτοδίκαιη λύση της υπηρεσιακής σχέσης από 1-1-2006". Με βάση αυτά, επομένως, πληρώθηκε το πραγματικό του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1204/1972, καθόσον αφορά τη νομιμότητα της εν λόγω καταγγελίας, αφού είχε προηγηθεί η προβλεπόμενη προειδοποίηση της αναιρεσίβλητης και επακολούθησε η, κατά τα άνω, καταγγελία, η οποία, εκ του λόγου και μόνο ότι γίνεται επίκληση της συμπλήρωσης του 65ου έτους της ηλικίας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και της θεμελίωσης από αυτή συνταξιοδοτικού δικαιώματος από το Τ.Σ.Α.Υ., δεν πάσχει ακυρότητα, αφού, όπως αναφέρθηκε, κατά τα λοιπά, πληροί, για την εγκυρότητά της, τις προϋποθέσεις του άρθρου 10 Ν.Δ. 1204/1972. Συνεπώς, η περί καταγγελίας της εν λόγω συμβάσεως βούληση του αναιρεσείοντος εκδηλώθηκε νομότυπα και άσχετα με τα "παραγωγικά αίτια" αυτής, χωρίς να είναι αναγκαίο να συντρέχει ή να αναφέρεται σ' αυτήν ο λόγος, για τον οποίο αυτή έλαβε χώρα (Ολ.Α.Π. 22/2007). Οι διατάξεις, εξάλλου, του άρθρου 49 Π.Δ. 410/1988, όπως προαναφέρθηκε, δεν έχουν εφαρμογή στην επίδικη σύμβαση. Επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο το αναιρεσείον παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή από το Εφετείο των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθία τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, στη συνέχεια δε, αφού (μετά την παραδοχή του πιο πάνω λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καλύπτει το σύνολο της προσβαλλόμενης αποφάσεως) παρέλκει πλέον, ως αλυσιτελής, η έρευνα του δεύτερου και τελευταίου λόγου αυτής, με τον οποίο προσάπτεται στην εν λόγω απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, προς περαιτέρω εκδίκαση, ενόψει του ότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, μετά την κατά τα άνω παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένων, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957, εφόσον η νομική του υπηρεσία διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 1389/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Σεπτεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ