Αριθμός 38/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Ν. Α. του Σ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3710/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαΐου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 747/2012. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή, με αριθμό 180/27-9-2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας (σε συμβούλιο), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδάφ. α Κ.Π.Δ, την επιδοθείσα την 5-6-2012 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αίτηση αναιρέσεως του Ν. Α. του Σ., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθ. 3710/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, εκθέτω τα κάτωθι: Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 476 Κ.Π.Δ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων (περί των οποίων δεν πρόκειται εν προκειμένω), εκπρόθεσμα, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν, απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Εξάλλου ορίζεται με την διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ ότι "όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από την δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δέκα ημερών, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης". Περαιτέρω, με την διάταξη της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου, ορίζεται ότι η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης, μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ.1 ...", ενώ με την διάταξη της παραγράφου 3 του ιδίου άρθρου, ορίζεται ότι "η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης, αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου ...". Από τον συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων, προκύπτει σαφώς ότι η προθεσμία άσκησης αναίρεσης από τον κατηγορούμενο κατά καταδικαστικής αποφάσεως με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι εικοσαήμερη και αρχίζει από την καταχώρηση της απόφασης στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων τελεσίδικων αποφάσεων της παραγράφου 3, ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή της, τότε μόνο συγχωρείται, όταν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που εμποδίζουν τον δικαιούμενο στην εμπρόθεσμη άσκηση της. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να εκτίθενται στην συντασσόμενη κατά το άρθρο 474 σχετική έκθεση, με ταυτόχρονη επίκληση των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τους λόγους αυτούς (ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340 παρ.2, 473 παρ.1 501 παρ.1 και 502 παρ.1 του Κ.Π.Δ, συνάγεται ότι επιτρέπεται στον κατηγορούμενο να εκπροσωπείται μόνο από συνήγορο, που διορίζεται με απλή έγγραφη δήλωση του. Ο εκπροσωπών τον κατηγορούμενο συνήγορος, ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν, οπότε, στην περίπτωση αυτή, ο κατηγορούμενος θεωρείται πραγματικά παρών και όχι ωσεί παρών, για το λόγο δε αυτό και η προθεσμία για την άσκηση υπό τούτου του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, αρχίζει από την καταχώρηση της καταδικαστικής απόφασης στο ειδικό βιβλίο τελεσίδικων αποφάσεων και όχι από την επίδοση της, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ο νομίμως εκπροσωπήσας αυτόν συνήγορος, ήταν παρών κατά τη δημοσίευση, διότι, πληροφορούμενος την καταδίκη του εντολέα του, μπορεί ν' ασκήσει, κατ' άρθρο 465 παρ. 2 Κ.Π.Δ, ένδικο μέσο, χωρίς άλλη εντολή (ΑΠ 1099/2011, ΑΠ 896/2008, ΑΠ 679/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων άσκησε την 5-6-2012 την υπό κρίση αναίρεσή του κατά της υπ' αριθμ. 3710/2011 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, με επίδοση σχετικής δήλωσης στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε παρόντος του κατηγορουμένου, αφού αυτός εκπροσωπήθηκε κατά τα άρθρα 340 παρ. 2 και 501 παρ.1 Κ.Π.Δ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μίγα, και καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο την 30-12-2011. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η έναρξη της εικοσαήμερης προθεσμίας για την άσκηση αναιρέσεως κατά το άρθρο 473 παρ.2 και 3 Κ.Π.Δ. άρχιζε στην προκειμένη περίπτωση την 31-12-2011 και έληγε την 19-1-2012. Ασκηθείσα συνεπώς η προκειμένη αναίρεση την 5-6-2012, είναι εκπρόθεσμη, αφού σ' αυτήν δεν εκτίθενται λόγοι ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που εμπόδισαν τον δικαιούμενο στην εμπρόθεσμη άσκηση της. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, ως ασκηθείσα εκπροθέσμως και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 5-6-2012 αίτηση αναιρέσεως του Ν. Α. του Σ., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 3710/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, και β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της προκειμένης διαδικασίας. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 507 παρ.1 του ΚΠΔ σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 473 παρ.2 και 3 του ίδιου Κώδικα προκύπτει με σαφήνεια ότι, αν ο κατηγορούμενος ασκήσει αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως με δήλωση επιδιδόμενη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (είτε αυτοπροσώπως είτε δι' αντιπροσώπου, κατά το άρθρο 465 ΚΠΔ), ενώ ήταν παρών κατά την απαγγελία αυτής (παρών δε θεωρείται και ο εκπροσωπηθείς, από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατηγορούμενος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ.2 και 502 παρ.1 εδ.α' ΚΠΔ) η προθεσμία ασκήσεως της αναιρέσεως είναι εικοσαήμερη και αρχίζει από την επομένη της καταχωρήσεως της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Εξάλλου, κατά γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία "κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα" μπορεί ο αναιρεσείων να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, εξαιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που στηρίζουν το λόγο αυτό. Αν ο επικαλούμενος λόγος δεν είναι βάσιμος, δηλαδή δεν συνιστά ανωτέρω βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα ή δεν αποδεικνύεται, η εκπροθέσμως ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ ως απαράδεκτη. Ως ανωτέρα βία θεωρείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορούσε να αποτραπεί και με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο δεν οφείλεται οπωσδήποτε σε υπαιτιότητα του ασκούντος το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί απ' αυτόν με κανένα τρόπο. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3710/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εκδόθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 2011 παρουσία του εκκαλούντος κατηγορουμένου - εκπροσωπηθέντος από το συνήγορό του Γεώργιο Μίγα - και καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο αναφερόμενο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠΔ στις 30-12-2011, με αριθμό καταχωρήσεως 829, όπως προκύπτει από τη συνημμένη σ' αυτήν υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμοδίας γραμματέως. Εξάλλου, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής, ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα, με δήλωση επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 5 Ιουνίου 2012 δηλαδή μετά την παρέλευση της αναφερόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας που ορίζεται από το νόμο και η οποία έληξε την 19 Ιανουαρίου 2012, ημέρα Πέμπτη. Εκτίθεται, όμως, στην αίτηση ως λόγος ανωτέρας βίας, δικαιολογητικός της εκπροθέσμου ασκήσεως της αναιρέσεως, ασθένεια του αναιρεσείοντος και δη ψυχική νόσος, ένεκα της οποίας παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Ειδικότερα, ο αιτών διαλαμβάνει κατά συνοπτική μεταφορά, τα ακόλουθα: Ότι νοσηλεύθηκε: α) στη ψυχιατρική κλινική "Αναγέννηση" από 16-3-2000 έως 7-4-2000 με διάγνωση "Συναισθηματική ψύχωση", όπως προκύπτει από την από 26-6-2009 ιατρική βεβαίωση του Γ. Δ. ψυχιάτρου-ψυχοθεραπευτή της ως άνω κλινικής και 2) στη ψυχιατρική κλινική "ΓΑΛΗΝΗ": α) από 31-1-2001 έως 2-3-2001 και β) από 27-11-2008 έως 15-12-2008 με διάγνωση "μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο" όπως προκύπτει από την από 19-9-2011 βεβαίωση του Ν. Μ., νευρολόγου-ψυχιάτρου, επιστημονικού Δ/ντή της ως άνω κλινικής. Ότι συνεπεία της ως άνω ψυχικής νόσου από την οποία εξακολουθεί να πάσχει παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Όμως, από τα προαναφερόμενα στοιχεία, δεν προκύπτει ότι η ασθένειά του συνεχίσθηκε και μετά τη νοσηλεία του, που έλαβε χώρα, κατά τα ανωτέρω, το 2008 και δη κατά τη διάρκεια εκδίκασης της υπόθεσης (Σεπτέμβριος 2011) επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και μέχρι του πέρατος της εικοσαήμερης προθεσμίας για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η επικαλούμενη ασθένειά του δεν τον εμπόδισε να διορίσει συνήγορο για να τον εκπροσωπήσει ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και δεν τον κατέστησε ανίκανο να επιμεληθεί περαιτέρω των υποθέσεών του. Άρα είχε τη δυνατότητα να αναθέσει στον ως άνω συνήγορό του την παρακολούθηση της πορείας της υποθέσεώς του, ώστε να μην απωλέσει την εικοσαήμερη προθεσμία ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως, ο επικαλούμενος λόγος ανώτερης βίας, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, και την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος (βλ. σχετική επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του γραμματέως της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου), η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ.1 ΚΠΔ, στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 31-5-2012 αίτηση του Ν. Α. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3710/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2012. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ