Αριθμός 1608/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο-Αιμίλιο Παλτζόγλου, για αναίρεση της 50/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης, με πολιτικώς ενάγοντες τους 1) .... και 2) ..... που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανέστη Χατζηχρήστο. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 43/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από την διάταξη του άρθρ, 324 §§ 1, 2 Π.Κ. συνάγεται ότι η αρπαγή ανηλίκου, που είναι έγκλημα διαρκές και υπαλλακτικώς μικτό, συντελείται και με την εκ μέρους τρίτων αφαίρεση του ανηλίκου ή την υποστήριξη της εκούσιας διαφυγής αυτού από την εξουσία των γονέων, των επιτρόπων ή οποιουδήποτε δικαιούται να μεριμνήσει για το πρόσωπό του, είτε και με τους δύο αυτούς τρόπους. Ως αφαίρεση νοείται η απομάκρυνση του ανηλίκου από τον τόπο της διαμονής του σε άλλον, κατά τέτοιο τρόπο ώστε αυτός που δικαιούται ν' ασκεί την επιμέλειά του, σύμφωνα με το νόμο ή με δικαστική απόφαση, να στερείται διαρκώς ή προσκαίρως της δυνατότητας ανατροφής και επιβλέψεώς του. Οποιαδήποτε θετική ενέργεια ή παράλειψη με άμεσο στόχο την παρακώλυση ή το ανέφικτο της ελεύθερης ασκήσεως του δικαιώματος επιμελείας και ανατροφής του ανηλίκου εκ μέρους του κατά νόμον δικαιούμενου συνιστά τρόπο τελέσεως του αδικήματος. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος (και ενδεχόμενος δόλος αρκεί) που συνίσταται στη γνώση του δράστη ότι ο ανήλικος τελεί υπό γονική μέριμνα, επιμέλεια ή σε σχέση τέτοια που βάσει αυτής άλλο πρόσωπο δικαιούται να μεριμνήσει για το πρόσωπό του και τη θέληση του δράστη να του αφαιρέσει από αυτήν. Κατά την παρ.2 εδ. β' του ίδιου άρθρου αποτελεί επιβαρυντική περίσταση του εγκλήματος της αρπαγής ανηλίκου κατά την παρ.1, η αρπαγή που έγινε με σκοπό ο δράστης να μεταχειρισθεί τον ανήλικο σε ανήθικες ασχολίες, οπότε η πράξη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα επισύρουσα ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 339 παρ. 1α΄ ΠΚ, "όποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεότερο από 15 ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη τιμωρείται ως εξής: α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δέκα έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών....". Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει να προστατεύσει την αγνότητα της παιδικής ηλικίας, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αποπλάνησης παιδιού απαιτείται οποιαδήποτε υπό γενετήσια άποψη ασελγής πράξη με πρόσωπο νεότερο των δέκα πέντε ετών, η οποία αντικειμενικά προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη, ο οποίος στην συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να γνωρίζει ότι το πρόσωπο στο οποίο κατευθύνεται η πράξη του έχει ηλικία κατώτερη των 10, 13 ή 15 ετών, σύμφωνα με τις καθέκαστα διακρίσεις του άρθρ. 339 § 1 Π.Κ. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 ΠΚ (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του από το άρθρο 8 παρ.1 του ν.3500/2006), προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού, απαιτούνται: α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως που συντρέχει, όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέλησή του υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ή ανοχή ασελγούς πράξεως, β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου ή με σωματική βία, που είναι φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί χωρίς τη θέλησή του ή να επιχειρήσει ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει και με τους δύο τρόπους, δηλαδή της απειλής και της σωματικής βίας. Για την κατάφαση εξαναγκασμού δεν απαιτείται κατ' ανάγκη το θύμα να αντιστάθηκε ενεργά, αλλά αρκεί ότι η ασελγής πράξη τελείται παρά την αντίθετη βούλησή του, που εξωτερικεύθηκε και έγινε εμφανής στον δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και ότι αυτός ασκεί σωματική βία που εξουδετέρωσε την βούληση του θύματος να αντισταθεί. Η ηλικία του θύματος είναι αδιάφορη, επί πλέον απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στην βούληση του δράστη να εξαναγκάσει άλλον στις παραπάνω πράξεις με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ο οποίος περιλαμβάνει ακόμη την γνώση ότι ο παθών δεν συναινεί στην τέλεση αυτών. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 337 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις, προσβάλλει βάναυσα την αξιοπρέπεια άλλου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους ή χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, αρκεί να λάβουν χώρα ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις, προσβλητικές κατά τρόπο βάναυσο της αξιοπρέπειας του άλλου στη σφαίρα της γενετήσιας ζωής. Σε αντίθεση με τις ασελγείς πράξεις οι "ασελγείς χειρονομίες" είναι ελαφρότερες ερωτικές πράξεις που δεν φθάνουν στο σημείο της ασελγούς πράξεως, αλλά πάντως τελούνται με σωματική επαφή (ψαύσεις ή θωπείες στο στήθος ή τους μηρούς του παθόντος κλπ). Οι "προτάσεις" μπορούν να γίνουν ρητά ή με χειρονομίες που πρέπει να αφορούν τη τέλεση ασελγών πράξεων και δεν προϋποθέτουν σωματική επαφή. Για τη στοιχειοθέτηση δε της υποκειμενικής υπόστασης του ως άνω εγκλήματος απαιτείται δόλος, συνιστάμενος στη γνώση και θέληση πραγματώσεως των στοιχείων της πράξης. H διάταξη του άρθρου 361 Π.Κ. (εξύβριση) συρρέει φαινομενικά κατ' ιδέαν με εκείνη του αρθρ. 337 Π.Κ., η οποία υπερισχύει ως εν μέρει ειδικότερη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θράκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 50/2006 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Κατά τις μεσημβρινές ώρες της 9-11-2003, οι Α1 και Β1 που γεννήθηκαν στις 12-10-1995 και 10-6-1996, αντίστοιχα, έπαιζαν στο πάρκο που βρίσκεται πλησίον του γηπέδου και έναντι του .... Δημοτικού Σχολείου ..... Σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος, οδηγώντας το υπ΄ αριθμ. κυκλοφορίας .... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητό του, μάρκας SEAT IBIZA, πλησίασε τα εν λόγω ανήλικα και αφού τα ρώτησε εάν τους αρέσουν οι φωτογραφίες, τα έπεισε να επιβιβασθούν στο αυτοκίνητό του με το πρόσχημα ότι θα τους βγάλει πολλές φωτογραφίες για το σχολικό "άλμπουμ". Εκμεταλλευόμενος την ευπιστία και αφέλεια των ανηλίκων, τα οδήγησε σε ερημική τοποθεσία, στον παλιό σκουπιδότοπο της περιοχής, που απέχει περίπου τέσσερα (4) χιλιόμετρα από τον τόπο που έπαιζαν. Εκεί, αφού τα κατέβασε από το αυτοκίνητο και τα οδήγησε σε μικρή απόσταση από το σημείο στάθμευσης του οχήματός του, τα φωτογράφισε ντυμένα πολύ κοντά το ένα με το άλλο. Στη συνέχεια, θέλοντας να απομακρύνει τον ανήλικο Β1 του είπε να μεταβεί στο αυτοκίνητό του για να του φέρει το κινητό του τηλέφωνο. Εκμεταλλευόμενος την απουσία του αγοριού πλησίασε την ανήλικη Α1 και αφού την έπεισε να ανεβάσει την μπλούζα που φορούσε, ώστε να αποκαλυφθούν τα στήθη της, και να κατεβάσει το παντελόνι της μέχρι τα γόνατα, την φωτογράφισε και τη βιντεοσκόπησε στην στάση αυτή. Κατόπιν της ζήτησε να κατεβάσει και το κάτω εσώρουχό της, για να την φωτογραφίσει γυμνή, η μικρή όμως αισθάνθηκε εντροπή και δεν δέχθηκε κάτι τέτοιο. Εν συνεχεία ο κατηγορούμενος, φοβούμενος την αντίδραση των ανηλίκων για την φωτογράφησή τους σε (άλλες) άσεμνες στάσεις, όπως είχε σκοπό να πράξει, επιβίβασε αυτά στο όχημά του και τα οδήγησε σε άλλο σημείο απ΄ όπου τα παρέλαβε, και συγκεκριμένα στο πάρκο πλησίον του γηπέδου της ..... και αφού τους έδωσε δύο (2) ευρώ, τους είπε να μην πουν πουθενά αυτό που έγινε και ότι θα τους έβγαζε και άλλες φωτογραφίες άλλη φορά. Τα παραπάνω έγιναν, εν αγνοία των γονέων των ανηλίκων, οι οποίοι είχαν ανησυχήσει από την απουσία τους από τον τόπο που έπαιζαν, η οποία (απουσία) διήρκεσε περίπου 2 1/2 ώρες, και τα αναζητούσαν στην γύρω περιοχή. Μετά την ανεύρεσή τους η ανήλικη Α1 αφηγήθηκε στον πατέρα της όλα όσα είχαν συμβεί σ΄ αυτήν και στον μικρό της φίλο. Αμέσως ο πατέρας της ανήλικης έσπευσε στο Τμήμα Ασφαλείας ..... και κατήγγειλε το γεγονός αυτό, και το ίδιο έπραξε και ο πατέρας του ανήλικου Β1 ..... Ας σημειωθεί ότι στο Τμήμα Ασφαλείας ..... είχαν γίνει κατά το καλοκαίρι του έτους 2003 τηλεφωνικές καταγγελίες από γονείς ανηλίκων, οι οποίοι ανέφεραν ότι ο οδηγός του υπ΄ αριθμ. κυκλοφορίας ..... Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, μάρκας SEAT IBIZA και χρώματος πρασίνου, επιβίβαζε σ΄ αυτό διάφορα παιδιά από τα ..... και, με την υπόσχεση ότι θα τους δώσει κάποιο φιλοδώρημα, τα οδηγούσε στο χώρο έξω από το γήπεδο του χωριού και τα φωτογράφιζε. Αμέσως, μετά τις ανωτέρω δύο καταγγελίες, οι αστυνομικοί προέβησαν σε σύλληψη του κατηγορουμένου, ο οποίος και αναγνωρίστηκε ανεπιφύλακτα από τους ανηλίκους Α1 και Β1 . Στην συνέχεια έγινε νομότυπη κατ΄ οίκον έρευνα του κατηγορουμένου, όπου βρέθηκε και κατασχέθηκε μία κεντρική μονάδα ηλεκτρονικού υπολογιστή, μία βιντεοκάμερα, μία φωτογραφική μηχανή, βιντεοκασέτες, πολλά C.D-ROM και δισκέτες. Το υλικό αυτό μεταφέρθηκε στο αστυνομικό τμήμα και άρχισε η επεξεργασία του, οπότε και διαπιστώθηκε ότι στην κασέτα της ψηφιακής βιντεοκάμερας υπήρχε βιντεοσκοπημένο όλο το ως άνω περιστατικό που είχε συμβεί με την ανήλικη Α1 και ειδικότερα εμφανίζεται ο κατηγορούμενος να την καθοδηγεί να σηκώσει τη μπλούζα της και να κατεβάσει το παντελόνι και το εσώρουχό της, προκειμένου να τη φωτογραφίσει. Επίσης στον σκληρό δίσκο του ηλεκτρονικού υπολογιστή βρέθηκε η καταχωρημένη βιντεοσκόπηση τριών άλλων μικρών κοριτσιών στην περιοχή των ..... μεταξύ των οποίων η Α2 ηλικίας 11 ετών και η Α3 ηλικίας 7 ετών, οι οποίες εμφανίζονται να φορούν κανονικά τα ενδύματά τους και η μία να φιλά την άλλη στο μάγουλο. Με βάση τα πιο πάνω πραγματικά, συγκροτείται σε βάρος του κατηγορουμένου η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της αρπαγής των ανωτέρω δύο ανηλίκων με σκοπό να τα μεταχειριστεί σε ανήθικες ασχολίες (φωτογράφηση σε άσεμνες στάσεις). Τα ανήλικα, όπως προαναφέρθηκε, δεν είχαν συμπληρώσει τα 14 χρόνια τους, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος, Ας σημειωθεί ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αρπαγής ανηλίκου αρκεί και η ολιγόωρη διάρκεια της κατάλυσης της σχέσης μεταξύ του ασκούντος την επιμέλεια και του ανηλίκου, όταν η απομάκρυνση του τελευταίου είναι επικίνδυνη για την υγεία και την ηθική του, όπως εν προκειμένω συνέβη (απομάκρυνση με σκοπό την φωτογράφησή τους σε άσεμνες στάσεις). Επίσης στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 337 παρ. 2 Π.Κ., αφού ο κατηγορούμενος με τις πιο πάνω αναφερόμενες προτάσεις του προς την ανήλικη Α1 ηλικίας 8 ετών, και την εν συνεχεία φωτογράφησή της (με σηκωμένη την μπλούζα της και κατεβασμένο το παντελόνι) πρόσβαλε βάναυσα την αξιοπρέπειά της στο πεδίο της γενετήσιας ζωής της. Όσον όμως αφορά την ίδια πράξη σε βάρος των ανηλίκων Α2 και Α3 πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος, διότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτός με χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις πρόσβαλε βάναυσα την αξιοπρέπειά τους στο πεδίο της γενετήσιας ζωής τους, ενώ η ανωτέρω φωτογράφησή τους δεν ήταν άσεμνη. Ένα μέλος του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα ο ένορκος Βασίλειος Κυπριανίδης είχε την γνώμη ότι ο κατηγορούμενος έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη αυτή. Περαιτέρω, από τα αναφερόμενα στην αρχή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι στην οικία του κατηγορουμένου βρέθηκε κατά την ως άνω έρευνα μία βιντεοκασέτα, στην οποία φαίνεται να βιντεοσκοπεί ένα ανήλικο κοριτσάκι σε ιδιαίτερα άσεμνες στάσεις, τις οποίες ο ίδιος το προέτρεπε να πάρει, αφού το κατεύθυνε σχετικά. Ειδικότερα στην βιντεοκασέτα φαίνεται η ανήλικη να βρίσκεται στο πίσω κάθισμα ενός Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, φορώντας ένα μαγιό, και μετά απλό σχετικές προτροπές του κατηγορουμένου, να σηκώσει το πάνω μέρος του μαγιό, ώστε να φαίνονται τα στήθη της, καθώς και να βάζει το κάτω μέρος αυτού μέσα στο γεννητικό της όργανο (αιδοίο) και τον πρωκτό της ή να παραμερίζει αυτό, ώστε να αποκαλύπτεται πλήρως το αιδοίο, ενώ ο κατηγορούμενος, ο οποίος και την βιντεοσκοπούσε, ακούγεται να της μιλάει στην τουρκική γλώσσα και η φωνή του να έχει ηδονική χροιά. Η ανήλικη αυτή διαπιστώθηκε ότι είναι η εξαδέλφη της γυναίκας του Κ1, που γεννήθηκε στις 29-10-1997, η δε βιντεοσκόπησή της αυτή έγινε, καθώς προέκυψε, κατά το καλοκαίρι του 2003, σε ημερομηνία που δεν εξακριβώθηκε, όταν ο κατηγορούμενος και η οικογένεια της ανήλικης είχαν μεταβεί σε παραθαλάσσιο μέρος της περιοχής για να κάνουν μπάνιο. Πολλές από τις στάσεις αυτές της πιο πάνω ανήλικης τις είχε αποτυπώσει και σε φωτογραφίες και τις είχε καταχωρημένες στον σκληρό δίσκο του υπολογιστή. Ο κατηγορούμενος και η σύζυγός του διατηρούσαν στενές οικογενειακές σχέσεις με τους γονείς της ανήλικης. Οι οποίοι και τους επισκέπτονταν τακτικά στο σπίτι τους, έχοντας μαζί τους και την ως άνω θυγατέρα τους. Ο κατηγορούμενος, δείχνοντας αδυναμία στην ανήλικη, κατόρθωσε να αποκτήσει την εμπιστοσύνη των γονέων της, οι οποίοι, λόγω και του ότι αυτός δεν είχε αποκτήσει δικά του παιδιά, την άφηναν πολλές φορές μόνη μαζί του και από την ηλικία των τριών ακόμη ετών, χωρίς να υποψιαστούν ότι ο τελευταίος θα της έκανε κάποιο κακό. Όπως προέκυψε από κατασχεθείσα στην οικία του δισκέτα ο κατηγορούμενος κατά το έτος 2000, σε ημερομηνίες που δεν εξακριβώθηκαν, έπαιρνε την ανωτέρω ανήλικη, η οποία διήγε τότε το 3ο έτος της ηλικίας της και, ενώ αυτός καθόταν σε ένα κάθισμα του γραφείου της οικίας του γυμνός από την μέση και κάτω, την τοποθετούσε κατά τέτοιο τρόπο επάνω του, ώστε το εν στύσει πέος του να έρχεται σε επαφή με το γεννητικό όργανο (αιδοίο) της ανήλικης, ενώ παράλληλα στο πάτωμα του δωματίου είχε τοποθετήσει φωτογραφική μηχανή και αποθανάτιζε τις σκηνές. Όπως αποδεικνύεται από τις σχετικές φωτογραφίες, το ως άνω περιστατικό συνέβη τρεις (3) τουλάχιστον φορές, σε διαφορετικές ημερομηνίες, διότι διαφέρουν τα ρούχα που φορούσε η ανήλικη. Ειδικότερα στις δύο από τις φωτογραφίες αυτές φαίνεται το πέος του κατηγορουμένου να ακουμπά στο κάτω εσώρουχο της ανήλικης στο μέρος του αιδοίου, ενώ στην τρίτη φωτογραφία φαίνεται η ανήλικη να μη φορά εσώρουχο και το εν στύσει πέος του κατηγορουμένου να είναι σε πλήρη επαφή με το αιδοίο της. Οι ως άνω πράξεις που ενήργησε στο σώμα της κατά το καλοκαίρι του 2003 η ανήλικη, την οποία έπεισε προς τούτο ο κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος την ηλικία της και την αδυναμία που του είχε λόγω της συγγενικής σχέσης και των συχνών επαφών τους, και εκείνες στις οποίες αυτός προέβη σε βάρος της κατά το 2000 είναι ασελγείς, καθόσον ανάγονται στην γενετήσια σφαίρα και προσβάλουν αντικειμενικά το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών (ΑΠ 497/2000 Π.Χρ. Ν΄973). Κατέτειναν δε οι πράξεις αυτές από την πλευρά του κατηγορουμένου στην διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αξιόποινη πράξη της κατ΄ εξακολούθηση αποπλάνησης παιδιού, τα βεβαίωσε ο εξετασθείς στο ακροατήριο μάρτυρας κατηγορίας Μ1, αστυνομικός, που επεξεργάστηκε το πιο πάνω υλικό (βιντεοκασέτα, δισκέτα και φωτογραφίες), που βρέθηκε στην οικία του κατηγορουμένου, και προκύπτουν και από τις φωτογραφίες, που υπάρχουν στη δικογραφία, οι οποίες επεδείχθησαν από τον Πρόεδρο και στον συνήγορο του κατηγορουμένου και τον ίδιο (κατηγορούμενο) και οι οποίες, όπως προέκυψε από τα προαναφερθέντα στην αρχή αποδεικτικά μέσα, είναι γνήσιες, ενώ και ο κατηγορούμενος ομολόγησε την ως άνω πράξη της αποπλάνησης παιδιού. Πρέπει, συνεπώς, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη αυτή. Όσον αφορά την πράξη του βιασμού σε βάρος της ανήλικης, για την οποία ο κατηγορούμενος κατηγορείται και η οποία συρρέει αληθινά κατ΄ ιδέαν με την αποπλάνηση (ΑΠ 600/1998 Π.Χρ. Μ.Θ 230), το Δικαστήριο, κατά την άποψη που επικράτησε, κρίνει ότι στοιχειοθετείται εν προκειμένω (και) το έγκλημα αυτό, μόνο ως προς το σκέλος που αναφέρεται στις ασελγείς πράξεις που έλαβαν χώρα κατά το έτος 2000, διότι ο κατηγορούμενος, καθώς αποδείχθηκε από τα αναφερόμενα στην αρχή αποδεικτικά μέσα, εκμεταλλευόμενος την παντελή έλλειψη αντίστασης της τρίχρονης ανήλικης, εξανάγκασε αυτήν να υποστεί τις εν λόγω ασελγείς πράξεις..... Το αίτημα του κατηγορουμένου να του αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 842δ΄ Π.Κ. πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστο, διότι δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών που να δικαιολογούν τη χορήγησή του, δεδομένου ότι δεν αρκεί η εκ μέρους του συνηγόρου του κατηγορουμένου διατυπωμένη έκφραση "να αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 842δ΄ Π.Κ." (βλ. ΑΠ 415/2002 Ποιν. Δικ. 2002.959). Πέραν τούτου δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν εν προκειμένω οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την χορήγηση της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης, δεν αρκεί δε για την κατάφαση αυτής (ελαφρυντικής περίστασης) το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος μετά τη σύλληψή του δεν τιμωρήθηκε πειθαρχικά και επέδειξε καλή συμπεριφορά κατά την κράτησή του (ΑΠ 234/2000 Ποιν.Δικ. 3.548)". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος για τις πράξεις: α) αρπαγής ανηλίκων που δεν είχαν συμπληρώσει το 14° έτος της ηλικίας τους, κατά συρροή, με σκοπό να μεταχειρισθεί τους ανηλίκους σε ανήθικες ασχολίες, β) αποπλάνηση παιδιού κατ' εξακολούθηση, που δεν είχε συμπληρώσει το δέκατο έτος της ηλικίας του. γ) προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας και δ) (κατά πλειοψηφία) για βιασμό κατ' εξακολούθηση. Για της πράξεις του δε αυτές το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θράκης καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε συνολική ποινή καθείρξεως 22 ετών και 6 μηνών, κατ' επαύξηση της ποινής καθείρξεως των 15 ετών κατά δύο (2) έτη από την κάθε μία ποινή της κάθειρξης των 6 ετών για τις δύο πράξεις αρπαγής ανηλίκου, κατά 3 έτη από την επιβληθείσα ποινή της κάθειρξης των 8 ετών για την πράξη του βιασμού και κατά 6 μήνες από την ποινή της φυλάκισης των δύο (2) ετών για την πράξη της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας .Με τις πιο πάνω παραδοχές το Μικτό Ορκωτό Εφετείο διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε σχέση με τα εγκλήματα της αρπαγής ανηλίκων κατά συρροή, αποπλάνησης ανηλίκου, που δεν συμπλήρωσε τα δέκα έτη, κατ' εξακολούθηση και της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, καθώς και ως προς την απόρριψη του προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού του περί αναγνωρίσεως του από το άρθρο 84 § 2 περ. δ' Π.Κ. ελαφρυντικού, την επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία συνήγαγε την κρίση του για την αντικειμενική και υποκειμενική θεμελίωση των πιο πάνω εγκλημάτων για τα οποία κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από την συγκριτική στάθμιση και αξιολογική και όχι επιλεκτική κρίση των οποίων πείσθηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του αρθρ. 324 § 1, 2β, 337 §§ 1, 2 και 339 Π.Κ., τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε πλαγίως. Ειδικότερα, ως προς το έγκλημα της αρπαγής με σκοπό να χρησιμοποιήσει τους δύο ανηλίκους σε ανήθικες ασχολίες, δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, αφού επιβίβασε τους ανήλικους Α1 και Β1 που δεν είχαν συμπληρώσει το 14° έτος της ηλικίας τους, στο αυτοκίνητό του, τους μετέφερε από τον χώρο που ασκούσαν την εποπτεία τους οι γονείς τους, σε απομακρυσμένη περιοχή για τον σκοπό που λεπτομερώς περιγράφεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Με τον τρόπο αυτό, έστω και με την ολιγόωρη (2 1/2 ώρες κατά τις παραδοχές της αποφάσεως), απομάκρυνσή τους για τον προαναφερθέντα σκοπό, δεν διαταράχθηκε απλώς, αλλά καταλύθηκε, έστω και προσκαίρως, η σχέση μεταξύ των ανηλίκων και των ασκούντων την επιμέλεια γονέων τους, οι οποίοι έγκαιρα αντιλήφθηκαν την εξαφάνιση των τέκνων τους και προσέτρεξαν σε αναζήτησή τους. Η επιβαρυντική, εξάλλου, περίσταση της τέλεσης του εγκλήματος αυτού της αρπαγής με σκοπό να μεταχειρισθεί ο αναιρεσείων τα πιο πάνω ανήλικα σε ανήθικες ασχολίες, συντρέχει όχι μόνο ως προς την ανήλικη Α1 σε βάρος της οποίας προέβη ο αναιρεσείων στις αναφερόμενες στην απόφαση ανήθικες πράξεις, αλλά και σε βάρος του επταετούς ανηλίκου Β1 αφού, κατά τις παραδοχές της απόφασης, η αρπαγή και του ανηλίκου αυτού έγινε προκειμένου να απασχολήσει και αυτόν στη λήψη ασέμνων φωτογραφιών, δεδομένου ότι αυτός είχε σκοπό να προβεί στη λήψη και άλλων ασέμνων φωτογραφιών, εκτός από εκείνες που ήδη είχε λάβει . Εξάλλου, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ανενδοιάστως συνάγεται η γνώση του αναιρεσείοντος ότι τα πιο πάνω ανήλικα τελούσαν υπό γονική μέριμνα, καθώς και η θέλησή του να την αφαιρέσει από αυτούς . Το γεγονός ότι η αφαίρεση αυτή απέβλεπε στο να προβεί ο αναιρεσείων στις προαναφερόμενες άσεμνες φωτογραφήσεις, δεν αναιρεί τον δόλο του για την πράξη της αρπαγής, αλλά, αντιθέτως, αιτιολογεί τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης για την οποία αυτός κρίθηκε ένοχος. Επίσης, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία, με εμπεριστατωμένη αιτιολογία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση ότι στοιχειοθετείται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς η πράξη της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας σε βάρος της ανήλικης Α1 και όχι αυτή της έργω εξυβρίσεως, κατά τα εκτεθέντα στην πιο πάνω νομική σκέψη, και ορθώς υπήγαγε το Δικαστήριο τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 337 §§ 1, 2 Π.Κ., αφού δέχθηκε ότι με τις περιγραφόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση προτάσεις του αναιρεσείοντος προς την παραπάνω ανήλικη προσβλήθηκε βάναυσα η γενετήσια αξιοπρέπειά της. Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, μεταξύ των οποίων η αμφισβήτηση αυτού ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις τα σε βάρος του πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Δικαστήριο (χρόνος καταλύσεως γονικής μέριμνας κλπ) και η μη αξιολόγηση της μαρτυρικής καταθέσεως του μάρτυρα αστυνομικού Μ1, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 324 παρ.1, 2β και 337 παρ.1, 2 ΠΚ, και της ελλείψεως αιτιολογίας, ως προς τις καταδικαστικές διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης, για τις πράξεις της αρπαγής και της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Σημειώνεται ότι ως προς τις πράξεις της αποπλανήσεως παιδιών, ουδεμία σαφής και ορισμένη αιτίαση προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθούν, ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως της υπό κρίση αιτήσεως, ως προς τα προαναφερόμενα εγκλήματα της αρπαγής ανηλίκων, που δεν είχαν συμπληρώσει το 14° έτος της ηλικίας του, κατά συρροή, με σκοπό να μεταχειρισθεί ο αναιρεσείων τους ανηλίκους σε ανήθικες ασχολίες και της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, για τα οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος. Αντίθετα, ως προς το έγκλημα του βιασμού, κατ' εξακολούθηση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, με το να αιτιολογήσει την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, μόνο, με το ότι αποδείχθηκε ότι αυτός "εκμεταλλευόμενος την παντελή έλλειψη αντίστασης της τρίχρονης ανήλικης, εξανάγκασε αυτήν να υποστεί τις εν λόγω ασελγείς πράξεις", δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του , την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την κρίση του για την αντικειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο (κατά πλειοψηφία) τον αναιρεσείοντα. Ειδικότερα, ενώ εκτίθενται οι ασελγείς πράξεις που ενήργησε ο αναιρεσείων επί της τρίχρονης ανήλικης (πράξεις που ταυτίζονται με εκείνες του αληθινά συρρέοντος εγκλήματος της αποπλανήσεως της ανήλικης αυτής για το οποίο επίσης κηρύχθηκε αυτός ένοχος), δεν εκτίθενται περιστατικά από τα οποία προκύπτει ο εξαναγκασμός του τρίχρονου νηπίου στις περιγραφόμενες στην απόφαση ασελγείς πράξεις, αν ο εξαναγκασμός αυτός έγινε με σωματική ή ψυχολογική βία, ή απειλή βίας ούτε, επίσης, εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι το ανήλικο δεν αντιστάθηκε μεν ενεργά, αλλά οι ασελγείς πράξεις τελέστηκαν παρά την αντίθετη βούληση του, η οποία όμως θα πρέπει να εξωτερικεύθηκε και να έγινε εμφανής στον αναιρεσείοντα. Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσβάλλεται η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την καταδικαστική για την πράξη του βιασμού διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνο κατά το μέρος που αφορά την αξιόποινη πράξη του βιασμού, κατ' εξακολούθηση, σε βάρος της ανήλικης Κ1 καθώς και κατά τις διατάξεις της περί επιβολής ποινής για την εν λόγω πράξη και καθορισμό συνολικής ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (αρθρ. 519 Κ.Π.Δ.). Η αίτηση, κατά λοιπά, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 50/2006 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης μόνο ως προς την καταδικαστική για την πράξη του βιασμού σε βάρος της ανήλικης Κ1 διάταξη, καθώς και κατά τις διατάξεις της περί επιβολής ποινής για την παραπάνω πράξη και καθορισμού συνολικής ποινής. Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση, ως προς το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την 41/28-12-2006 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του...... και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Τρίπολης κατά της αυτής πιο άνω αποφάσεως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιουλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ