Αριθμός 1697/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία " ..." που εδρεύει στη …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Κουτσούκη. Της αναιρεσιβλήτου: Γερμανικής εταιρείας με την επωνυμία " …" που εδρεύει στη …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χριστόπουλο . Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1792/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 4467/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-11-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 20-9-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Εισάγεται για κρίση αναίρεση κατά απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο έκρινε για υπόθεση παράνομης, κατά την αγωγή, καταγγελίας σύμβασης αποκλειστικής διανομής, και της εντεύθεν αξίωσης της ήδη αναιρεσείουσας. ΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης (ΑΠ 217/2005). Αναφέρεται, αποκλειστικά, σε εκπτώσεις, ακυρότητες και δικαιώματα από το δικονομικό, αποκλειστικά, δίκαιο (Ολ. ΑΠ 2/01, ΑΠ 12/00, ΑΠ 2001/09). Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, οι οποίες ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τόπο των διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 373/2004), δηλαδή οι ακυρότητες, κατά την έννοια των άρθρων 159-161 ΚΠολΔ (ΑΠ 17/2000). Μέσω του παρόντος λόγου ελέγχεται, πλην άλλων, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, της ένστασης ή της αντέντασης (ΑΠ 443/2011, ΑΠ 480/2010, βλ. και Ολ. ΑΠ 112/2008, ΑΠ 20/2005, ΑΠ 18/1998). Ειδικότερα, επί ενστάσεως, είναι ανάγκη να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, όσα προτάθηκαν στον πρώτο βαθμό και επαναφέρθηκαν, νόμιμα στο εφετείο, τα περιστατικά που τη συγκροτούν και δεν αρκεί η αναφορά μόνο των σχετικών διατάξεων (βλ. ειδικά για τη ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας (ΑΠ 1654/2007). Στην υπό κρίση περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα εταιρεία, που προήλθε από μετατροπή της ατομικής επιχείρησης του Α. Κ., ισχυρίσθηκε με την ένδικη αγωγή της, ότι κατά την 27.4.1988 συνήψε με την εναγομένη γερμανική εταιρεία (που έχει την έδρα της στο …της …) έγγραφη σύμβαση αποκλειστικής διανομής για την γεωγραφική περιοχή της Ελλάδας και της Κύπρου, αορίστου χρόνου, που μπορούσε να καταγγελθεί από τα μέρη με δωδεκάμηνη προθεσμία προμήνυσης, εφόσον συνέτρεχε σπουδαίος λόγος, αλλά και χωρίς την τήρηση προθεσμίας στην περίπτωση παραβίασης ουσιωδών συμβατικών υποχρεώσεων, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα σ'αυτή (σύμβαση). Ότι κατά την 23.12.2005 η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως την σύμβαση αποκλειστικής διανομής χωρίς σπουδαίο λόγο και χωρίς την τήρηση της προβλεπόμενης συμβατικής δωδεκάμηνης προθεσμίας. Ότι η εναγόμενη από το τέλος του έτους 2004 είχε ήδη θέσει σε εφαρμογή ανταγωνιστικό σχέδιο σε βάρος της ενάγουσας με σκοπό να την εκτοπίσει από την αγορά και να υφαρπάξει την πελατεία της, υποκινώντας την πρώην υπάλληλο της Ε. Δ. να καταγγείλει την σύμβαση της με την ενάγουσα και ακολούθως προσλαμβάνοντας την στην θυγατρική εταιρία που η εναγόμενη ίδρυσε στην Ελλάδα, προκειμένου να διανέμει τα προϊόντα της χωρίς πλέον την συνεργασία της ενάγουσας. Ότι η ενάγουσα κατά την διάρκεια της λειτουργίας της σύμβασης κατόρθωσε να καθιερώσει τα αναφερόμενα στην αγωγή προϊόντα της εναγομένης στην ελληνική αγορά αποκτώντας σημαντικό μερίδιο αγοράς και έφερε νέους πελάτες στην εναγόμενη, από τους οποίους η τελευταία εξακολουθεί να έχει σημαντικά οφέλη. Ενόψει αυτών, η ενάγουσα επικαλούμενη ότι η εναγομένη προέβη σε παράνομη καταγγελία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, ζήτησε, επικαλούμενη δικαιοπρακτική και αδικοπρακτική ευθύνη, κατά παραδεκτό περιορισμό αυτής με τις προτάσεις της, ν' αναγνωρισθεί ότι η τελευταία οφείλει για διαφυγόντα κέρδη το ποσό των 146.839 ευρώ άλλως 73.419,5 ευρώ, για αποζημίωση πελατείας το ποσό των 413.455,20 ευρώ και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης 150.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 1.1.2006, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Η εναγομένη αλλοδαπή εταιρεία με τις πρωτόδικες προτάσεις της (σελίδες 4 και 9 των προτάσεων), προέβαλε προεχόντως πριν από κάθε άμυνα επί της ένδικης υποθέσεως, ένσταση έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας, ισχυριζόμενη, ότι στην επίδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, της οποίας την σύναψη συνομολογεί, υπάρχει συμφωνημένη ρήτρα περί αποκλεισμού της διεθνούς δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων για διάφορες που προκύπτουν από την παραπάνω σύμβαση με ταυτόχρονη πρόβλεψη ότι αποκλειστικά αρμόδιο για τις διάφορες αυτές είναι το Δικαστήριο του Μemmingen της Γερμανίας. Στην ένδικη ένσταση, όπως προκύπτει από τις προτάσεις της η εναγομένη αναφέρει με σαφήνεια το περιεχόμενο της σχετικής ρήτρας. Η ένσταση αυτή είναι ορισμένη και νόμιμη (άρθρα 3 και 4, 262 ΚΠολΔ και 23 44/2001 κανονισμού ΕΚ) και συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόμενα με την ένδικη έφεση περί αοριστίας της παραπάνω ένστασης είναι αβάσιμα. Σημειώνεται ότι όσα αναφέρει παραπάνω η εναγομένη είναι επαρκή για την θεμελίωση της ενστάσεως και δεν απαιτούνταν περαιτέρω πραγματικά περιστατικά και δη ότι η εναγομένη υπήρξε καθολική διάδοχος της ατομικής επιχείρησης του J. W. και το εάν ο Α. και Δ. Κ. συνήνεσαν στην εναλλαγή αυτή του προσώπου του προμηθευτή. Εξάλλου, η ένσταση αυτή ουδόλως προβάλλεται αντιφατικά, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα με την ένδικη έφεση της, δεδομένου ότι η εναγομένη όπως προκύπτει από τη νοηματική διατύπωση και τη σειρά των ισχυρισμών ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που περιλαμβάνονται στις πρωτόδικες γραπτές προτάσεις αμφισβήτησε τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου, προβάλλοντας καταρχήν την ένσταση αυτή και δεν αποδέχθηκε την διεθνή δικαιοδοσία του Ελληνικού Δικαστηρίου. Από το σύνολο των υποβληθέντων ισχυρισμών καθίσταται σαφές, ότι η εναγομένη πρωτίστως αμφισβήτησε την διεθνή δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, παραστάσα προς τούτο, και επικουρικά, για την πληρότητα της άμυνας της κατά της αγωγής σε περίπτωση που ήθελε κριθεί από το Δικαστήριο ότι υφίστατο διεθνής δικαιοδοσία αυτού υπέβαλε ισχυρισμούς επί της ουσίας της υποθέσεως. Συνεπώς, δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις του άρθρου 24 του Κανονισμού, ώστε να κριθεί ότι εχώρησε παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας ως εκ μόνης της παραστάσεως της εναγομένης κατά την δίκη. Συνεπώς, ο προβληθείς με την ένδικη έφεση από την εκκαλούσα -ενάγουσα σχετικός ισχυρισμός είναι αβάσιμος. Από την νόμιμα προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τα διαδικα μέρη από 27.4.1988 έγγραφη σύμβασης διανομής {άρθρο 10) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Μεταξύ της δικαιοπαρόχου ατομικής επιχείρησης της ενάγουσας (όπως στην αγωγή ρητά η ίδια εκθέτει) και της ατομικής επιχείρησης του J. W. και δικαιοδόχου της εναγομένης, όπως "η τελευταία συνομολογεί, συμφωνήθηκαν τα εξής: "Συμφωνείται, ότι η παρούσα συμβατική σχέση υπόκειται σε γερμανικό δίκαιο και κρίνεται κατά το γερμανικό δίκαιο. Και στην περίπτωση που προκύψουν διαφορές από τη συμβατική σχέση συμφωνείται η εφαρμογή γερμανικού δικαίου (εν συντομία: ανάμεσα στους συμβαλλόμενους ισχύει αποκλειστικά γερμανικό δίκαιο]. Τόπος εκπλήρωσης της παροχής καθώς και κατά τόπο δικαστική αρμοδιότητα ορίζεται το Memmingen Γερμανίας". Επομένως, τα αντισυμβαλλόμενα μέρη ρητά έχουν συμφωνήσει, ότι για τις διαφορές από την μεταξύ τους σύμβαση αποκλειστικά αρμόδιο θα είναι το δικαστήριο του Memmingen Γερμανίας, χωρίς κάποια επιφύλαξη η εξαίρεση στην ως άνω δικονομική ρήτρα. Η προαναφερόμενη ρήτρα, με την οποία συμφωνήθηκε η κατάλυση της διεθνούς δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων ως προς την ενάγουσα, είναι απόλυτα σαφής, μη χρήζουσα, ούτε επιδεχόμενη αντίθετη ερμηνεία κατά τη lex fori συντρέχουσας αρμοδιότητας των Ελληνικών Δικαστηρίων, καθώς στις περιπτώσεις, στις οποίες τα μέρη θέλησαν να υπάρχει διεθνής δικαιοδοσία των Ελληνικών Δικαστηρίων, έστω και συντρέχουσα, ρητά το πρόβλεψαν. Από τη ως άνω ρήτρα προκύπτει ότι στην αποκλειστική αρμοδιότητα των δικαστηρίων του Memmingen της Γερμανίας υπάγονται όλες οι διάφορες, που απορρέουν από την μεταξύ τους σύμβαση διανομής όσο και οι συναφείς αδικοπρατικές αξιώσεις, ενόψει και του ότι δεν γίνεται διάκριση γι'αυτές και αφού, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, η συμφωνία καλύπτει και τις συναφείς αξιώσεις που απορρέουν από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση και στηρίζονται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις. Εξάλλου, το αίτημα της εκκαλούσας - ενάγουσας για την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος προς το Δ.Ε.Κ, σε σχέση με το ζήτημα αν η συμφωνία καλύπτει και τις συναφείς αξιώσεις που απορρέουν από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση και στηρίζονται στις περί αδικoπραξιών διατάξεις κρίνεται αβάσιμο αφού περί αυτού, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, έχει ήδη αποφανθεί το ΔΕΚ, καθορίζοντας σαφώς, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, ότι τυχόν τέτοια συμφωνία καλύπτει και τις συναφείς αξιώσεις που απορρέουν από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση και στηρίζονται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, προκειμένου να αποφευχθούν λύσεις που θα μπορούσαν να είναι ασυμβίβαστες εάν οι υποθέσεις κρίνονταν χωριστά. Οι ενοχές που έχουν ως πηγή προελεύσεως τους τη σύμβαση ή που απορρέουν από αθέτηση συμβατικής υποχρεώσεως ακόμη και στην περίπτωση συρροής συμβατική και εξωσυμβατικής ευθύνης επιβάλλεται λόγω της συνάφειας να εκδικασθούν ταυτόχρονα από το ίδιο δικαστήριο, ώστε να αποφευχθεί η έκδοση ασυμβίβαστων μεταξύ τους αποφάσεων αν τυχόν οι υποθέσεις εκδικάζονταν χωριστά. Περαιτέρω η ρήτρα αυτή είναι έγκυρη, δεδομένου ότι υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις εγκυρότητας της (έγγραφος τύπος, ορισμένη έννομη σχέση και ρητή μνεία του τοπικά αρμόδιου Δικαστηρίου, δηλαδή του Δικαστηρίου του Memmingen), όπως ειδικότερα αναφέρεται στη μείζονα σκέψη. Σημειώνεται επίσης ότι κατά τη 3.12.2002 καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δανείου με την οποία οι διάδικοι επιβεβαιώνουν την έλλειψη δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων συνομολογώντας σ'αυτή πέραν της σύμβασης του δανείου ότι για παρελθούσες, τρέχουσες και μελλοντικές συναλλαγές και για διάφορες θα εφαρμόζεται αποκλειστικά το γερμανικό δίκαιο και αρμόδια θα είναι τα δικαστήρια του Memmingen της Γερμανίας. Η προβληθείσα αντένσταση ακυρότητας της ως άνω ρήτρας (που προέβαλε η ενάγουσα και επαναφέρει με την ένδικη έφεση), επειδή κατά τους ισχυρισμούς της, το γερμανικό δίκαιο, σε αντίθεση με το ελληνικό, δεν προβλέπει αξίωση αποζημίωσης πελατείας του διανομέα παρά μόνο του εμπορικού αντιπροσώπου, είναι νομικά αβάσιμη, δεδομένου ότι η ερευνώμενη ρήτρα δεν προσκρούει στην ημεδαπή δημόσια τάξη από μόνο το γεγονός ότι ο εφαρμοστέος αλλοδαπός κανόνας είναι άγνωστος στην Ελλάδα ή αντίκειται σε ελληνική αναγκαστικού δικαίου διάταξη (βλ. Μαριδάκη, ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο Ι, σελ. 346. 347, Γεωργιάδη - Σταθόπουλο, Αστικός Κώδιξ, τ. Ι, σελ. 60-61, όπου περαιτέρω παραπομπές στους συγγραφείς και στη νομολογία). Είναι, εξάλλου, αυτονόητο, ότι κατά την σύναψη μιας ρήτρας παρέκτασης και μιας ρήτρας περί συγκεκριμένου εφαρμοστέου δικαίου τα μέρη έχουν διαπραγματευτεί και συναποφασίσει εκ των προτέρων την υπεροχή της επιλεχθείσας δικαιοδοσίας και δικαίου έναντι άλλων, αφού σε αντίθετη περίπτωση, τα μέρη θα είχαν συμφωνήσει και τυχόν συντρέχουσα δικαιοδοσία. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της ενάγουσας στην προσθήκη των προτάσεών της, ότι η εναγομένη δεν αποτελεί καθολική ή ειδική διάδοχο της ατομικής επιχείρησης του J. W. είναι αβάσιμος. Σημειώνεται, ότι ο ισχυρισμός αυτός ενέχει αντιφατικότητα γιατί ενώ με την ένδικη αγωγή της συνομολογεί την κατάρτιση της από 27.4.1988 έγγραφης σύμβασης διανομής με την εναγόμενη, το περιεχόμενο της οποίας επικαλείται και θέτει ως ιστορική βάση των αξιώσεων της, αναφέροντας ότι η εν λόγω σύμβαση μεταβιβάσθηκε στην ενάγουσα κατά την μετατροπή της ατομικής επιχείρησης του Α. Κ. σε ανώνυμη εταιρεία, χωρίς να κάνει αναφορά ότι από την άνω μεταβίβαση εξαιρέθηκε με νεώτερη συμφωνία η επίδικη δικονομική ρήτρα, εν τούτοις όλως αβάσιμα εκ των υστέρων με την προσθήκη των προτάσεων, αποσκοπώντας να αποφύγει τη δέσμευση από την παραπάνω ρήτρα, προβάλλει τον παραπάνω ισχυρισμό...". Ήδη η αναιρεσείουσα εταιρεία προβάλλει, πως κακώς το δικαστήριο της ουσίας έκανε δεκτό τον σχετικό ισχυρισμό (ένσταση) της εναγόμενης αλλοδαπής εταιρείας. Εφ' όσον: α) ήταν αόριστη, γιατί με αυτή γινόταν παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δικογραφίας, β) οι ήδη διάδικοι είναι διαφορετικά πρόσωπα από εκείνα που συνομολόγησαν την πιο πάνω ρήτρα, πράγμα που δεν μνημονεύεται, ούτε αναφέρεται ακόμη, κατά ποίο τρόπο εχώρησε η διαδοχή στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των αρχικά συμβληθέντων γ) λήφθηκαν υπ' όψιν "πράγματα", που δεν προτάθηκαν αφού δεν δεσμεύονταν πλέον οι διάδικοι, πέραν των αρχικώς συμβληθέντων, δ) δέχτηκε η απόφαση "πράγματα" αντιφατικά, αφού πρόβαλε την πιο πάνω ένσταση και εκείνη της έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, εφ' όσον προϋποτίθεται, το μεν ότι η αναιρεσείουσα δεν υπεισήλθε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του αρχικώς συμβληθέντος (έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης), το δε ότι δεσμεύονταν από την αρχική σύμβαση (ένσταση έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας), άρα υπεισήλθε στα παραπάνω δικαιώματα και υποχρεώσεις. Όμως: 1) η αναιρεσείουσα, ουδόλως προβάλλει πως δεν υπεισήλθε στα πιο πάνω δικαιώματα και υποχρεώσεις, αλλά συνεχίζει την παρούσα δίκη, 2) ουδόλως αρνείται, άρα, την ενεργητική της νομιμοποίηση, 3) στις επισκοπούμενες πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσίβλητης, ρητά μνημονεύεται η έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας δυνάμει ρητής συμφωνίας των συμβαλλόμενων μερών. Στη συνέχεια, πρόβαλε την ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, 4) είναι πρόδηλο, πως δεν πρόκειται για αντιφατική προβολή ισχυρισμών, εφ' όσον, αρχικά κατά λογική προβολή, προβάλλεται ο ισχυρισμός της έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων. Τούτο δε γίνεται με τρόπο σαφή, ορισμένο και χωρίς να δημιουργεί οιαδήποτε αμφιβολία, χωρίς, για τους προαναφερθέντες λόγους, να απαιτείται, για το ορισμένο του σχετικού ισχυρισμού, να μνημονεύεται ο τρόπος της διαδοχής των αρχικά συμβληθέντων, και αν υπήρχε η μη συναίνεση των Α. και Δ. Κ. στην αλλαγή του προσώπου του προμηθευτή 5) στη συνέχεια, ωσαύτως, κατά λογική ακολουθία, η ήδη αναιρεσίβλητη - εναγόμενη πρόβαλε την ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας, για την περίπτωση, προφανώς, κατά την οποία, το δικαστήριο της ουσίας χωρούσε στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, χωρίς να απαιτείται η χρησιμοποίηση συγκεκριμένων πανηγυρικών εκφράσεων. Άρα, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, ο οποίο πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για τις από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ πλημμέλειες προβάλλεται αβασίμως. ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 24 του Κανονισμού 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, το οποίο είναι αντίστοιχο με το άρθρο 18 της Σύμβασης των Βρυξελλών, περάν των περιπτώσεων, όπου η διεθνής δικαιοδοσία απορρέει από άλλες διατάξεις του παρόντος κανονισμού, το δικαστήριο κράτους - μέλους ενώπιον του οποίου ο εναγόμενος παρίσταται αποκτά διεθνής δικαιοδοσία. Ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται, αν η παράσταση έχει ως σκοπό την αμφισβήτηση της διεθνούς δικαιοδοσίας ή αν υπάρχει άλλο δικαστήριο με αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, σύμφωνα με το άρθρο 22. Η ερμηνευτική δυσχέρεια της πιο πάνω διάταξης αφορά το ότι, αν ο εναγόμενος, πέραν από την ένσταση της έλλειψης της διεθνούς δικαιοδοσίας, επικαλείται και άλλους λόγους απόρριψης της αγωγής είτε ως απαράδεκτης, είτε ως μη νόμιμης, είτε ως αβάσιμης στην ουσία (Κ.Δ. Κεραμεύς - Γ.Δ. Κρεμλής - Χ.Ν. Τάγαρης: Η σύμβαση των Βρυξελλών για τη Διεθνή Δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων, όπως ισχύει στην Ελλάδα. Αθηναι Σάκκουλας 1989 σελ.171-172). Έχει δε κριθεί, παγίως πλέον, πως το άρθρο 18 Συμβ. Βρ. πρέπει να ερμηνευθεί, κατά την έννοια, ότι επιτρέπεται στον εναγόμενο, όχι μόνο να αμφισβητήσει την αρμοδιότητα, αλλά να προβάλλει, ταυτόχρονα, επικουρικά, ισχυρισμούς άμυνας για την ουσία, χωρίς να χάνει, από αυτό το λόγο το δικαίωμα προβολής των λοιπών ενστάσεων για την ουσία της υπόθεσης. Υπό τον όρο ότι ο ισχυρισμός της έλλειψης δικαιοδοσίας προηγείται εκείνων για την ουσία (Δ.Ευρ.Κ.24.6/1989 (Elefanten Schuh/Jacqmain 150/1980, ΔΕΚ 22.10.81 (Rohr/Ossberger), 27/81, ΔΕΚ 31.3.1982 (C.H.W/GJ.H) 25/81, ΔΕΚ 14.7.1983 (Gerling/ Amminstratione del Tesoro dello strato) 201/82, ΔΕΚ 7.3.`1985 (Spitzlen Isomev 48/54). Στην υπό κρίση περίπτωση στις πρωτοβάθμιες προτάσεις της ήδη αναιρεσίβλητης αναφέρονται κατά σειρά: α)τα προσαγόμενα έγγραφα β)σύντομο ιστορικό της υπόθεσης γ)ένσταση έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας, δ)έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης και λοιποί ισχυρισμοί για την ουσία της υπόθεσης. Έτσι είναι πρόδηλο, πως σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ορθά προβλήθηκε ο ισχυρισμός της έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας, εφ'οσον ούτε η παράθεση του ιστορικού, ούτε η αναφορά στα προσαγόμενα έγγραφα αποτελούν ισχυρισμούς για την ουσία της υπόθεσης. Όπως δε ήδη προεκτέθηκε κρίνονται πως προβλήθηκαν επικουρικά οι πιο πάνω ισχυρισμοί. Συνακόλουθα, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος που προβάλλει τα αντίθετα και πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για τις από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ πλημμέλειες είναι αβάσιμη. IV. Περαιτέρω, η κατά τα άρθρα 42 και 43 ΚΠολΔ συμφωνία των διαδίκων περί αποκλεισμού των ελληνικών δικαστηρίων είναι δικονομική αφού έχει αποκλειστικά δικονομικές επενέργειες που συνίστανται στον αποκλεισμό ή στη θεμελίωση της τοπικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου. Άρα το δικαίωμα κάθε διαδίκου, να επικαλεστεί την πιο πάνω συμφωνία παρέκτασης αρμοδιότητας και να προτείνει την ένσταση της έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, λόγω της δικονομικής του φύσης, δεν υπόκειται κατά την άσκησή του, στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, στο οποίο εμπίπτει η άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1288/1994). Έχει δε κριθεί, πως η παράβαση της σύμβασης αποκλειστικής αντιπροσωπείας υπόκειται στο άρθρο 5 παρ.1 της Σύμβασης των Βρ (Δ.Ευρ.Κ. 6.10.1976 (de Bloos/Bouger). Το ίδιο και αν υφίσταται καταχρηστική καταγγελία σύμβασης αυτόνομης εμπορικής αντιπροσωπείας (Δ.Ευρ.Κ. 8.3.1988 (Arcado/ Haviland) 9/87). Ακόμη, η έννοια της ενοχής από αδικοπραξία ή οιονεί αδικοπραξία του άρθρου 5 συμ.3 Συμβ.Βρ καθορίζεται με αυτόνομα κοινοτικά κριτήρια και περιλαμβάνει κάθε απαίτηση με την οποία τίθεται ζήτημα ευθύνης του εναγόμενου και δεν αφορά διαφορές από σύμβαση κατά την έννοια του άρθρου 5 συμ.1 ΣτΒ (Δ.Ευρ. 27.9.1988 (Καλφέλης/Schroker) 189/87). Η αναιρεσείουσα ήδη εκθέτει στη συνέχεια ότι: α) υπήρχαν αδικοπρακτικές βάσεις, ή έστω αδικοπρακτικές βάσεις συρρέουσες, που δεν υπάγονταν στη σύμβαση και μπορούσαν να ερευνηθούν. Όμως αυτές και αν ακόμη υπήρχαν, καλύπτονται από την πιο πάνω σύμβαση αφού δεν είναι άσχετες με την σύμβαση, καθεαυτή. (ΑΠ 755/1993) βλ. και ECJ e-9/87 8.3.88). Επομένως, άσχετα, αν προβάλλονται αδικοπρακτικές αξιώσεις, αυτές συνδέονται άρρηκτα με την προβαλλόμενη έννομη σχέση (σύμβαση), δεν στηρίζονται σε γεγονότα εκτός αυτής και άρα δεν κείνται εκτός του συμβατικού πεδίου. Άρα, ουδόλως η προσβαλλόμενη απόφαση, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στις οποίες όπως εκτιμά η αναιρεσείουσα προσέφυγε, ούτε τη διάταξη του άρθρου 23 του Κανονισμού 44/2001. Και βέβαια δεν πρόκειται για αξιώσεις (αξίωση πελατείας), άσχετες με τη σύμβαση, εφ'οσον, ανεξάρτητα από τον τρόπο και χρόνο γένεσης τους εδράζονται στη σύμβαση καθ' εαυτή. Επομένως, ορθά το Εφετείο, εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις, όπως και εκείνες των άρθρων 1 Ν.146/1914, 919 ΑΚ, 932 ΑΚ, 2α Ν.703/77, Κανονισμό 864/2007 (Ρώμη ΙΙ), 297, 298 ΑΚ, 81 Συνθ.ΕΚ, 57, 59 ΑΚ. Άρα, οι από το άρθρο 559 αρ.1 και 14 ΚΠολΔ πλημμέλειες της απόφασης του Εφετείου, που συναφώς προβάλλονται με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης είναι αβάσιμος. V. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, όπως αυτός εκτιμάται, η αναιρεσείουσα, προβάλλει τις από το άρθρο 559 αρ.9, 8 και 14 ΚΠολΔ αιτιάσεις διότι το Εφετείο: 1)ψευδώς ερμήνευσε το άρθρο 23 του Κανονισμού 44/2001, τα αρθρ.17 έως 19 της Οδηγίας 86/653/ΕΚ, 9 παρ.1 Π.Δ/τος 219/1991 που εφαρμόζεται αναλογικά, εν προκειμένω, διότι: α) δεν έκρινε ορθά, το σύννομο της ρήτρας από πλευράς παράβασης του άρθρου 281 ΑΚ, ως προς το εσωτερικό δίκαιο. Όμως, όπως προηγούμενα αναφέρθηκε, στην πιο πάνω συμφωνία η προεκτεθείσα διάταξη δεν εφαρμόζεται, ούτε μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση του άρθρου 1 του πρώτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, εν όψει του ότι, στην Ελλάδα ίσως υπήρχε η δυνατότητα ευνοϊκότερης μεταχείρισης, ως προς την αποζημίωση 2) ουδόλως καταστρατηγείται το Ελληνικό δίκαιο με την εφαρμογή της ρήτρας, διότι, παραβιάζονται οι πιο πάνω διατάξεις και αποκλείεται η αναλογική εφαρμογή του άρθρου 9 του Π.Δ. 219/91, με περαιτέρω συνέπεια, την ελάττωση των νομίμων δικαιωμάτων της ήδη αναιρεσείουσας. Σε αντίθετη περίπτωση, δεν θα είχε νόημα η συνομολόγηση της πιο πάνω ρήτρας, αν ο διάδικος είχε τη δυνατότητα κατ' επιλογήν, να συζητεί την εφαρμογή κανόνων εσωτερικού δικαίου και δη κατ' αναλογίαν. Άρα, ορθά δεν έκρινε το δικαστήριο της ουσίας άκυρη τη ρήτρα με βάση όσα παραπάνω εκτίθενται. Το ότι εξ άλλου, το γερμανικό δίκαιο δεν προβλέπει συγκεκριμένες αξιώσεις, που με ρήτρες δημόσιας τάξης της ημεδαπής, μπορούν να ασκηθούν κατά το εθνικό δίκαιο, δεν καθιστούν, άνευ άλλου, άκυρη τη συγκεκριμένη ρήτρα, ούτε μπορεί το Εφετείο συγκεκριμένες αξιώσεις, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, να κρίνει, κατ'επιλογήν, με βάση το γερμανικό (εν προκειμένω), ή το εθνικό δίκαιο. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, ερμηνεύει σύμφωνα με τις παραδοχές της, την ένδικη σύμβαση, θεωρεί, πως η αληθής έννοια αυτής, ήταν πως οι διαφορές που συνδέονται με την Ελλάδα, πρέπει να δικάζονται από τα Ελληνικά Δικαστήρια. Όμως, εν όψει της σαφήνειας της ρήτρας, ουδόλως μπορεί να υπάρξει τέτοια ερμηνευτική προσέγγιση. Εξ άλλου, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες που στηρίζουν το διατακτικό του. Άρα, και ο τρίτος λόγος αναίρεσης που προβάλλει τις προαναφερθείσες πλημμέλειες, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Μετά απ' αυτά: α) ουδείς λόγος υφίσταται για αποστολή προδικαστικών ερωτημάτων στη ΔΕΕ, όπως, αβάσιμα, αιτείται η αναιρεσείουσα β) η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, θα επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ). Διευκρινίζεται, πως το δικαστήριο κρίνει για την δικαστική δαπάνης της παρούσας δίκης, και όχι για το σύνολο της διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης ως θεωρεί η αναιρεσίβλητη, η οποία περιλαμβάνει σχετικό πίνακα στις ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου προτάσεις της. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15/11/2010 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία " …" για αναίρεση της με αριθμό 4467/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Αυγούστου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ