Αριθμός 66/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δ. Σ. του Δ., δικηγόρου, κατοίκου ..., υπό την ιδιότητά του ως συνδίκου της ένωσης των πιστωτών της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Ζ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Πανταζή. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Μαΐου 2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 73/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 221/2011 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 19 Νοεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να απορριφθεί δε ο δεύτερος λόγος. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 419 ΑΚ προκύπτει ότι για να επέλθει απόσβεση της ενοχής με δόση αντί καταβολής απαιτείται συμφωνία δανειστή και οφειλέτη, ότι η άλλη παροχή δίνεται αντί καταβολής, συνάμα δε να συνοδεύεται η συμφωνία αυτή και με έμπρακτη ή άμεση εκτέλεση της άλλης παροχής, που δίνεται αντί της οφειλόμενης. Ειδικότερα, κατά τις βασικές διατάξεις των άρθρων 287 και 316 επ. ΑΚ, ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει στον δανειστή ακριβώς το οφειλόμενο. Με την καταβολή η ενοχή του αποσβέννυται (αρθρ. 416 ΑΚ). Εάν όμως ο οφειλέτης καταβάλει κάτι άλλο αντί του οφειλομένου (αρθρ. 419 ΑΚ) και ο δανειστής δεχθεί την άλλη αυτή παροχή, η ενοχή αποσβεννύεται αμέσως με την ικανοποίηση του δανειστή. Με την ως άνω αποδοχή του δανειστή - συνάπτεται επαχθής εκποιητική σύμβαση που περιλαμβάνει τη συμφωνία περί του ότι η ενοχή θα αποσβεσθεί με την καταβολή άλλης, αντί της οφειλομένης παροχής, η οποία σύμβαση και εκτελείται ταυτοχρόνως με την παράδοση του αντί καταβολής διδομένου. Αντικείμενο της δόσεως αντί καταβολής μπορεί να είναι κάθε άλλη παροχή αντί της οφειλομένης, ήτοι δύναται να συνίσταται στην οιαδήποτε προσπόριση αγαθού και επομένως, αντί των οφειλομένων χρημάτων μπορεί να δοθεί πράγμα, κινητό ή ακίνητο. Αν το διδόμενο αντί καταβολής αντικείμενο είναι πράγμα κινητό, πρέπει να παραδοθεί στον δανειστή η νομή αυτού, οπότε με την παράδοση και την αποδοχή συντελείται η αντί καταβολής δόση (αρθρ. 1034 ΑΚ). Αν το πράγμα είναι ακίνητο, η αντί καταβολής δόση απαιτεί επιπλέον και μεταγραφή (άρθρ. 1033 ΑΚ). Δεν έχει δε κατά κανόνα σημασία αν το αντικείμενο που δίνεται αντί καταβολής είναι ίσης, μεγαλύτερης ή μικρότερης αξίας από το αντικείμενο της παλαιάς ενοχής. Όμως, μπορεί να συμφωνηθεί, στα πλαίσια της αρχής της ιδιωτικής αυτονομίας και ειδικότερα της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), αν μεν το αντικείμενο που δίνεται αντί καταβολής είναι μεγαλύτερης αξίας, ο δανειστής να υποχρεούται να αποδώσει τη διαφορά, εφόσον δε είναι μικρότερης, η δόση αντί καταβολής να δίνεται προς μερική απόσβεση της παλαιάς ενοχής, ίσης με την αξία του άλλου αντικειμένου. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 537 του ΕμπΝ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 419 ΑΚ, συνάγεται ότι, εφόσον η δόση αντί καταβολής προς τον δανειστή του πτωχεύσαντος, έγινε από τον τελευταίο πριν από την ύποπτη περίοδο, όπως αυτή ορίζεται στην πρώτη των άνω διατάξεων, είναι καθόλα έγκυρη και παράγει τα έννομα αποτελέσματά της μεταξύ του πτωχεύσαντος οφειλέτη και του δανειστή του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν συνιστούν δε ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.Α.Π. 661/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθ. 7074/25-7-2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως η εδρεύουσα στην … ανώνυμη κατασκευαστική εταιρία με την επωνυμία "ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ Α.Ε.". Ως χρόνος παύσης των πληρωμών ορίσθηκε η 31-1-2001. Με την υπ' αριθ. 1458/7-11-2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διορίσθηκε ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) οριστικός σύνδικος της πτωχεύσεως. Επίσης αποδείχθηκε ότι κατά της πτωχεύσασας εταιρίας υφίστατο απαίτηση του εναγομένου αφορώσα την αμοιβή του ύψους τον Δεκέμβριο του 2000, 14.584.075 δραχμών, από την εκτέλεση έργων που του είχαν ανατεθεί με σχετικές συμβάσεις από την ως άνω εταιρία το έτος 2000. Στις 22-12-2000, δηλαδή εκτός υπόπτου περιόδου η πτωχεύσασα εταιρία παρέδωσε στον εναγόμενο έναν εκσκαφέα τύπου CATERPILLAR 235 CME-MC OME με αριθμό κυκλοφορίας …, ως δόση αντί καταβολής και ειδικότερα προς μερική εξόφληση της αμοιβής του από τις ανωτέρω συμβάσεις έργων με το συμψηφισμό της χρηματικής του αξίας προς την οφειλόμενη αμοιβή. Η κρίση του Δικαστηρίου για όλα τα παραπάνω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά και κυρίως για την παράδοση της νομής του πιο πάνω μηχανήματος από την πτωχεύσασα εταιρία προς τον εναγόμενο κατά το Δεκέμβριο του 2000, δηλαδή πριν την ύποπτη περίοδο, στηρίζεται στην κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Ο μάρτυρας αυτός μετά λόγου γνώσεως βεβαίωσε όλα τα παραπάνω κρίσιμα περιστατικά, όπως αυτά προαναφέρθηκαν, η δε κατάθεσή του ουδόλως αντικρούεται από αυτήν του μάρτυρα απόδειξης. Την παράδοση του επίδικου μηχανήματος στον εναγόμενο από την πτωχεύσασα εταιρία κατά το μήνα Δεκέμβριο του 2000 ομολογεί και ο ενάγων με το δικόγραφο της από 27-9-2010 εφέσεώς του. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος κηρύχθηκε ένοχος του αδικήματος της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με την υπ' αριθ. 438/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ιωαννίνων δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα δίκη, δεδομένου ότι η κρίση των πολιτικών δικαστηρίων είναι ανεξάρτητη και δεν επηρεάζεται από αυτή των ποινικών δικαστηρίων, αλλά κάθε μία από τις δικαιοδοσίες αυτές είναι ανεξάρτητη. Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον το μηχάνημα δεν ανήκει στην πτωχευτική περιουσία και η πτωχεύσασα εταιρία παρέδωσε τη νομή του μηχανήματος στον εναγόμενο στα πλαίσια της ως άνω συμφωνίας τους, η παρακράτησή του δεν συνιστά το αδίκημα της υπεξαιρέσεως. Επομένως το αίτημα της αγωγής περί αναγνωρίσεως της υποχρεώσεως του εναγομένου προς παράδοση του μηχανήματος τυγχάνει αβάσιμο και απορριπτέο". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, έκανε δεκτή την έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου (εναγομένου) κατά της αντιθέτως κρίνασας απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ακολούθως δε απέρριψε την ένδικη αγωγή, με την οποία επιδιώκετο η αναγνώριση της κυριότητας της πτωχεύσασας εταιρίας στο παραπάνω μηχάνημα και η απόδοση αυτού στον αναιρεσείοντα, υπό την ιδιότητά του ως συνδίκου της πτωχεύσεως. Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 416, 419, 361, 1034 ΑΚ και 537 ΕμπΝ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προαπετηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, το Εφετείο καταλήγει στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι ο αναιρεσίβλητος κατέστη κύριος του επίδικου μηχανήματος, ώστε η άρνησή του να το παραδώσει στο σύνδικό της πτωχεύσεως, να μη συνιστά παράνομη παρακράτηση αυτού, και ειδικότερα το αδίκημα της υπεξαίρεσης, αφού, η πτωχεύσασα εταιρία "ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ Α.Ε.", οριστικός σύνδικος της οποίας είναι ο αναιρεσείων, η οποία όφειλε στον αναιρεσίβλητο κατά το μήνα Δεκέμβριο του 2000 το ποσό των 14.584.075 δραχμών ως αμοιβή, από την εκτέλεση έργων που είχε αναθέσει σ' αυτόν με σχετικές συμβάσεις, παρέδωσε στον τελευταίο, εκτός της ύποπτης περιόδου, μετά από σχετική συμφωνία τους, το προαναφερόμενο μηχάνημα (εκσκαφέα), ως δόση αντί καταβολής, προς μερική εξόφληση της, από τις ανωτέρω συμβάσεις, αμοιβής του, ίσης με την αξία του μηχανήματος. Αρκούσε δε προς αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο αναιρεσίβλητος έχει απαίτηση από την πτωχεύσασα εταιρία, κατά το παραπάνω ποσόν, προερχόμενη από την οφειλόμενη σ' αυτόν αμοιβή για την εκτέλεση των έργων που του ανέθεσε, καθώς και ότι η δόση αντί καταβολής του παραπάνω μηχανήματος έγινε προς μερική εξόφληση της απαίτησης αυτής κατά ποσόν ίσον προς την αξία του μηχανήματος, και δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζονται οι συμβάσεις, τα έργα και η καθορισθείσα γι' αυτά αμοιβή, για τον προσδιορισμό της άνω απαίτησης, ούτε η χρηματική αξία του άνω μηχανήματος που δόθηκε αντί καταβολής προς μερική εξόφληση αυτής, ίσης με την αξία του, αφού τα τελευταία δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενόψει του παραπάνω περιεχομένου και αιτήματος της ένδικης αγωγής, και τα οποία θα ήταν αναγκαία, μόνον αν επρόκειτο για την επιδίκαση στον εναγόμενο της αμοιβής του ως εργολάβου, στην οποία προτάθηκε ένσταση μερικής εξοφλήσεως αυτής. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 20 του ΚΠολΔ, έγγραφα, που η παραμόρφωση του περιεχομένου τους ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα. Ως εκ τούτου, δεν είναι έγγραφα εκείνα που αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα πρακτικά των δικαστηρίων και οι εκθέσεις του εισηγητού δικαστού, κατά το μέρος που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως. Επίσης δεν αποτελούν έγγραφα κατά την παραπάνω έννοια τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, όπως είναι και τα δικόγραφα των εφέσεων των διαδίκων. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τα κρίσιμα ζητήματα που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, παραμόρφωσε τα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στα οποία περιέχονται οι καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, καθώς και το δικόγραφο της εφέσεως του αναιρεσείοντος. Με το περιεχόμενο αυτό, ο ερευνόμενος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθ` όσον τα φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα δεν είναι από εκείνα που αναφέρονται στα άρθρα 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12-12-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 221/1011 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ