Αριθμός 1158/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Β. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Παπανικολάου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλησών: 1)Της ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "Π. Α.Ε." με ΑΡ.Μ.ΑΕ…., νέα επωνυμία της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Α.Ε.", που είναι διάδοχος από το νόμο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. Α.Ε." με ΑΡ.Μ.ΑΕ … (και που η εταιρία αυτή είναι διάδοχος από το νόμο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. Α.Ε." με Αρ.Μ.ΑΕ …, που απορρόφησε το ένα τμήμα της και έχει την έδρα της στη ..., που εκπροσωπείται νόμιμα. 2)Της ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Α..Τ..Ε.." ως διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. Α.Ε." με ΑΡ.Μ.ΑΕ. …, (και που η εταιρία αυτή είναι διάδοχος από το νόμο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. Α.Ε." με Αρ.Μ.ΑΕ …, που απορρόφησε το άλλο τμήμα της και έχει την έδρα της στη ..., που εκπροσωπείται νόμιμα. 3)Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Α.Ε.", σαν καθολική, διάδοχος από το νόμο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. Α.Ε." με ΑΡ.Μ.ΑΕ…., που έχει την έδρα της στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες ανωτέρω δεν παραστάθηκαν. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1181/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6906/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-4-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθ. ... εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ..., που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του, προκύπτει ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, ακριβές αντίγραφο της από 9-4-2021 και με αριθμό έκθ. κατάθεσης 3020/403/2021 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου ενώπιον του Β1 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου και κλήση προς συζήτηση αυτής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (24-1-2023), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις αναιρεσίβλητες ανώνυμες εταιρείες. Ωστόσο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητες δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, εφόσον οι τελευταίες δεν παραστάθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία τους. Με την κρινόμενη από 9-4-2021 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 3020/ 403/2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 6906/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία α) έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η από 27-7-2017 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 1181/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 10-12-2013 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 170651/5716/2013) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατ' αυτών, και β) αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας του δικογράφου της. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 564 αντικ. με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο Ν. 4335/2015). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 10-12-2013 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 170651/5716/2013) αγωγή κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία ισχυρίστηκε ότι στις 2-2-1998 προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Π. Α.Ε." με αριθμό ΜΑΕ …, προκειμένου να εργαστεί ως χειριστής εκσκαπτικών μηχανημάτων στα έργα της Αττικής Οδού και του Κιάτου Κορινθίας, που είχε αναλάβει η ως άνω εταιρεία. Ότι προηγουμένως και ειδικότερα από το έτος 1991 έως την 31-12-1997 είχε εργαστεί ως χειριστής τσάπας στην κοινοπραξία με την επωνυμία "Κ. Ε. Π. Δ. - Ε. Α. Θ. Α.", της οποίας κύριο μέλος ήταν η προαναφερόμενη ανώνυμη εταιρεία. Ότι ο μηνιαίος μισθός του, για πενθήμερη εργασία (από Δευτέρα έως Παρασκευή) σαράντα ωρών εβδομαδιαίως, συμφωνήθηκε από 1-1-1993 έως 31-12-1995 σε 300.000 δρχ., από 1-1-1996 έως 31-12-1997 σε 400.000 δρχ., από 2-2-1998 έως 31-12-2000 σε 500.000 δρχ., από 1-1-2001 έως 31-12-2001 σε 2.003 ευρώ και από 1-1-2002 έως 31-12-2003 σε 2.350 ευρώ. Ότι καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής του, σε αμφότερες τις ως άνω εργοδότριες, εργαζόταν από Δευτέρα έως Παρασκευή και από ώρα 07:00 έως 21:00, πραγματοποιώντας πέραν του 9ώρου και 5 ώρες υπερωριακή εργασία, επιπλέον δε, εργαζόταν όλα τα Σάββατα και τρεις Κυριακές κάθε μήνα από ώρα 07:00 έως 17:00, χωρίς να του χορηγείται αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας για κάθε Κυριακή που εργάστηκε. Ότι υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας η επί οκτάωρο εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας εκ μέρους του κατά τα Σάββατα, ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης λόγω εξάντλησης του πενθημέρου, απαγορευόμενη από κανόνα δημόσιας τάξης, είναι άκυρη και γεννά απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή αυτής της εργασίας κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ότι οι εναγόμενες εταιρείες υπεισήλθαν στη θέση της αρχικής εργοδότριας εταιρείας με την επωνυμία "Π. Α.Ε." και με αριθμό ΜΑΕ 13555/06/Β/86/08, ως καθολικές διάδοχοι αυτής, ως ακολούθως: Στις 10-12-2007 καταχωρήθηκε στο ΜΑΕ απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, με την οποία εγκρίθηκε η μεταβίβαση του κατασκευαστικού κλάδου της αρχικής εργοδότριας εταιρείας "Π. Α.Ε." στην εταιρεία "Μ. Α. Ε. - Σ. Δ. Ε." με αριθμό ΜΑΕ … καταχωρήθηκε στο ΜΑΕ απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, με την οποία εγκρίθηκε η συγχώνευση με απορρόφηση της εταιρείας "Π. Α.Ε." με αριθμό ΜΑΕ … από την εταιρεία "Ε. Τ. Τ. Ε. Β. Α. Ε." με αριθμό ΜΑΕ …, ενώ στις 9-7-2008 καταχωρήθηκε στο ΜΑΕ η υπουργική απόφαση, με την οποία εγκρίθηκε η αλλαγή επωνυμίας της τελευταίας σε "Ε. Α.Ε.", που είναι η τρίτη εναγομένη. Στις 17-12-2007 καταχωρήθηκε στο ΜΑΕ απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, με την οποία η επωνυμία της εταιρείας "Μ. Α. Ε. - Σ. Δ. Ε." με αριθμό ΜΑΕ … μετατράπηκε σε "Π. Α.Ε." με τον ίδιο αριθμό ΜΑΕ. Στις 31-12-2011 καταχωρήθηκε στο ΜΑΕ απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη Π.Ε. Βόρειου Τομέα Αθηνών, με την οποία εγκρίθηκε η διάσπαση της εταιρείας "Π. Α.Ε." με αριθμό ΜΑΕ … σε δύο τμήματα με απορρόφηση αυτών, αντίστοιχα, από τις εταιρείες "Ε. Ε. Κ. Ε. Φ. Α. Τ. Κ. Ε. Α. Ε." με αριθμό ΜΑΕ …, της οποίας η επωνυμία μετατράπηκε ακολούθως σε "Π. Α.Ε." με τον ίδιο αριθμό ΜΑΕ και είναι η πρώτη εναγομένη, και "Α. Α. Τ. Ε." με αριθμό ΜΑΕ …, η οποία είναι η δεύτερη εναγομένη. Ζήτησε δε, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και κατόπιν μερικού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, το ποσό των 20.000 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι αυτές έχουν την υποχρέωση να του καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, το ποσό των 14.842 ευρώ, με το νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους ποσό κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, για εργασία τα Σάββατα κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 31-12-2003. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθ. 1181/2016 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε τις εναγόμενες να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον η καθεμία, το ποσό των 20.000 ευρώ, ενώ αναγνώρισε την υποχρέωση αυτών να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον η καθεμία, το ποσό των 14.842 ευρώ, αμφότερα δε τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι εναγόμενες με την από 27-7-2017 έφεσή τους, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 6906/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή είναι αόριστη για τους εξής λόγους: α) Όσον αφορά την απασχόληση του ενάγοντος κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 1-1-1998 από την "Κ. Ε. Π. Δ. - Ε. Α. Θ. Α.", μέλος της οποίας κατά την αγωγή τυγχάνει η "Π. ΑΕ" με αριθμό ΜΑΕ …, επειδή ο ενάγων δεν εκθέτει τον τρόπο κατά τον οποίο δρούσε εξωτερικά η κοινοπραξία ούτε αν τηρήθηκαν ή όχι γι' αυτήν οι διατυπώσεις δημοσιότητας, ώστε να συνάγεται η ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης μεταξύ του ενάγοντος και της ως άνω εταιρείας - μέλους της κοινοπραξίας ή της έννομης συνέπειας (δικαιώματος του ενάγοντος και αντίστοιχης υποχρέωσης της εταιρείας - μέλους της δικαιοπραξίας), ώστε να νομιμοποιείται παθητικά η εν λόγω εταιρεία για την άσκηση της ένδικης αγωγής, όσον αφορά το ανωτέρω χρονικό διάστημα. β) Όσον αφορά τον περιορισμό, με προφορική δήλωση που καταχωρίστηκε στα πρακτικά και με τις προτάσεις του ενάγοντος, του αποτελούμενου από επιμέρους κονδύλια καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής, συνολικού ποσού 34.842 ευρώ, σε αναγνωριστικό κατά το ποσό των 14.842 ευρώ και σε καταψηφιστικό κατά το υπόλοιπο ποσό των 20.000 ευρώ, επειδή δεν διευκρινίζεται ποια κονδύλια αφορά ο περιορισμός ούτε δηλώνεται ότι ο περιορισμός αφορά όλα τα κονδύλια συμμέτρως ή ότι γίνεται κατά κλάσμα ή ποσοστό του όλου αιτήματος, με συνέπεια το αίτημα της αγωγής να είναι αόριστο στο σύνολό του, αφού δεν είναι δυνατόν να διαγνωστεί, σε περίπτωση που κριθούν νόμιμες και ουσιαστικά βάσιμες κάποιες από τις αξιώσεις αυτές, αν πρόκειται για αξιώσεις των οποίων ζητήθηκε η αναγνώριση ή η καταψήφιση. Την αναίρεση της ως άνω εφετειακής απόφασης ζητεί ο ενάγων με την υπό κρίση αίτησή του. Ι) Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η αγωγή για να είναι ορισμένη πρέπει, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 του ΚΠολΔ, να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα. Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 70/2023, ΑΠ 32/2022, ΑΠ 14/2022). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν, κατ' αρχάς, το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (OλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 70/2023, ΑΠ 32/2022, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1321/2015). Εξάλλου, στο δίκαιο των ενώσεων προσώπων, που συνιστώνται με σύμβαση για την επιδίωξη κοινού σκοπού με κοινή συμβολή των μελών τους, δεν προβλέπεται η κοινοπραξία ως ιδιαίτερος τύπος εταιρείας. Αφότου, όμως, εμφανίστηκε και δρα στην πράξη ως ένωση φυσικών ή νομικών προσώπων, η κοινοπραξία είναι δυνατό να προσλάβει τη νομική μορφή είτε αστικής εταιρείας, εάν από τη φύση ή τον σκοπό της δεν είναι εμπορική, οπότε διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 741 επ. του ΑΚ, είτε εμπορικής εταιρείας, εάν ο σκοπός της είναι εμπορικός, δηλαδή η εκτέλεση αντικειμενικά εμπορικών πράξεων, όπως η εκτέλεση έργου (ΑΠ 192/2021), οπότε εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εμπορικού δικαίου και υπάγεται σε έναν από τους εταιρικούς τύπους που αναγνωρίζονται περιοριστικά από αυτό. Ειδικότερα, σε περίπτωση που η κοινοπραξία επιδιώκει εμπορικό σκοπό, εφόσον το καταστατικό της έχει δημοσιευθεί, αυτή υπάγεται σε έναν από αυτούς στους τύπους αναλόγως του περιεχομένου του, εάν όμως δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις σύνταξης εγγράφου και δημοσιότητας, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 39, 42, 43 και 44 του Εμπορικού Νόμου (πριν την κατάργηση των άρθρων 18 - 28, 38, 39, 47 - 50 και 64 με το άρθρο 294 παρ. 2 του ν. 4072/2012), μπορεί να έχει χαρακτήρα είτε αφανούς εταιρείας, με εμφανή εταίρο ένα εκ των μελών της, οπότε προσομοιάζει στην ετερόρρυθμη εταιρεία, με απεριορίστως ευθυνόμενο μόνο τον εμφανή εταίρο, είτε ομόρρυθμης εν τοις πράγμασι εταιρείας, με απεριορίστως και εις ολόκληρον ευθυνόμενα (άρθρο 22 του Εμπορικού Νόμου) όλα τα μέλη αυτής για τις υποχρεώσεις από τη δραστηριότητά της (ΑΠ 1417/2018, ΑΠ 1246/2014, ΑΠ 1078/2010). Σε κάθε περίπτωση, η κοινοπραξία, ενόσω δεν προσλαμβάνει τυπικά κάποια εταιρική μορφή, δεν αποκτά νομική προσωπικότητα. Παρά ταύτα, αποκτά την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (ΟλΑΠ 14/2007, ΑΠ 1246/2014), επομένως και εργοδότης. Και ακόμη, μπορεί να είναι διάδικος και να παρίσταται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα, στα οποία είναι ανατεθειμένη η διαχείριση των υποθέσεών της (ΚΠολΔ 62 και 64 παρ. 3). Κατά περίπτωση, όμως, διάδικοι μπορούν να είναι και τα μέλη της. Αποφασιστικό κριτήριο για το αν σε συγκεκριμένη περίπτωση η κοινοπραξία ενήργησε ως αφανής εταιρεία, οπότε ευθύνεται μόνο το μέλος που επιχείρησε τη συναλλαγή ή ενήργησε ως εν τοις πράγμασι ομόρρυθμη εταιρεία, οπότε ευθύνονται αλληλεγγύως όλα τα μέλη της, είναι το πώς εκδηλώθηκε εξωτερικά η συγκεκριμένη δραστηριότητα (ΑΠ 1246/2014). ΙΙ) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 223 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής και ότι ο περιορισμός αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά το αίτημα που περιορίστηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε. Με την παραίτηση όμως δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, που να εμποδίζει τη συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση. Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτά μόνον εφόσον διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά ή όταν περιορίζεται αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων. Τούτο δε διότι, αν δεν διευκρινίζεται ποιων αξιώσεων ζητείται η αναγνώριση και ποιων η καταψήφιση, δεν θα είναι δυνατόν να διαγνωστεί, σε περίπτωση που θα κριθούν νόμω ή ουσία αβάσιμες κάποιες από τις αξιώσεις αυτές, αν πρόκειται για αξιώσεις των οποίων ζητήθηκε η αναγνώριση ή καταψήφιση και ιδίως να αποφασιστεί ποιες από τις γενόμενες δεκτές υπόλοιπες αξιώσεις πρέπει να αναγνωριστούν και ποιες να επιδικαστούν στον ενάγοντα (ΟλΑΠ 30/2007, ΑΠ 1299/2018, ΑΠ 1675/2017, ΑΠ 32/2013). Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 άλλως αριθ. 14 ΚΠολΔ, κατ' ορθή δε νομική υπαγωγή αυτού η πλημμέλεια εκ του αριθμού 14 του ανωτέρω άρθρου, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την ένδικη αγωγή ως προς τις αξιώσεις του ενάγοντος που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 1-1-1998, κατά το οποίο απασχολήθηκε από την κοινοπραξία με την επωνυμία "Κ. Ε. Π. Δ. - Ε. Α. Θ. Α.", με την αιτιολογία ότι δεν εκτίθενται στο δικόγραφο πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει αφενός ο τρόπος που δρούσε εξωτερικά η κοινοπραξία και αφετέρου αν τηρήθηκαν ή όχι γι' αυτήν οι διατυπώσεις δημοσιότητας, ώστε να συνάγεται η ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης μεταξύ του ενάγοντος και της εταιρείας με την επωνυμία "Π. Α.Ε." με αριθμό … και συνακόλουθα να νομιμοποιείται παθητικά η τελευταία για την άσκηση της ένδικης αγωγής, όσον αφορά το ανωτέρω χρονικό διάστημα. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην υπό στοιχ. Ι μείζονα σκέψη, η ένδικη αγωγή, με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε, είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον, υπό τα εκτιθέμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά, η κοινοπραξία με την επωνυμία "Κ. Ε. Π. Δ. - Ε. Α. Θ. Α." δεν είχε υποβληθεί στις διατυπώσεις δημοσιότητας που προβλέπονταν από τις διατάξεις των άρθρων 39, 42, 43 και 44 του Εμπορικού Νόμου (πριν την κατάργηση των άρθρων 18 - 28, 38, 39, 47 - 50 και 64 με το άρθρο 294 παρ. 2 του ν. 4072/2012), εμφανιζόταν δε προς τα έξω ως αφανής εταιρεία με εμφανή εταίρο την (αναφερόμενη στην αγωγή ως "κύριο" μέλος αυτής) εταιρεία με την επωνυμία "Π. ΑΕ" και με αριθμό ΜΑΕ …, της οποίας καθολικές διάδοχοι είναι οι εναγόμενες εταιρείες, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Ο δε ενάγων φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης των αγωγικών ισχυρισμών του, εφόσον αυτοί αμφισβητούνται από τις αντιδίκους του. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπάρχει ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής, όπως έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κηρύσσοντας απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή ως προς τις αξιώσεις του ενάγοντος που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 1-1-1998, κατά παράβαση του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ως εκ τούτου, είναι βάσιμος ο εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το σκέλος της με το οποίο απέρριψε ως αόριστη την αγωγή ως προς τις ανωτέρω αξιώσεις του ενάγοντος. Με τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, καθόσον έκρινε ότι αυτή κατέστη αόριστη μετά τη μερική τροπή του αποτελούμενου από περισσότερα κονδύλια καταψηφιστικού αιτήματός της σε αναγνωριστικό, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά, αλλά και με τις πρωτόδικες προτάσεις του ενάγοντος, καθόσον δεν διευκρινίστηκε ποια κονδύλια αφορά ο περιορισμός ούτε δηλώθηκε ότι αφορά όλα τα κονδύλια συμμέτρως ή ότι γίνεται κατά κλάσμα ή ποσοστό του όλου αιτήματος. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος, με προφορική δήλωσή του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά (άρθρα 294, 295 παρ. 1 και 297 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 294 και 297 ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του Ν. 4335/2015 με έναρξη ισχύος 1-1-2016), είπε ότι περιορίζει το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής σε αναγνωριστικό κατά το ποσό των 14.842 ευρώ και ότι παραμένει τούτο καταψηφιστικό κατά το υπόλοιπο ποσό των 20.000 ευρώ, όπως διευκρινίζεται με τις προτάσεις του, ακολούθως δε, κατέθεσε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής στις 13-5-2015, τις με ίδια ημερομηνία προτάσεις του (βλ. σχετική βεβαίωση της γραμματέως της έδρας επί του δικογράφου των προτάσεων), στις οποίες αναφέρεται ότι ο ενάγων προβαίνει σε αναλογικό περιορισμό του αγωγικού αιτήματος. Με βάση την ανωτέρω δήλωση και κατόπιν απλού μαθηματικού υπολογισμού προκύπτει ότι το αίτημα της αγωγής, συνολικού ποσού 34.842 ευρώ, περιορίστηκε σε αναγνωριστικό κατά ποσοστό (100 Χ 14.842 : 34.842 =) 42,60%, ενώ παρέμεινε καταψηφιστικό κατά ποσοστό (100 - 42,60 =) 57,40%. Συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην υπό στοιχ. ΙΙ μείζονα σκέψη, μετά τον ανωτέρω περιορισμό, η αγωγή δεν κατέστη αόριστη, αλλά έκαστο των επιμέρους κονδυλίων, από τα οποία απαρτίζεται το συνολικό αγωγικό αίτημα, τράπηκε σε αναγνωριστικό κατά ποσοστό 42,60% και παρέμεινε καταψηφιστικό κατά το υπόλοιπο ποσοστό 57,40%. Ως εκ τούτου, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας επελθούσας εξαιτίας του ως άνω μερικού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματός της, παραβίασε τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις και εκείνη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια, είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 6906/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματός του θα επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 6906/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, για περαιτέρω εκδίκαση. Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Ιουλίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ